Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
926/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inheritance tax grounds, ruling no damage occurred despite alleged bank liability.

Geschäftsnummer 926/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision to reject her inheritance claim. The appellant argued the bank was liable for mismanagement of funds, but the court found no actual damage since the tax paid by the appellant equaled the tax the decedent would have paid. Consequently, the court held that the lower court correctly applied substantive law and rejected the appeal as baseless.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 830, 822, 827, 830 of the Civil Code; The court ruled that where the tax paid by the heir equals the tax the decedent would have paid, no damage exists, rendering the claim inadmissible regardless of alleged bank liability.

Schlagwörter

KI-generiert
inheritance tax liability bank deposit liability no damage established substantive law application appeal dismissal

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 830, 822, 827, 830 of the Civil Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 926 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 926/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Π., κατοίκου Δ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παλάζη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κιμπάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 335/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη (άρθρο 822 επ.

ΑΚ), η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς τον οποίο σκοπό δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς, κατά το άρθρο 830 ΑΚ, έχουν σ` αυτήν εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας και στην συγκεκριμένη περίπτωση η τράπεζα, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 1694/2023, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 421/2021, ΑΠ 1432/2019.

Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, η ευθύνη της τράπεζας απέναντι στον παρακαταθέτη παραμένει πάντοτε συμβατική και φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να του αποδώσει το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της (ΑΠ 1694/2023, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 421/2021) και συνεπώς αυτή σε περίπτωση υπερημερίας της οφείλει στον παρακαταθέτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 343 εδ.

α'ΑΚ, εκτός από την παροχή και αποζημίωση για την ζημία, που υπέστη αυτός από την καθυστέρηση (πρβλ ΑΠ 1047/2023). Από τις διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ συνάγεται ότι εντολή είναι η σύμβαση, η οποία μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς, κατά το άρθρο 158 ΑΚ (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 2212/2014), με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή (άρθρο 713) και ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής (και δεν το χρησιμοποίησε κατά την εκτέλεσή της) καθώς και καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής ( άρθρο 719) ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης και την φύση του αντικειμένου, επομένως και χρήματα (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 1132/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 Α.Κ., δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 647/2017).

Η εξουσία προς αντιπροσώπευση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ.1 και 361 ΑΚ, παρέχεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, η οποία αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Υποβάλλεται, όμως, κατ` εξαίρεση, η πληρεξουσιότητα σε έγγραφο συστατικό τύπο, είτε διότι για την συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα το απαιτεί ο νόμος, είτε διότι η δικαιοπραξία, στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα, είναι τυπική, οπότε τον επιβαλλόμενο για την δικαιοπραξία αυτή τύπο πρέπει, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, να περιβληθεί και η πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 217 περ.

β` Α.Κ. (ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1150/2014). Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά(ΑΠ 167/2024), μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017), η δε κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά τη λειτουργία της ανωτέρω σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράλειψη για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 139/2014).

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.

Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να αποσκοπεί σε αυτήν, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων.

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ' αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).

Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020).

Στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 α', 5, 6 παρ. 1, 29 παρ. 1 και 2, 34 παρ. Α-1, 38 παρ. 1, 39 παρ. 1 και 44 παρ. 2 του Ν. 2961/2001 ""Κύρωση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια", ορίζονται και τα ακόλουθα: "1. Επιβάλλεται φόρος στις περιουσίες που αποκτήθηκαν αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας και στα κέρδη από λαχεία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο. 2.

Στο φόρο υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποκτά περιουσία από κάποια αιτία από αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο(άρθρο 1). 1. Κτήση περιουσίας αιτία θανάτου για την επιβολή του φόρου είναι η από: α) Κληρονομία, κληροδοσία ή τρόπο...(άρθρο 2 παρ. 1 α'), Υπόχρεος στο φόρο είναι ο δικαιούχος της κτήσης και σε περίπτωση περισσότερων δικαιούχων καθένας ανάλογα με την περιουσία που αποκτά (άρθρο 5). 1.

Η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρο 6 παρ.1). Οι δικαιούχοι της κτήσης, ανάλογα με τη συγγενική τους σχέση προς τον κληρονομούμενο, κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες Α`, Β` και Γ`. Στην Α` κατηγορία υπάγονται:...Στη Γ` κατηγορία υπάγεται οποιοσδήποτε άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής του κληρονομουμένου ή εξωτικός....2.

