Supreme Court allows appeal against civil judgment for failure to cite prior Supreme Court criminal decision on defamation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a civil judgment, ordering a remand for retrial. The appellant argued the lower court failed to cite a specific prior Supreme Court decision regarding defamation and perjury, which was crucial evidence. The Court found that while the lower court was not bound by the criminal judgment, it had a duty to mention and refute such significant evidence rather than omitting it.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure: The failure of a lower court to cite and address a relevant prior Supreme Court decision, despite its gravity, constitutes a ground for appeal requiring remand.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 926 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 926/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νικολαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Ι. Π. του Σ., ο οποίος απεβίωσε, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 48/10-12-2018 πρακτικό του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και κληρονομήθηκε από τους: α) Γ. Π. χήρα Ι., το γένος Μ. Α., κατοίκου ..., β) Θ. Π. του Ι., κατοίκου ..., γ) Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και δ) Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Νικολαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4711/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1339/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκουσίως με ρητή ή σιωπηρά δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στη δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 678/2018).
Με την από 27-11-2017 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1339/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 4711/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 25345/2008 αγωγή του. Η αναίρεση εισήχθη προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 10-12- 2018, κατά την οποία οι διάδικοι παρέστησαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, εκ των οποίων ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων γνωστοποίησε το θάνατο του δευτέρου εξ αυτών, Ι. Π. του Σ., κατοίκου εν ζωή Θεσσαλονίκης, επελθούσης έτσι βιαίας διακοπής της δίκης, προς τούτο συνταχθέντος του υπ' αριθμ. 48/10-12-2018 σχετικού πρακτικού, η δε συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-2-2020).
Από τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την υπ' αριθμ. ...-6-2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Θεσσαλονίκης Ε. Κ., 2) το υπ' αριθμ. ...5-6-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Καστοριάς, 3) το υπ' αριθμ. ...6-2-2020 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 4) τα υπ' αριθμ. ...-2-2020 και .../4-2-2020 πιστοποιητικά του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι την 4-6-2018, ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (Ι.
Π. του Σ., κάτοικος εν ζωή Θεσσαλονίκης), ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη και έτσι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Γ. χήρα Ι. Π. και τις θυγατέρες του Π. Π. (πρώτη αναιρεσίβλητη), Θ. Π. και Μ. Π., που ήταν οι πλησιέστεροι συγγενείς αυτού και μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του.
Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, διά του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντωνίου Νικολαϊδη του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης, ότι συνεχίζουν την βιαίως λόγω θανάτου του δικαιοπαρόχου τους διακοπείσα δίκη.
Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα. Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δίκασαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και μπορεί να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το μνημονεύσει και να το αντικρούσει (ΑΠ 1557/2017, ΑΠ 240/2011, ΑΠ 704/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Την 11-2-2008 συζητήθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η υπ' αρ. κατάθ. .../18-12-07 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της συζύγου του ...
κατά της πρώτης εναγομένης,• (ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου), συζύγου του γιού τους ... με την οποία ζητούσαν να ρυθμιστεί προσωρινά η επικοινωνία τους με την ανήλικη επτάχρονη εγγονή τους ... θυγατέρα της εναγομένης και του γιού τους, επικαλούμενοι ότι η μητέρα του παιδιού (νύφη τους) δεν επέτρεπε την επικοινωνία τους μαζί του, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του παιδιού και γιός τους, ήταν μεν αντίθετος στην απόφασή της αυτή, αλλά την ανεχόταν προκειμένου να αποφύγει έριδες και διαπληκτισμούς μαζί της.
Στην δίκη αυτή εξετάστηκε ως μάρτυρας της καθής ο δεύτερος εναγόμενος, (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) πατέρας της (παππούς του παιδιού από την μητρική γραμμή), ο οποίος, όταν ρωτήθηκε από το δικαστήριο σχετικά με τον σπουδαίο λόγο, τον οποίο, επικαλούμενη, η μητέρα του παιδιού... δεν επέτρεπε με την ανοχή του συζύγου της, την επικοινωνία των αιτούντων με το παιδί της, κατέθεσε ενόρκως ότι, την 10-10-2006, κατά τη διάρκεια της παραμονής του παιδιού, ηλικίας τότε πέντε ετών, στην οικία του παππού του- (αιτούντος και ήδη ενάγοντος), εκείνος κακοποίησε το παιδί σεξουαλικά και συγκεκριμένα, απηύθυνε βωμολοχίες σε βάρος του και αφού το έγδυσε και γδύθηκε και ο ίδιος προέβη σε ασελγείς πράξεις σε βάρος του και ότι το γεγονός αυτό το εκμυστηρεύθηκε το παιδί στην μητέρα του.
Ο ίδιος ο μάρτυρας κατέθεσε όσα έμαθε στην συνέχεια, από την κόρη του-καθής, η αίτηση. Επίσης, στο πλαίσιο αυτής της δίκης ασφαλιστικών μέτρων, η καθής η αίτηση (ήδη εναγομένη) κατέθεσε το από 18-2-08 έγγραφο σημείωμά της στο οποίο περιέγραφε με λεπτομέρειες όσα της εκμυστηρεύθηκε το πεντάχρονο τότε παιδί της σχετικά με το περιστατικό αυτό.
