Supreme Court dismisses appeal on labor contract, ruling apprenticeship agreements do not constitute employment contracts.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against a labor tribunal decision that classified the plaintiffs' agreements with the municipality as apprenticeship contracts rather than employment contracts. The plaintiffs argued they were employees, but the court found the agreements were for training purposes and did not cover permanent needs. Consequently, labor laws were deemed inapplicable, and the appeal was rejected as baseless.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 648 and 649 of the Civil Code; Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 20 of Law 2639/1998; Article 904 of the Civil Code; Article 22 of the Constitution: An agreement for training purposes does not constitute an employment contract if it does not cover permanent needs, thereby excluding labor legislation.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 927 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 927/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Ε. Κ. του Σ.,2) Κ. Ν. του Ι., 3) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου Πατρών, 4)Γ. Δ. του Ν., 5) Φ. Σ. του Ε., 6)Δ. Π. του Κ., 7)Β. Χ. του Κ., 8)Α. Ν. του Ν., κατοίκων ..., 9) Ε. Κ. του Ν., 10) Χ. Σ. του Π., κατοίκων ..., 11)Κ. Σ. του Ν., 12) Ε. Α. του Κ. και 13) Δ. Τ. του Ε., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου-Χαράλαμπου Καλαματιανού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Δυτικής Αχαΐας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κάτω Αχαΐα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Κυριαζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 266/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 328/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-5-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28-5-2019 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 328/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 10-10-2014 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 266/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 12-8-2010 αγωγή αυτών.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ.
προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις, έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι, δηλαδή, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με τη φύση τους.
Επιπλέον, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου." (παρ. 1, όπως το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2956/2001). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β' ).
Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2458/1997. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ.
ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Αντιθέτως, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Αστικού Κώδικα., εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του.
Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ µμέρους[ΑΠ1] του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µμέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, 933/2015, 126/2015, 885/2014).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες μορφές της, εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στα δικαστήρια, τα οποία, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδουν τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, η κρίση τους δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 20/2006), χωρίς να θεσπίζεται απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, επί των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.
ΑΠ 7/2011, 19 και 20/2007, 18/2006). Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρ. 180, 184 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή και εφόσον η σύμβαση αυτή δε μπορεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που προσέφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (Ολ.
ΑΠ 4/2021, ΑΠ 126/2015, 885/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1136/2018, 944/2017).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 12-8-2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών εξέθεσαν ότι δυνάμει των αναφερομένων σ' αυτή συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του αρχικά εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΟΤΑ Α' βαθμού) με την επωνυμία "Δήμος Δύμης", στη θέση του οποίου υπεισήλθε δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 6 εδ. 2 του ν. 3852/2010 ο Ο.Τ.Α.
με την επωνυμία "Δήμος Δυτικής Αχαΐας", προσλήφθηκαν κατά τους χρόνους -που αναγράφονται στην αγωγή, προκειμένου να απασχοληθούν στις ειδικότερα εκτιθέμενες υπηρεσίες, με το σκοπό να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (STAGE), που δημιουργήθηκε με σχετική απόφαση του Ο.Α.Ε.Δ.
Ότι η διάρκεια των κατά τα άνω συμβάσεών τους συμφωνήθηκε για δεκαοκτώ (18) μήνες και στη συνέχεια παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος. Ότι μετά τη λήξη των ως άνω συμβάσεων, το εναγόμενο σταμάτησε να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα παρείχαν την εργασία τους, τηρώντας το ωράριο που ίσχυε και για τους μόνιμους υπαλλήλους του εναγομένου, με την εποπτεία και κάτω από τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων τους, αμειβόμενοι, για την εργασία που παρείχαν, με μικτές μηνιαίες αποδοχές, οι τέσσερεις πρώτοι ύψους 660 ευρώ και οι λοιποί ύψους 550 ευρώ.
Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν, για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν όπως και των άλλων υπαλλήλων, καθώς συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας, εργάζονταν στον ίδιο χώρο και με το ίδιο ωράριο και με την εργασία τους αυτή, κάλυπταν στην πραγματικότητα πλήρως πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του εναγομένου, όμοιες με αυτές που κάλυπτε και το τακτικό προσωπικό του.