Η αιτία θανάτου κτήση των κάθε φύσεως περιουσιακών στοιχείων υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση τις εξής ανά κατηγορία φορολογικές κλίμακες:...ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Γ...κλιμάκιο (σε ευρώ)...υπερβάλλον(ενν. ποσό) τα 195.000 ευρώ...συντελεστής κλιμακίου 40 %( άρθρο 29 παρ. 1 και 2) Α. Κτήση αιτία δωρεάς 1. Κτήση περιουσίας αιτία δωρεάς, για την επιβολή του φόρου είναι:

α) αυτή που προέρχεται από δωρεά η οποία συνιστάται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, β) αυτή που προέρχεται από κάθε παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, έστω και αν δεν καταρτίσθηκε έγγραφο (άρθρο 34 παρ. Α-1). 1. Υπόχρεος στο φόρο είναι ο δωρεοδόχος ή το τέκνο (άρθρο 38 παρ. 1). 1.

Η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο της σύνταξης του εγγράφου της δωρεάς ή της γονικής παροχής. Προκειμένου για μεταβίβαση κινητών, αν η παράδοση του αντικειμένου της δωρεάς ή της γονικής παροχής έγινε χωρίς να συνταχθεί συμβόλαιο ή αν το συμβόλαιο συντάχθηκε μετά την παράδοση του αντικειμένου της δωρεάς ή της γονικής παροχής, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο της παράδοσης(άρθρο 39 παρ. 1). 2.

Η αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής κτήση χρηματικών ποσών, πλην των προβλεπομένων στην παρ. 1, υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στην Α` κατηγορία, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Β` κατηγορία και με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Γ` κατηγορία(άρθρο 44 παρ. 2).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσείουσα εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ότι με την από 15-10-2012 ιδιόγραφη διαθήκη της η Μ. Β., η οποία είχε γεννηθεί στις 6-3-1934, χωρίς να είναι συγγενείς, είχε εγκατασταθεί και κατοικούσε στην οικία της ιδίας στην Δράμα από τον Φεβρουάριο του 2013, όπου η ενάγουσα την φρόντιζε, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της αλλά και λόγω του γεγονότος ότι αυτή έπασχε από πάθηση των στεφανιαίων αρτηριών και η οποία απεβίωσε στις 1-12-2015, εγκατέστησε την ίδια ως την μοναδική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, αποτελούμενη και από τις αναφερόμενες στην αγωγή και τηρούμενες στην εναγόμενη τράπεζα, προθεσμιακές καταθέσεις της και καταθέσεις σε λογαριασμό ταμιευτηρίου, συνολικού ύψους 1.288.238,13 ευρώ κατά τον θάνατο της.

Ότι πριν τον θάνατό της, με την από 26-3-2013 επιστολή του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας, ο Διευθυντής του υποκαταστήματος Δράμας της εναγομένης τράπεζας, στην οποία η θανούσα τηρούσε τους ανωτέρω λογαριασμούς, αφού ανέφερε ότι η Μ. Β. διακατεχόταν από αδικαιολόγητο φόβο και άγχος, είχε ζητήσει να τεθεί η ανωτέρω σε δικαστική συμπαράσταση και να ορισθούν ο ίδιος και δικηγόρος της Άγγελος Γέρμαν αρμόδιοι να αποφαίνονται για τα ποσά, που θα μπορούσε να αναλαμβάνει από του ανωτέρω λογαριασμούς η θανούσα.

Ότι επακολούθησε η από 19-4-2013 αίτηση της θανούσας δια του ανωτέρω δικηγόρου της για να τεθεί αυτή σε δικαστική συμπαράσταση, η οποία αίτηση απορρίφθηκε με την καταστάσα αμετάκλητη υπ' αρ. 61/24-3-2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, αφού η θανούσα, κατά την προσωπική της επικοινωνία με τον δικαστή, που εξέδωσε την απόφαση, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση και ότι υπέβαλε την αίτηση πιστεύοντας εσφαλμένα ότι πρόκειται για παροχή πληρεξουσιότητας προς την ενάγουσα, ώστε να της παρέχει αυτή συνδρομή στις συναλλαγές της.

Ότι στη συνέχεια, στις 19-9-2014, ο ανωτέρω δικηγόρος υπέβαλε αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας, ώστε να υποβάλει αυτός νέα αίτηση για να τεθεί η θανούσα σε δικαστική συμπαράσταση, στις 26-9-2014 η θανούσα με συμβολαιογραφικό έγγραφο ανακάλεσε την εντολή της προς τον ανωτέρω δικηγόρο και στις 14-10- 2014 υποβλήθηκε νέα αίτηση από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 287/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που υπέβαλε την θανούσα σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης.

Ότι την απόφαση αυτή προσέβαλε με έφεση η θανούσα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 338/15-12-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και απέρριψε κατ' ουσίαν την αίτηση, αφού όμως η καθ' ης αυτή Μ. Β. είχε ήδη αποβιώσει λίγες ημέρες πριν την έκδοση της απόφασης. Ότι παράλληλα με τις ανωτέρω διαδικασίες η κληρονομούμενη Μ.