Στο σημείωμά της αυτό μεταξύ των άλλων η πρώτη εναγομένη αναφέρει τα εξής "....β. Στις 10-10-2006 ο σύζυγός μου ... πήγε την κόρη μας ... στο πατρικό του σπίτι, προκειμένου να επισκεφθεί το παιδί μας, τους παππούδες της. Λίγη ώρα αργότερα επέστρεψε στο σπίτι μας χωρίς το παιδί και όταν έφυγε για να το πάρει, είχαν περάσει 2-3- ώρες περίπου.
Από την ημέρα εκείνη και για το επόμενο χρονικό διάστημα, η κόρη μας ... παρουσίασε αλλαγή στην μέχρι τότε συμπεριφορά της. Συγκεκριμένα, α) Εμφάνισε φοβίες, τις οποίες δεν είχε εκδηλώσει μέχρι τότε, όπως για παράδειγμα δεν μπορούσε να κοιμηθεί μόνη της στο κρεββατάκι της, το μεσημέρι, κάτι το οποίο συνήθιζε να κάνει καθημερινώς.
Β) Ρωτούσε διαρκώς "Μαμά εσύ προστατεύεις το μωράκι σου; Το παιδάκι σου δεν φεύγει από κοντά σου; γ) Έβγαζε διαρκώς το εσώρουχό της και γύριζε μέσα στο σπίτι χωρίς αυτό. Κάθε φορά που την έντυνα για να πάμε κάπου, φορούσε μόνο το παντελονάκι της και αρνούταν να φορέσει το εσώρουχο της, παρότι πολλές φορές της εξηγούσα ότι αυτό δεν είναι σωστό και δεν πρέπει να το κάνει.
Κάθε φορά που αφόδευε, έβγαζε όλα της τα ρουχαλάκια, δ) Έλεγε αισχρόλογα τόσο στο σπίτι μας όσο και στο σχολείο, απευθυνόμενη σε συμμαθήτριές της, ενώ μέχρι τότε, ουδέποτε είχε πει οποιοδήποτε αισχρόλογο. ε) η δασκάλα του σχολείου μου είπε ότι η κόρη μου έχει αλλάξει συμπεριφορά και είναι πολύ σκεπτική, προβληματισμένη, μαζεμένη, δεν γελάει και δεν κάνει παρέα με τα άλλα παιδάκια, ενώ παλαιότερα ήταν κοινωνική, φιλική, έκανε παρέα με τα υπόλοιπα παιδάκια και ήταν ένα ζωηρό και ευχάριστο παιδί.
Η αλλαγή αυτή στην συμπεριφορά του παιδιού μου με θορύβησε, κυριολεκτικά με αναστάτωσε, δεν μπορούσα δε να καταλάβω που οφείλεται. Στις 29-10-2006, ημέρα Σάββατο, ενώ έκανα εργασίες καθαριότητας της οικίας μας, το παιδί καθισμένο στον καναπέ, στο σαλόνι του σπιτιού μας, είπε δυνατά "Έρωτας στον παππού". Αμέσως, την ρώτησα τι ήταν αυτό που είπε, εκείνη δεν απάντησε αλλά έδειχνε ντροπιασμένη.
Στις 31- 10-2006, ημέρα Δευτέρα, επανήλθα και ρώτησα την κόρη μας, τι εννοούσε με την φράση που είπε "Έρωτας στον παππού". Έπειτα από αρκετές φορές που έκανα την ερώτηση αυτή, το παιδί μου απάντησε, έχοντας σκεπάσει με το σεντονάκι το πρόσωπο της, με τα εξής λόγια: "Ο παππούς μου έβγαλε παντελονάκι, μπλούζα κάλτσες, βρακάκι, όλα τα ρούχα".
Όταν τη ρώτησα "Και τι κάνατε;" μου απάντησε "Ο παππούς μου είπε ότι αυτά τα πράγματα δεν λέγονται και να μην τα πω σε κανέναν". ... της απάντησα ότι αν δεν μου πεις τι έγινε δεν μπορώ να σε βοηθήσω ... την ρώτησα "Μήπως σου έκανε εντριβή στην πλατούλα όπως κάνω εγώ;" ... το παιδί μου είπε "Οι κακοί δεν κάνουν εντριβή". ...
την ρώτησα τι έλεγε ο παππούς και η κόρη μας μου απάντησε "Μου έλεγε να χέσω στο κρεβάτι, στο πάτωμα και τις λέξεις "πούτσος-παπούτσος, γαμώ το μπούτι γαμώ το κωλαράκι, πούστη, πουτάνα, πούστη, κώλο, παλιοχριστέ, παλιοπαναγιά, χέσια, κατουρίσια και να λέω την λέξη κώλος"
... όταν την ρώτησα "Ο παππούς φορούσε ρουχάκια;" το παιδί απάντησε "Ο παππούς με είχε ρίξει στο πάτωμα, είχε ξεντυθεί από την μέση και κάτω λέγοντας ότι θα χέσει στο πάτωμα. Έσκυψε από πάνω μου και με χάιδευε στο πιπί μου και ζητούσα τα ρουχάκια μου γιατί κρύωνα και ο παππούς τα τραβούσε, δεν τα έδινε". ... ανέβηκα αμέσως στους γονείς μου και τους εξιστόρησα τα προαναφερόμενα και ζήτησα να με συμβουλεύσουν τι να κάνω...".