Ότι, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, την Οδηγία 1999/70/ΕΕ, τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ν.2112/1920, τη διάταξη του άρθρου 2 ν.164/2004 καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, που προσέφεραν την εργασία τους στο ως άνω εναγόμενο, συνδέονταν με αυτό με σχέση, που έφερε τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι το εναγόμενο τους κατέβαλε, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα που απασχολήθηκαν, αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, δηλαδή κατώτερες από εκείνες που καταβάλλονταν στο προσωπικό του, με βάση το ενιαίο μισθολόγιο, ενώ δεν τους κατέβαλε και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Ότι, σύμφωνα και με τις αρχές της ισότητας, είτε τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας τους ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αλλά και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη των συμβάσεων τους, και επομένως και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σχέση που τους συνέδεε με το εναγόμενο ήταν εκείνη της απλής σχέσης εργασίας, αυτό (εναγόμενο) ήταν υποχρεωμένο να τους καταβάλλει τις αποδοχές και τα επιδόματα που κατέβαλλε στους εργαζόμενους, που συνδέονταν με αυτό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, όπως και την αποζημίωση απόλυσης.
Ακόμη, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν συνδέονται με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ή ότι δεν τους οφείλονται οι αιτούμενες αποδοχές απευθείας από το νόμο και όχι από νόμιμη-έγκυρη σύμβαση εργασίας, ότι δικαιούνται τις ως άνω αποδοχές με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον το εναγόμενο ωφελήθηκε, αποφεύγοντας να καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά σε μόνιμους υπαλλήλους, που, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει.
Με βάση τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, ζήτησαν, κατά την κύρια βάση της αγωγής: Α) να αναγνωριστεί ότι ο καθένας τους συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την χρονολογία της αρχικής του πρόσληψης, Β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των σιωπηρών καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να απασχολεί τον καθένα από αυτούς με τους ίδιους ποσοτικούς και ποιοτικούς όρους, όπως και πριν την καταγγελία της κάθε μίας σύμβασης εργασίας, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ υπέρ του καθενός εξ αυτών (εναγόντων) για κάθε ημέρα άρνησης του να συμμορφωθούν στο διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης, Γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει τα αναφερόμενα για έκαστο ενάγοντα ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών μεταξύ των όσων τους καταβλήθηκαν (σύμφωνα με τη σύμβαση, ως μαθητευομένων) και των όσων όφειλε κατά το νόμο να τους καταβάλει τα έτη 2007 - 2010, σύμφωνα με την πραγματική σχέση εργασίας που τους συνέδεε, όπως και για αναλογία επιδομάτων και αποδοχών αδείας, εορτών Χριστουγέννων και εορτών Πάσχα για το ίδιο χρονικό διάστημα, όπως τα επί μέρους ποσά αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή για κάθε αιτία και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει για τις ίδιες ως άνω αιτίες, τα ομοίως αναφερόμενα ποσά για έκαστο ενάγοντα ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επικουρικά και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του, να τους καταβάλει τις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον το εναγόμενο ωφελήθηκε, αποφεύγοντας να καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά σε μόνιμους υπαλλήλους, που, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 266/2014 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την επικουρική βάση της. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 10-10-2014 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών , επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 328/2017 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Αιτιολογώντας την κρίση του αυτή το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη ως μη νόμιμης της κύριας βάσης της αγωγής, έκρινε ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, οι αρχικές συμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων συνήφθησαν μετά την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν με την Αναθεώρηση του έτους 2001 και που απαγορεύουν ακόμη και με νόμο την μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, έστω και σε περίπτωση που αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, με συνέπεια υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων και του άρθρου 21 του Ν. 2194/1994 να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920.
Επίσης έκρινε ότι ούτε μέσω των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70 και των εφαρμοστικών αυτής διατάξεων των Π.Δ/των 81/2003 και 164/2004, η αγωγή ήταν νόμιμη, καθότι οι συμβάσεις των εναγόντων στο πλαίσιο προγραμμάτων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων με τη συμμετοχή του ΟΑΕΔ, βάσει του οποίου παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι αναιρεσείοντες στο εναγόμενο, έχουν τον εξαιρετικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και αν οι συμμετέχοντες (ενάγοντες) στα προγράμματα αυτά κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ώστε και υπό την ισχύ των πιο πάνω ρυθμίσεων να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920.
Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, έκανε δεκτά τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες υπέγραψαν, η μεν πρώτη στις 16-10-2007, οι δε δεύτερη, έκτη, όγδοη και ενδέκατη στις 19-9-2007, η τρίτη στις 14-1-2009, η τέταρτη στις 10-1-2008, οι πέμπτος, έβδομη, ένατη, δέκατη και δωδέκατη στις 4-10-2007 και η δέκατη τρίτη στις 28-1-2008, συμφωνητικά συνεργασίας, με τον εκπρόσωπο του ΟΑΕΔ και τον εκπρόσωπο του Δήμου Φαρρών, τα οποία συντάχθηκαν από την Τ.Υ.
Προγραμμάτων STAGE και φέρουν τίτλο "Συμφωνητικό Συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' Βαθμού". Κατά τα διαλαμβανόμενα στα εν λόγω συμφωνητικά, που έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο, οι ενάγοντες συμφώνησαν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), συνολικής διάρκειας 18 μηνών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να το παρακολουθήσουν.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 όλων των συμφωνητικών συνεργασίας, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την τοποθέτησή τους σε θέση που θα τους προσέφερε ο πιο πάνω Δήμος, προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, σύμφωνα με το σκοπό του συμφωνητικού συνεργασίας και ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια και να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στην θεωρητική όσο και στην πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην τοποθέτησή τους σε συγκεκριμένη θέση, η οποία θα ήταν σχετική με τον τομέα της ειδίκευσης τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, ανάλογα με τα προσόντα τους, όπως αυτά προέκυψαν από τα έντυπα φύλλων ανέργου και συμπληρωματικών στοιχείων θέσης εργασιακής εμπειρίας που υπέβαλαν, τοποθετήθηκαν στις παρακάτω θέσεις πρακτικής άσκησης: Η πρώτη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, για το χρονικό διάστημα από 23-10-2007 έως 22-4-2009 με αντικείμενο απασχόλησης τη σύνταξη αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, η δεύτερη, ως Διοικητική Υπάλληλος ΠΕ, με αντικείμενο απασχόλησης στο Τμήμα Έργων και συγκεκριμένα τη παρακολούθηση των φακέλων των έργων, την προώθηση χρηματικών ενταλμάτων, τεχνικών μηνιαίων και εξαμηνιαίων δελτίων, τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας και την κατάρτιση τεχνικού προγράμματος του Δήμου, για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 21-4-2009, η τρίτη, ως Διοικητική Υπάλληλος, ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης τη χρήση Η/Υ, την επίβλεψη των αδειών και των προσλήψεων, της σύνταξης και αρχειοθέτησης εγγράφων για το χρονικό διάστημα από 19-1-2009 έως 19-7-2010, η τέταρτη, ως Διοικητική Υπάλληλος ΠΕ - ΤΕ, με αντικείμενο απασχόλησης στο λογιστήριο και το γραφείο τύπου του δήμου για το χρονικό διάστημα από 21-1-2008 έως 20-7-2009, ο πέμπτος, ως Διοικητικός Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης τη σύνταξη, αποστολή, δακτυλογράφηση και αρχειοθέτηση υπηρεσιακών εγγράφων, την τήρηση πρωτοκόλλου και τη διεκπεραίωση αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 21-4-2009, η έκτη, ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης στο Τμήμα Δημαρχικής Επιτροπής και συγκεκριμένα την έκδοση αντιγράφων ληξιαρχικών πράξεων και την εξυπηρέτηση των δημοτών για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 21-4-2009, η έβδομη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης στον Δημοτικό Παιδικό Σταθμό για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 21-4-2009, η όγδοη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης στο γραφείο Αντιδημάρχου Διοίκησης -Οικονομικών, Πολεοδομικού Σχεδιασμού - Ποιότητας