Β., με το υπ' αρ. 2744/14-5-2014 πληρεξούσιο της ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βιργινίας Διαμαντίδου, παρέσχε στην ίδια την ενάγουσα την εντολή και πληρεξουσιότητα "να εκπροσωπεί την εντολέα στις συναλλαγές της με την εναγομένη σε κάθε δοσοληψία" και ειδικότερα της ανέθεσε (μεταξύ άλλων εντολών, που αναφέρονται στην αγωγή) "να καταγγείλει και κλείσει όλους τους λογαριασμούς, που τηρεί η εντολέας στην Εθνική Τράπεζα ( οι οποίοι προσδιορίζονται με τον αριθμό τους) και να ζητήσει " να της αποδοθούν άμεσα τα χρήματα από τους προαναφερθέντες λογαριασμούς της εντολέως".

Ότι η ενάγουσα, δυνάμει του ανωτέρου πληρεξουσίου, ως αντιπρόσωπος της Μ. Β. και πριν η τελευταία αποβιώσει, απευθύνθηκε στις 1-7-2024 σε υποκατάστημα της εναγομένης στην Θεσσαλονίκη και αφού προσκόμισε και το ανωτέρω πληρεξούσιο, υπέβαλε με έγγραφη αίτησή της προς τους προστηθέντες από την εναγομένη υπαλλήλους του υποκαταστήματος αίτημα εκτέλεσης της εντολής και απόδοσης στην ίδια, για λογαριασμό της Μ.

Β., των συνόλου των ποσών των καταθέσεων. Ότι η εναγομένη, αν και δια των αρμοδίων προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων της γνώριζε ότι η απόδοση των καταθέσεων είχε ως σκοπό την εν ζωή διευθέτηση της μεταβίβασης στην ίδια της περιουσίας της Μ. Β. και αν και στις 1-9-2014 η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση ικανοποίησης του αιτήματός της με εξώδικη δήλωση, που επέδωσε νόμιμα στην εναγομένη, όμως η τελευταία καθυστέρησε αντισυμβατικά, αδικαιολόγητα, παράνομα και καταχρηστικά, να ικανοποιήσει το αίτημά της και να αποδώσει στην κληρονομούμενη Μ.

Β., που αυτή (ενάγουσα) την εκπροσωπούσε, τα ως άνω ποσά. Ότι λόγω της καθυστέρησης αυτής προκλήθηκε ζημία στην ενάγουσα, διότι εν τω μεταξύ απεβίωσε η Μ. Β. και αυτή ως κληρονόμος της υποχρεώθηκε σε καταβολή στο Ελληνικό Δημόσιο του ποσού των 531.762,92 ευρώ λόγω φόρου κληρονομιάς το οποίο ποσό παρακρατήθηκε από το ανωτέρω ποσό των καταθέσεων κατά την καταβολή του στην ίδια από την εναγομένη.

Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι, με την αποτελούσα υπερημερία οφειλέτη υπαίτια αυτή καθυστέρηση, η εναγομένη παραβίασε την συμβατική της υποχρέωση, ως αντισυμβαλλομένη της Μ. Β. στη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης που τους συνέδεε, να της αποδώσει άμεσα το ως άνω χρηματικό ποσό, εξαιτίας της οποίας γεννήθηκε αξίωση αποζημίωσης της Μ.

Β., την οποία κληρονόμησε η ίδια ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της, άλλως ότι συντρέχουν οι όροι της ενοχής της εναγομένης λόγω αδικοπραξίας, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως λόγω της συμβατικής ευθύνης της από την υπερημερία της και επικουρικά κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών, να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 513.762,92 ευρώ, το οποίο αναγκάσθηκε να καταβάλει ως φόρο κληρονομιάς, με το νόμιμο τόκο από 24-7-2017, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως και ως προς τις δύο βάσεις της ως μη νόμιμη και η πρωτοβάθμια αυτή απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συμπλήρωσε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με δικές του αιτιολογίες, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας-ήδη αναιρεσείουσας.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση: Και τούτο διότι, η επικαλούμενη υπερημερία της εναγομένης τράπεζας να κλείσει τους ένδικους τραπεζικούς λογαριασμούς και να αποδώσει τα χρήματα αυτών στην ενάγουσα, κατόπιν του υποβληθέντος προς την τράπεζα αιτήματος της ενάγουσας, που ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της Μ.