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 8952/13-3-2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), το οποίο αφού έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της καθής η αίτηση περί σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού της από τον παππού του, (ενάγοντα), έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση και ρύθμισε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας των αιτούντων (παππού και γιαγιάς) με τον περιορισμό να μην περιλαμβάνει διανυκτερεύσεις και να λαμβάνει χώρα με την παρουσία του πατέρα του παιδιού.
Στην κρίση του αυτή, περί μη πιθανολόγησης της σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού, οδηγήθηκε το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, και ότι ο παππούς δεν έμεινε μόνος με το παιδί, αλλά στην οικία του βρισκόταν και η σύζυγος του (γιαγιά του παιδιού), η οποία θα είχε αντιληφθεί την επικαλούμενη κακοποίηση, πράγμα όμως που κατηγορηματικά αρνείται ...
όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία διαφορών διατροφής και επιμέλειας τέκνων με την υπ' αρ. 11363/2010 απόφασή του, απέρριψε την υπ' αρ. κατάθεσης 12489/2008 κύρια αγωγή των εναγόντων, με την οποία ζητούσαν να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας τους με την ανήλικη εγγονή τους, με την αιτιολογία ότι οποιαδήποτε επικοινωνία των εναγόντων με το παιδί θα επηρέαζε αρνητικά τον ήδη τεταμένο και διαταραγμένο ψυχικό του κόσμο. ...
ότι ο ενάγων, μεταξύ των άλλων πολλών μηνύσεων και αγωγών που κατέθεσε σε βάρος της εναγομένης και συγγενών της σχετικά με το συγκεκριμένο περιστατικό, κατέθεσε και την από 3-4-08 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στην οποία διατεινόταν, όπως και στην υπό κρίση αγωγή του, ότι τα όσα παραπάνω ισχυρίστηκε η εναγομένη κατά την συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων στην δικάσιμο της 11-2-2008, τα οποία επιβεβαίωσε και ο πατέρας της ενόρκως (δεύτερος εναγόμενος), ήταν ψευδή και συκοφαντικά σε βάρος του γεγονότα, τα οποία ισχυρίστηκαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους και περιήλθαν σε γνώση τρίτων.
Υποστηρίζει δηλαδή ο ενάγων, ότι ουδέποτε κακοποίησε σεξουαλικά το παιδί της πρώτης εναγομένης και ότι το απόγευμα της 10-10-2006, ημέρα κατά την οποία τον κατηγορούν ότι προέβη στις ανωτέρω πράξεις, η ανήλικη δεν ήταν μαζί του, αλλά με την σύζυγό του και γιαγιά της ... στην καφετέρια ... ότι η ανήλικη ουδέποτε έμεινε μόνη μαζί του, η δε μητέρα του παιδιού παρεμπόδιζε συνεχώς την επικοινωνία του παιδιού της με αυτόν και την σύζυγό του, οι δε ισχυρισμοί της νύφης του περί σεξουαλικής κακοποίησης της εγγονής του, είχαν ως σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου, ώστε να οδηγηθεί σε απορριπτική, της αίτησης, απόφαση ...
για το ανωτέρω περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης ασκήθηκε σε βάρος του ενάγοντος, αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη. Ειδικότερα, με αφορμή τις από 21-5-2008 καταγγελίες του ενάγοντος-παππού και της συζύγου του, σε βάρος της νύφης του και των γονέων της, ότι αυτοί κακοποιούν την ανήλικη, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντα για τις αξιόποινες πράξεις της αποπλάνησης ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών, πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν την 10-10-2006 σε βάρος της ανήλικης εγγονής του ...
Μετά την διενέργεια της κύριας ανάκρισης και το πέρας αυτής με το ... αμετάκλητο βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απαλλάχτηκε ο ενάγων για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης της εγγονής του, δεχόμενο το συμβούλιο ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την πράξη αυτή και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών. ...
για την υπόθεση αυτή μετά από πλήθος αγωγών και μηνύσεων που κατέθεσε κυρίως σε βάρος της εναγομένης ο ενάγων εκδόθηκαν ενδεικτικά οι υπ' αρ. 8952/08, ..., ..., ..., αποφάσεις του μονομελούς πρωτοδικείου, οι ..., ..., ..., αποφάσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου, συμπεριλαμβανομένης της εκκαλουμένης, η ... , απόφαση του μονομελούς εφετείου, οι ..., ..., ..., ..., αποφάσεις του τριμελούς εφετείου Θεσσαλονίκης και οι ..., ..., και ..., αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι όσα ανέφερε η πρώτη εναγομένη στην δίκη ασφαλιστικών μέτρων αναφορικά με την επικοινωνία του ενάγοντα με το παιδί της και όσα κατέθεσε ενόρκως ο πατέρας της, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, ήταν αναληθή, συκοφαντικά σε βάρος του και ότι με την κατάθεση των περιστατικών αυτών είχαν σκοπό να παραπλανήσουν το δικαστήριο. ...