Ζωής και συγκεκριμένα τη δακτυλογράφηση - διεκπεραίωση επιστολών, την επεξεργασία και καταχώρηση δεδομένων μέσω του προγράμματος ΟΤΑ -ΔΕΗ, την παραλαβή βλαβών ηλεκτροφωτισμού, το συντονισμό συνεργείου ηλεκτρολόγων και την εξυπηρέτηση των πολιτών για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 21-4-2009, η ένατη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης τη χρήση Η/Υ, τη σύνταξη και διεκπεραίωση εγγράφων για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 21-4-2009, η δέκατη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης στο Τμήμα Δημοτικού Συμβουλίου και συγκεκριμένα τη σύνταξη και διεκπεραίωση των αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, τη σύνταξη και διεκπεραίωση διακηρύξεων έργων και προμηθειών, την έκδοση αντιγράφων ληξιαρχικών πράξεων και την εξυπηρέτηση των πολιτών για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 22-7-2009, η ενδέκατη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης την καταχώρηση τιμολογίων και δελτίων αποστολής και της έκδοσης χρηματικών ενταλμάτων για το χρονικό διάστημα από 14-4-2008 έως 1-4-2009, η δωδέκατη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης στο Γραφείο του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, του Δημάρχου και του Νομικού Συμβούλου και συγκεκριμένα τη δακτυλογράφηση, χρήση Η/Υ φαξ, φωτοτυπικού, την αλληλογραφία και διεκπεραίωση εγγράφων, αρχειοθέτηση και εξυπηρέτηση των πολιτών για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 21-4-2009 και η δέκατη τρίτη ως Διοικητική Υπάλληλος ΔΕ, με αντικείμενο απασχόλησης τη χρήση Η/Υ, την τήρηση αρχείου αποθεματικής, την τήρηση και ενημέρωση του βιβλίου αποθήκης και την ενημέρωση του βιβλίου εισαγωγής - εξαγωγής υλικού για το χρονικό διάστημα από 11-2-2008 έως 10-8-2009.
Ακολούθως, κατόπιν απόφασης της Διοίκησης του Ο.Α.Ε.Δ., μετά τη λήξη των αρχικών συμφωνητικών συνεργασίας, παρατάθηκε για όλους τους ενάγοντες η διάρκεια του προγράμματος των 18 μηνών, για δώδεκα ακόμη μήνες. Ο Ο.Α.Ε.Δ. με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου ανέλαβε τη λογιστική παρακολούθηση του προγράμματος και την υποχρέωση να καταβάλλει στους συμβαλλόμενους για κάθε ημέρα και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα: 30 ευρώ ανά ημέρα μικτά για τους πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ, ή ισότιμων τίτλων σπουδών και 25 ευρώ ανά ημέρα μικτά για τους διπλωματούχους των ΙΕΚ και για τους απόφοιτους TEA, ΕΠΑ, TEE ΕΓ Κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή ισότιμων τίτλων σπουδών.
Το ωράριο των συμβαλλομένων δεν θα υπερέβαινε τις επτά (7) ώρες ημερησίως, τις πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή και δεν θα πραγματοποιείτο σε βραδινές ώρες πέραν της 22ης ώρας. Τέλος, ο υπεύθυνος φορέας (Ο.Α.Ε.Δ.) θα είχε την αποκλειστική ευθύνη για τη διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου εκτέλεσης του προγράμματος μέσω των υπαλλήλων ελεγκτών του και ο "φορέας υλοποίησης" υποχρεούτο να συνεργάζεται απολύτως και να παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και ενημέρωση προς τους ως άνω ελεγκτές υπαλλήλους.
Επίσης, ο ελεγχόμενος υποχρεούτο να τηρεί τα αποδεικτικά έγγραφα και στοιχεία για (3) χρόνια μετά τη λήξη του προγράμματος. Περαιτέρω, από τις νόμιμα επικαλούμενες και βεβαιώσεις του Ο.Α.Ε.Δ., αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, με τις προαναφερθείσες ειδικότητες, ολοκλήρωσαν το Πρόγραμμα STAGE και ασκήθηκαν στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος - εναγόμενο Δήμο, τόσο κατά τα αρχικά ως άνω χρονικά διαστήματα, όσο και κατά την προαναφερθείσα 12μηνη παράταση.