Β., δυνάμει της συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης εντολής με παροχή πληρεξουσιότητας, με την οποία η ανωτέρω Μ. Β. παρέσχε στην ενάγουσα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να κλείσει όλους τους αναφερόμενους στην αγωγή λογαριασμούς καταθέσεων (προθεσμιακούς και ταμιευτηρίου) που τηρούσε αυτή στην εναγομένη και να αναλάβει τα χρήματα, αποδίδοντας αυτά ακολούθως στην ίδια, αφορά (η υπερημερία) τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, που είχε συναφθεί μεταξύ της Μ.

Β. και της εναγομένης, πλην όμως, η ενάγουσα δεν ζητεί με την αγωγή της, ως κληρονόμος της Μ. Β., αποζημίωση για τυχόν (ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική) ζημία που υπέστη η θανούσα από την έναντι αυτής υπερημερία της εναγομένης, αλλά για ζημία της ιδίας, η οποία όμως δεν συνδεόταν, κατά τα εκτιθέμενα, με συμβατική σχέση με την εναγομένη, με συνέπεια η ενάγουσα να μη δικαιούται αποζημίωσης λόγω της φερόμενης υπερημερίας της εναγομένης έναντι της αντισυμβαλλόμενής της Μ.

Β., αφού η εναγόμενη δεν κατέστη υπερήμερη, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έναντι της ιδίας, αλλά έναντι της Μ. Β., η οποία μόνη θα μπορούσε να ζητήσει αποζημίωση λόγω της υπερημερίας αυτής. Επίσης, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η φερόμενη υπερημερία της εναγομένης έναντι της Μ. Β., για απόδοση των αιτηθέντων από την ενάγουσα χρημάτων των λογαριασμών, δεν αποτελεί παράνομη πράξη έναντι της ενάγουσας κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ.

και ειδικότερα παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στα πλαίσια της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των προσώπων, αφού η άρνηση της εναγομένης δια των προστηθέντων υπαλλήλων της να ικανοποιήσει το υποβληθέν από την ενάγουσα, ως άμεση αντιπρόσωπο της Μ. Β., αίτημα της τελευταίας να κλείσουν οι λογαριασμοί που τηρούντο και να της αποδοθούν τα χρήματα που περιέχονταν σε αυτούς, δεν είναι αντίθετη στην καλή συναλλακτική πίστη, αφού έγινε καθό χρόνο η ίδια η Μ.

Β. είχε υποβάλει αίτημα να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, γεγονός που έθετε ευλόγως σε αμφιβολία το χορηγηθέν στην ενάγουσα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με βάση το οποίο αυτή ζητούσε την ανάληψη των χρημάτων και ενώ, μετά την απόρριψη της αίτησης αυτής, υποβλήθηκε και νέα αίτηση υποβολής της Μ. Β. σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας, η οποία μάλιστα είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως και εκκρεμούσε στο Εφετείο Θράκης, κατά τον θάνατο της Μ.

Β., έφεσή της κατά της απόφασης αυτής και συνεπώς με την άρνησή της αυτή η εναγόμενη δεν παρέβη τις εκ της καλής συναλλακτικής πίστης υποχρεώσεις της, αντίθετα δε ενήργησε καλόπιστα για να προστατεύσει τα συμφέροντα της υπέργηρης και έχουσας ανάγκης φροντίδας, όπως αναφέρεται και στην αγωγή, Μ. Β. από τυχόν εκμετάλλευσή της.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υπάρχει ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης έναντι της αναιρεσείουσας, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καμία ζημία δεν υπέστη η ενάγουσα, γιατί ο φόρος του 40% επί των υπερβαινόντων τα 195.000 ευρώ χρημάτων των λογαριασμών, τον οποίο κατέβαλε αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο ως εξωτικός κληρονόμος της Μ.

Β. είναι ίσος με τον φόρο επίσης ποσοστού 40%, που θα είχε υποχρέωση να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο με την ίδια αυτή ιδιότητα, εφ' όσον, όπως αναφέρει στην αγωγή, μετά την ανάληψη των χρημάτων η Μ. Β. θα της μεταβίβαζε με δωρεά τα χρήματα αυτά και συνεπώς και πάλι η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, έστω και με συνοπτικότερες και μερικώς διάφορες αιτιολογίες, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή τόσο κατά τη κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 216, 217, 222, 223, 713, 719, 822, 827, 830, 340, 343 παρ. 1 Α.Κ.

ως προς την κύρια βάση της αγωγής και των άρθρων 914, 922, 297, 298, 330 Α.Κ. ως προς την επικουρική βάση αυτής, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και δεν απαίτησε για τη νομική βασιμότητα της αγωγής περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και γι' αυτό, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αντικατασταθούν κατά το μέρος που διαφέρουν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 7-7-2022 αίτηση της Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 449/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