όμως αποδείχθηκε, ενάμιση μήνα περίπου μετά την φερόμενη κακοποίηση του παιδιού, μόλις η εναγομένη το έμαθε από το ίδιο το παιδί, αντέδρασε άμεσα απευθυνόμενη πρώτα στους γονείς της, που διαμένουν στην ίδια οικοδομή όπου βρίσκεται η οικία της και στην συνέχεια, ακολουθώντας την συμβουλή τους ενημέρωσε τον σύζυγο της, ο οποίος δεν την πίστεψε μεν, ωστόσο επικοινώνησε άμεσα με την παιδοψυχίατρο, στην οποία προηγουμένως είχε τηλεφωνήσει η πρώτη εναγομένη αναφέροντάς της τα όσα της διηγήθηκε το παιδί. ...
ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης-πατέρας του παιδιού απευθύνθηκε στο ελληνικό κέντρο ψυχικής υγιεινής και ερευνών για εξέταση της ανήλικης από παιδοψυχίατρο. ... ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, κατά το τελευταίο δίμηνο του 2006, ο πατέρας του παιδιού, ενώ προσπαθούσε να διερευνήσει το αληθές ή μη των καταγγελιών του παιδιού του, δεν ανέφερε καθόλου ότι τα όσα το τελευταίο διηγήθηκε, δεν ήταν δυνατό να έχουν συμβεί, επειδή, όπως ισχυρίστηκε ενάμιση χρόνο μετά, η κόρη του δεν βρισκόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην οικία του παππού με αυτόν, αλλά σε καφετέρια με την γιαγιά της, έξω από την οποία ο ίδιος, την παρέλαβε.
Αντί λοιπόν να αναφέρει εξ αρχής το περιστατικό αυτό, που διέλυε τις υποψίες περί κακοποίησης του παιδιού από τον παππού του, στις 9-12-2006 ο πατέρας του παιδιού ... μαζί με την σύζυγο του και την ανήλικη κόρη τους, επισκέφθηκαν την οικία του ενάγοντα και της συζύγου του (παππούς-γιαγιά) και τους ανέφερε όσα ισχυρίστηκε η μητέρα του παιδιού αναφορικά με την κακοποίησή του.
Όταν το έμαθε ο ενάγων και η σύζυγός του, δεν ανέφεραν πάλι τίποτε περί απουσίας του παιδιού από την οικία τους, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κακοποίησής του, αλλά εξοργίστηκαν και αφού κοινοποίησαν τους ισχυρισμούς της εναγομένης και στον άλλο γιο τους την έδιωξαν από το σπίτι τους. Στις 12-12-2006 το παιδί εξετάστηκε από παιδοψυχίατρους στο κέντρο ψυχικής υγείας και την 19-12-2006 οι ψυχίατροι που εξέτασαν το παιδί, ανακοίνωσαν στους γονείς ότι δεν παρουσίαζε εμφανώς ψυχική διαταραχή και η οποιαδήποτε κακοποίησή του ήταν αδύνατο να διευκρινιστεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, τους συστάθηκε δε να ξεκινήσουν συμβουλευτική γονέων στο εν λόγω κέντρο, πράγμα το οποίο αρνήθηκαν και οι δύο, ενώ μετά από ακρόαση της μητέρας του παιδιού από τον εισαγγελέα ανηλίκων, η τελευταία αποφάσισε, για να διαφυλάξει την ψυχική υγεία του από την έκταση που θα ελάμβανε η υπόθεση μετά από καταγγελία της, να μην προβεί σε περαιτέρω ενέργειες, παρά μόνο να μην επιτρέπει την επικοινωνία του παιδιού με τον παππού του ενάγοντα και την σύζυγό του. ...
ακολούθησε η προαναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους του ενάγοντος, και πριν από αυτή, έγκλησή του σε βάρος της μητέρας της ενάγουσας την 31-1- 2007 για προσβολή της τιμής του από τη διάδοση του περιστατικού αυτού και σειρά άλλων δικών, εξαιτίας των οποίων το περιστατικό αυτό έγινε ευρέως γνωστό και το παιδί, τα χρόνια που ακολούθησαν πολύ συχνά επισκεπτόταν ψυχίατρους που το εξέταζαν προκειμένου να γνωμοδοτήσουν σχετικά με την επικαλούμενη από το ίδιο κακοποίησή του, την οποία μάλιστα, το ίδιο δεν σταμάτησε να διηγείται όπου του ζητήθηκε, πάντα με την ίδια περιγραφή. ...
στην από 1-4-2011 ανωμοτί εξέταση του παιδιού ενώπιον της ανακρίτριας ... , που έγινε με την παρουσία παιδοψυχιάτρου του Νοσοκομείου ... το παιδί ανέφερε πως ότι έγινε στο σπίτι του παππού, συνέβη αφού έφυγε η γιαγιά του και ότι ο πατέρας του το παρέλαβε από το σπίτι του παππού του, ενώ ο πατέρας του το συμβούλευσε να μην αναφέρει το περιστατικό σε κανέναν. ...