Για όλο τον προβλεπόμενο χρόνο θεωρητικής και πρακτικής άσκησης, ο Ο.Α.Ε.Δ., και όχι ο εναγόμενος Δήμος, κατέβαλλε στους τέσσερεις πρώτους το εναγόντων το ποσό των 30 ευρώ και στους λοιπούς το ποσό των 25 ευρώ για κάθε ημέρα άσκησης. Σύμφωνα με τα παραπάνω η τοποθέτηση των εναγόντων στις προαναφερθείσες θέσεις έγινε με κριτήριο τα προσόντα του καθενός εξ αυτών και δεν αποσκοπούσε στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, ούτε στην εξυπηρέτηση των αναγκών του εναγομένου, αλλά στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας των εναγόντων.
Συνεπώς, κατά την κατάρτιση των επίδικων συμφωνητικών συνεργασίας, ο εναγόμενος Δήμος και ο Ο.Α.Ε.Δ., απέβλεψαν στην εκπαίδευση των μαθητευόμενων-εναγόντων, γεγονός που οι τελευταίοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν. Περαιτέρω, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι, σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων και δη με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις του επίμαχου Προγράμματος, οι ενάγοντες εκπαιδεύθηκαν, πράγματι, στα αντικείμενα που ήταν συναφή με τις γνώσεις και τα τυπικά τους προσόντα, απασχολούμενοι στις προαναφερθείσες θέσεις, χωρίς να υπόκεινται στον έλεγχο και την εποπτεία του εναγομένου Δήμου ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους και ο τελευταίος δεν είχε δικαίωμα να παρέχει δεσμευτικές για τους ενάγοντες εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους.
Η εργασία που παρείχαν δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης τους και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενο τους. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε οιαδήποτε σχέση εξάρτησης κατά την έννοια του νόμου, ούτε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες, αντίθετα με τα διαλαμβανόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, απασχολήθηκαν, τελικά, εξυπηρετώντας αυξημένες ανάγκες του εναγόμενου, λαμβάνοντας εντολές από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων υπηρεσιών και δεχόμενοι τον έλεγχο και την εποπτεία τους.
Με τα δεδομένα αυτά, δεν συνδέει τους διαδίκους, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, που διαμορφώθηκε τόσο από το περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων συνεργασίας, όσο και από το περιεχόμενο της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, αλλά και τα αποδειχθέντα σχετικά με την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους προσιδιάζει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στη σύμβαση μαθητείας.
Τούτο διότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων με την επαγγελματική εκπαίδευσή τους και εξειδίκευσή τους, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασής των, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία και δευτερευόντως και κατά αναγκαία συνέπεια στην, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας.....Ο χαρακτήρας των επίδικων συμβάσεων ως συμβάσεων μαθητείας, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες έπρεπε να εμφανίζονται κανονικά στις υπηρεσίες του Δήμου όπου εκπαιδεύονταν, καθώς ο εναγόμενος Δήμος, ως υπεύθυνος φορέας υλοποίησης, όφειλε, με βάση το συμφωνητικό συνεργασίας, να υποβάλλει προς τον Ο.Α.Ε.Δ.
μηνιαίο δελτίο παρουσιών τους (εναγόντων), ούτε από το γεγονός ότι οι ενάγοντες δέχονταν τις κατάλληλες οδηγίες από μόνιμους υπαλλήλους του εναγόμενου, με μοναδικό σκοπό να εκπαιδευτούν επαρκώς στους τομείς όπου απασχολούνταν. Περαιτέρω, ούτε από την πιο πάνω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, ούτε από τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες τηρούσαν το ωράριο εργασίας των μόνιμων υπαλλήλων ή ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου δήμου......Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διάδικοι, δεν συνδεόταν μεταξύ τους με σχέση εργασίας επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά οι συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε και εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συνακόλουθα, η επικουρική βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την εν λόγω υπό τις ως άνω παραδοχές απορριπτική της εφέσεως των εναγόντων κρίση του το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το εναγόμενο είχε το χαρακτήρα γνήσιας σύμβασης μαθητείας και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ουδόλως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 648 επομ., 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 904 επομ.
ΑΚ και 22 παρ.1α του Συντάγματος, δεδομένου ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα στοιχεία, με βάση τα οποία το Εφετείο προέβη στο χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων απλής μαθητείας, ενώ δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το 50% των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρ. 281 παρ.2 ν. 3463/2006) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 328/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών . Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