σε ερώτηση, αν είπε στον πατέρα του τι συνέβη όταν έφυγαν από το σπίτι του παππού, ανέφερε επί λέξει: "Ναι, όταν φτάσαμε στο δικό μας σπίτι, αλλά μου είπε ότι δεν έγινε τίποτα. Όταν του θύμισα ότι ήμουν γυμνή και ότι με έντυσε εκείνος, μου απάντησε ότι δεν έγινε τίποτα και δεν με πίστεψε. Μέχρι σήμερα δεν με πιστεύει".
Σε όλες δε τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε το παιδί, όταν αναφέρεται στον πατέρα του, τον παππού και την γιαγιά του, τους αναφέρει με τα μικρά τους ονόματα δηλαδή ..., ... και ... . Στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκαν στα πλαίσια των δικών και ποινικών διαδικασιών που προαναφέρθηκαν, δεν διατυπώθηκε από τους παιδοψυχιάτρους η κατηγορηματική κρίση περί αναλήθειας των όσων τους διηγήθηκε το παιδί ...
η ... παιδοψυχίατρος, η οποία εξέτασε το παιδί στις 12-12-06 και μίλησε και με τους γονείς του, στην από 3-4-07 γνωμάτευσή της, εκθέτει ότι από την κλινική η εκτίμηση η ... (το παιδί) δεν παρουσιάζει εμφανώς κάποια ψυχική διαταραχή και ότι συνέστησε στους γονείς να ξεκινήσουν συμβουλευτική γονέων, ενώ τους εξήγησε πώς ήταν αδύνατο να διευκρινιστεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα η οποιαδήποτε κακοποίηση. ...
η ίδια αυτή παιδοψυχίατρος,
... , εξεταζόμενη προανακριτικά ως μάρτυρας, στην από 2-3-11 εξέτασή της, ανέφερε "... Για πρώτη φορά εξέτασα την μικρή ανήλικη ... στις 6-12-06 με τους γονείς της και την ξαναείδα αρχές του 2007, άλλες δύο φορές. ... ξεκινήσαμε τις συναντήσεις συμβουλευτικής θεραπείας στις 2-10-09, έως 6-11-09, με συχνότητα δύο φορές τον μήνα και συνολικά δώδεκα, με σκοπό κυρίως να αποκατασταθεί η σχέση του παιδιού με τον πατέρα του.
Προς το τέλος αυτών των συναντήσεων η μικρή ... ανέφερε επεισόδιο σεξουαλικής παρενόχλησης από τον παππού της, το οποίο είχε γίνει το 2006. Περιέγραψε με λεπτομέρεια το επεισόδιο και ειδικότερα τι την έβαλε να κάνει ο παππούς της. Μας είπε ακόμη ότι ένας λόγος που δεν θέλει τον πατέρα της είναι ότι , ενώ ο τελευταίος ήξερε ότι κάτι έχει συμβεί με τον παππού τώρα το αρνείται.
Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν υπήρξε σεξουαλική κακοποίηση από τη μεριά του παππού, αλλά τα παραπάνω στοιχεία (περιγραφή του επεισοδίου λεπτομερής συν το ότι δεν θέλει τον πατέρα της η μικρή ... τόσα χρόνια) συνηγορούν ότι είναι πολύ πιθανό κάτι να έχει συμβεί από την μεριά του παππού σε βάρος της μικρής.
Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι η μικρή ... έχει πολύ κακή σχέση με τον πατέρα της, το οποίο είναι πολύ σοβαρό για την ψυχική της υγεία, δεν παρουσιάζει καμία άλλη ψυχοπαθολογία". 0 ... παιδοψυχίατρος του ... Νοσοκομείου, διορισμένος από την ανακρίτρια ... στην από 23-11-11 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του, αφού επισημαίνει ότι η αφήγηση του παιδιού ήταν ζωηρή με κυρίαρχα συναισθήματα την δυσφορία και την αηδία-εικόνα συμβατή με πιθανότητα παρενόχλησης-κακοποίησης-, ότι η αφήγηση της ανήλικης στα βασικά της σημεία έμοιαζε τόσο με την προαναφερόμενη ανωμοτί της κατάθεση όσο και με την πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχιάτρου ...
καταλήγει ότι "Περίπτωση μυθομανίας-ψευδομανίας με βάση πληροφορίες από τους γονείς δεν τεκμηριώνεται ως γενικευμένη ...Συμπερασματικά δεν είμαι σε θέση να αποκλείσω ή να επιβεβαιώσω την πιθανότητα ή μη η ανήλικη ... να έχει παρενοχληθεί /κακοποιηθεί "σεξουαλικά". ... η Παιδοψυχίατρος, διευθύντρια του ΕΣΥ στο Νοσοκομείο ...
που διορίστηκε πραγματογνώμονας από τον προανακριτικό υπάλληλο ... στην από 10-5-10 έκθεσή της, αφού επισημαίνει σε σχέση με την ανήλικη ότι επρόκειτο για παιδί με ιδιαίτερες ικανότητες στους τομείς της αντίληψης και έκφρασης του λόγου, ότι η μνημονική της ικανότητα είναι αξιοπρόσεκτη, συγκεκριμένα είχε εξαιρετική παρατηρητικότητα και μνήμη, ότι κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων εξέφρασε έντονη αποστροφή σε σχέση με την επικοινωνία της με τους παππού και γιαγιά της πατρικής γραμμής, τους οποίους αποκαλούσε με τα μικρά τους ονόματα, ότι η ανήλικη δεν έπεσε σε αντιφάσεις και περιέγραψε με τον ίδιο βασικό τρόπο κάθε φορά όσα εξ αρχής ανέφερε, ότι σε κάθε ερώτηση της ψυχιάτρου που αφορούσε λεπτομέρειες της, υπό ανάκληση στην μνήμη της, σκηνής, με σκοπό να διαπιστωθεί αν η ιστορία της ήταν "φτιαχτή", το παιδί απαντούσε άμεσα, χωρίς αοριστίες και ασάφειες, χωρίς να διστάζει και χωρίς να επιδεικνύει αμφιβολίες ως προς την εξειδίκευση των περιστατικών, κατέληξε ότι: "Τα παραπάνω στοιχεία συνηγορούν υπέρ αξιόπιστης κατάθεσης• της• ανήλικης, με σαφή όμως επιφύλαξη, λόγω των πολλών χρόνων που έχουν περάσει από το συμβάν και των πολλών προσώπων τα οποία έχουν εξετάσει σχετικά την ανήλικη και επομένως έχουν πιθανώς επηρεάσει ή τροποποιήσει μέσα στο μυαλό της, με τις ερωτήσεις τους την ιστορία της". ...
αναφορικά με την σχέση της ανήλικης με την μητέρα της και την πιθανότητα να έχει υποβάλλει η ίδια η μητέρα, την ιστορία της σεξουαλικής κακοποίησης στο παιδί της, η ίδια αυτή ψυχίατρος αναφέρει, αφού εξέτασε και τους γονείς του παιδιού, ότι η μητέρα της μικρής (εναγομένη) ήταν αξιοπρόσεκτα μη παρεμβατική, άφηνε την κόρη της να εκφραστεί με τον δικό της τρόπο, δεν την διόρθωνε δεν επενέβαινε για διευκρινήσεις, ότι το παιδί ήταν φανερό πως ήθελε να έχει τον πρώτο λόγο και ότι είχε ισχυρή άποψη για όλα τα τρέχοντα θέματα.
Όσον αφορά όμως τον πατέρα της, η ψυχίατρος ανέφερε ότι, στις ίδιες αυτές συνεντεύξεις, όταν παρουσιάστηκε το παιδί μαζί του ενώπιον της, η ανήλικη διηγήθηκε το περιστατικό μπροστά του και ο πατέρας της μικρής αντιπαρατέθηκε μαζί της προσπαθώντας να την πείσει ότι ο παππούς και η γιαγιά της την αγαπούν και δεν έχουν κάνει τίποτε κακό σε βάρος της, σε όσα δε ιστορούσε η ανήλικη αναφορικά με την κακοποίησή της, ο πατέρας της παρέθετε την δική του εκδοχή, ότι δηλαδή ο ίδιος την παρέλαβε από την καφετέρια με την γιαγιά της και όχι από το σπίτι του παππού της, γεγονότα όμως που η μικρή αμφισβητούσε. ...
και στις δύο συνεντεύξεις του παιδιού, που αυτούσιες παρατίθενται από την ψυχίατρο στην έκθεσή της, αναφορικά με την παρουσία της γιαγιάς της κατά το περιστατικό ή μη, στην πρώτη συνέντευξη απάντησε πως η γιαγιά της αρχικά ήταν στην κουζίνα και μετά έφυγε, δηλαδή πρώτα έφυγε και μετά ο παππούς της έκανε τα περιγραφόμενα σε βάρος της και στην δεύτερη συνέντευξη, στην ερώτηση μήπως εκείνη την ημέρα η γιαγιά της την πήρε και την πήγε βόλτα ή μήπως πήγανε σε καφετέρια με φίλες της γιαγιάς ή μόνες, απάντησε αρνητικά, καθώς και ότι δεν ξέρει καμία φίλη της γιαγιάς της.
Σε αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή όσα ανέφερε η πρώτη εναγομένη αναφορικά με το περιστατικό, ήταν αναληθή, δεν μπορεί να καταλήξει το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα υποστηρίζει ο ενάγων, η σύζυγος του, καθώς και ο πατέρας του παιδιού, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της φερόμενης κακοποίησής του, αυτό δεν βρισκόταν μόνο με τον παππού του, αλλά σε καφετέρια μαζί με την γιαγιά του και τις φίλες της. ...
το περιστατικό αυτό, αν και τόσο κρίσιμο, αναφέρθηκε από την πλευρά του ενάγοντα για πρώτη φορά δύο μήνες μετά τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων, στις 3-4-08 στην έγκλησή του που κατατέθηκε στις 9-4-08 κατά των ήδη εναγομένων, επιβεβαιώθηκε δε από τους εγκαλούντες αυθημερόν και από άλλους μάρτυρές τους που εξετάστηκαν κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2008.
Έως την ημερομηνία αυτή, επί δέκα έξι μήνες, αφότου ο ενάγων και η σύζυγος του, έμαθαν τα σχετικά περί κακοποίησης της εγγονής τους, δεν ανέφεραν ότι το παιδί δεν ήταν στο σπίτι τους, αλλά σε καφετέρια με την γιαγιά του και τις φίλες της, ούτε βέβαια ο γιός τους και πατέρας του παιδιού ανέφερε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ότι παρέλαβε το παιδί του από δημόσιο εξωτερικό χώρο και όχι από το σπίτι του παππού. ...
αν και τον Ιανουάριο του 2007 ο ενάγων κατέθεσε έγκληση σε βάρος της μητέρας της πρώτης εναγομένης για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του αναφορικά με την κακοποίηση της εγγονής του, το γεγονός της παραλαβής της ανήλικης από τον πατέρα της έξω από την καφετέρια δεν αναφέρθηκε ούτε από τον ίδιο ούτε από τους μάρτυρες που πρότεινε.
Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι κατά το προαναφερόμενο αυτό χρονικό διάστημα αναφέρθηκε από τον πατέρα του παιδιού και σύζυγο της εναγομένης, το περιστατικό αυτό, το οποίο αν πράγματι αληθεύει, σχεδόν μηδενίζονται οι πιθανότητες να κακοποιήθηκε σεξουαλικά το παιδί από τον παππού του, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν με την γιαγιά του, σε άλλο μέρος και όχι στο σπίτι τους. ...
στην απόφαση υπ' αρ. 8952/13-3-08 ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ... έγινε δεκτό το αίτημα του ενάγοντος-παππού να επικοινωνεί με την εγγονή του, στο αιτιολογικό της αναφέρεται επί λέξει: " καθόσον δεν προέκυψε ότι ο πρώτος από τους αιτούντες παρέμεινε με το παραπάνω ανήλικο τέκνο μόνος του στην κατοικία του, αλλά εκεί κατά τον χρόνο της ως άνω επικοινωνίας, βρισκόταν και η σύζυγος του, δεύτερη από τους αιτούντες, είναι δε προφανές ότι η επικαλούμενη κακοποίηση, αν αυτή είχε τελεστεί, θα γινόταν προφανώς αντιληπτή από την τελευταία, κάτι που η τελευταία, ρητά και κατηγορηματικά αρνείται...".
Δηλαδή, όπως με σαφήνεια γίνεται αντιληπτό από την απόφαση, στην δίκη αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, η σύζυγος του ενάγοντα, ρητά και κατηγορηματικά αρνήθηκε ότι έγινε κακοποίηση του παιδιού, επικαλούμενη ότι αυτό θα γινόταν αντιληπτό και από την ίδια, η οποία ήταν παρούσα κατά τον χρόνο επίσκεψης του παιδιού.
Όμως, δύο μήνες μετά την συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων και πριν ακόμη δημοσιευτεί η απόφαση αυτή, στην προαναφερόμενη μήνυση των παππούδων της πατρικής γραμμής, άλλαξε η επιχειρηματολογία τους περί αναλήθειας των καταγγελομένων σε βάρος του παππού και για πρώτη φορά αναφέρεται ότι η γιαγιά δεν βρισκόταν τελικά στο σπίτι κατά την επίσκεψη του παιδιού, ούτε όμως και το τελευταίο, αφού το πήρε μαζί της και πήγε για καφέ με τις φίλες της. ..., ακόμη και αν τελικά το περιστατικό που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες, περί απουσίας του παιδιού από την οικία του παππού του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έλαβε πράγματι χώρα, οπότε ήταν σχεδόν αδύνατο να κακοποιηθεί το παιδί από τον παππού του, η εναγομένη, το έμαθε για πρώτη φορά, αρκετούς μήνες μετά την κατάθεση του σημειώματός της στη δίκη των ασφαλιστικών, όταν την 14-7-08 το κατέθεσε σε προανακριτική διαδικασία που διενεργούταν σε βάρος της, ο σύζυγος της.
Μέχρι δε να πληροφορηθεί το περιστατικό αυτό, περί εξόδου της κόρης της με την γιαγιά της σε καφετέρια, κατά τον κρίσιμο χρόνο της φερόμενης κακοποίησής της, όφειλε όχι μόνο να λαμβάνει σοβαρά τα όσα της διηγήθηκε το πεντάχρονο παιδί της, αλλά κυρίως είχε υποχρέωση, ως μητέρα να προασπίσει τα δικαιώματά του και κυρίως να προστατεύσει την σωματική και ψυχική του ακεραιότητα από ενδεχόμενη νέα σεξουαλική κακοποίηση σε βάρος του, μέχρι δε να διαλευκανθεί το καταγγελόμενο από το παιδί περιστατικό και να απαγορεύσει οποιαδήποτε επικοινωνία του παιδιού με τον φερόμενο δράστη της καταγγελόμενης πράξης και τούτο, πράττοντας με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού και μόνο.
Κατόπιν τούτων, η συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης δεν αποδείχθηκε ότι στοιχειοθετεί τις πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, της συκοφαντικής δυσφήμισης του ενάγοντα, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και τα όσα κατέθεσε ο δεύτερος εναγόμενος δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή, ούτε βέβαια ότι γνώριζε ο ίδιος κάτι σχετικά με την αναλήθειά τους, εν τούτοις όμως κατέθεσε ψέματα, όπως διατείνεται με την αγωγή του ο ενάγων.
Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι όλα όσα διηγήθηκε η ανήλικη τόσο στην εναγομένη μητέρα της, όσο και στους ψυχιάτρους που την εξέτασαν, αλλά και στην ανακρίτρια, και που συνεχίζει, παρά τα χρόνια που πέρασαν, να επαναλαμβάνει συνεχώς, χωρίς κενά ή αντιφάσεις, αποτελούσαν προϊόν της φαντασίας της και δεν συνέβησαν ποτέ και καθόλου, ούτε συνέβη οποιαδήποτε ασελγής πράξη σε βάρος της, για την οποία άλλωστε όπως προαναφέρθηκε έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντα λόγω παραγραφής, με το ...
βούλευμα, αφού κατά την εκδοχή του ενάγοντα η εγγονή του δεν έμεινε καθόλου μαζί του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κακοποίησης, η πρώτη ενάγουσα δεν τέλεσε ούτε την πράξη της απλής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος. Τούτο διότι, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αναφέρθηκε στο περιστατικό κακοποίησης της κόρης της, στο σημείωμα που κατέθεσε κατά την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της και συγκεκριμένα, έπραξε με σκοπό να προασπίσει την ψυχική αλλά και την σωματική υγεία του παιδιού της, κατά το γονεϊκό της καθήκον.
Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή που ήθελε θεωρηθεί πως ότι υποστηρίζει το παιδί είναι ψευδές, η εναγομένη μητέρα του, ούτε γνώριζε ούτε μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε αμέλεια στην εξακρίβωση της•αναλήθειας των καταγγελομένων από το παιδί της, ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ.
Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια για να διαπιστώσει αν πράγματι το παιδί της κακοποιήθηκε σεξουαλικά, επιδεικνύοντας μάλιστα ψυχραιμία στην είδηση αυτή, αφού προτίμησε να μην ακολουθηθεί η ποινική διαδικασία σε βάρος του ενάγοντος, προκειμένου να μην τραυματιστεί ψυχικά το παιδί της από την δημοσιότητα, πράγμα όμως το οποίο δεν επετεύχθη, αφού ο ενάγων, στο μεταξύ, επιδόθηκε σε μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα εναντίον της αναφορικά με το συμβάν, με αποτέλεσμα την συνεχή και μακροχρόνια, ψυχική ταλαιπωρία του παιδιού.
Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, η ένσταση των εναγομένων που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ περί άρσης του αδίκου της σχετικής πράξης της δυσφήμησης, είναι ουσιαστικά βάσιμη. ... όλα τα παραπάνω περιστατικά, που επικαλέστηκε η εναγομένη στο σημείωμά της ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου κατά τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, δεν αποσκοπούσαν σε προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, αλλά αναφέρθηκαν με σκοπό να αξιολογηθούν από το δικαστήριο και να εξεταστούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα προς υπεράσπισή της επί της εναντίον της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ώστε ούτε η εναγομένη ούτε κυρίως το ανήλικο παιδί της, το οποίο και αφορούσε τελικά η δίκη, να στερηθεί των δικαιωμάτων του. ...
δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα, σκοπός εξύβρισης του ενάγοντα, δηλαδή σκοπός που να κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής του με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής του αξίας, αφού τα αναφερόμενα στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων από τους εναγόμενους ήταν αντικειμενικά αναγκαία για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης τους, επιπλέον, δε, δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο της έκφρασης, ενώ ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης με την υποβολή των ισχυρισμών της στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, ήταν αντικειμενικά αναγκαίος ως έκφραση της δυνατότητας προσφυγής των πολιτών στη δικαιοσύνη.
Συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στα ίδια καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έστω με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από το παρόν δικαστήριο δεν έσφαλε και γι'αυτό πρέπει η έφεση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως (4711/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), η οποία απέρριψε την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 25345/2008 αγωγή του κατ' ουσίαν.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, την, προς απόδειξη της εναντίον των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσας ως άνω αγωγής του, νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα, υπ' αριθμ. 448/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απερρίφθησαν οι ασκηθείσες αναιρέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 2930/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που έκρινε ενόχους τους τελευταίους για την τέλεση εις βάρος του των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, στις οποίες, μεταξύ άλλων, θεμελιώνεται η εκ μέρους του προβαλλομένη αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και παρά τη γενική έκφραση αυτής ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, με ενδεικτική απαρίθμηση, μεταξύ άλλων, και της υπ' αριθμ. 2930/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, επί της οποίας, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους των ως άνω καταδικασθέντων, εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 448/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω απόφαση.
Και ναι μεν το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της ποινικής αποφάσεως και μπορούσε να καταλήξει, όπως και κατέληξε, σε αντίθετο με την τελευταία ποινική απόφαση πόρισμα, έπρεπε όμως, ενόψει της σοβαρότητος του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το μνημονεύσει και να το αντικρούσει, πλην όμως, παρέλειψε.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Μετά ταύτα η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν, ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτού, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του δεκτού γενομένου λόγου αναιρέσεως καθιστά άνευ αντικειμένου την έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά του έξοδα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1339/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει, την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, ως άνω Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