Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
926/2019 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against insurance compensation award, rejecting argument that court ignored specific evidence.

Geschäftsnummer 926/2019
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding an insurance compensation claim. The appellant argued the lower court failed to consider specific admissions and documents, but the court ruled these constituted evidence rather than independent facts requiring separate consideration. Consequently, the court found no ground for overturning the decision and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 339, 352, 559, 176, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that allegations regarding the consideration of specific evidence or documents do not constitute independent facts under Article 559(8)(b) and thus cannot serve as grounds for appeal if the lower court explicitly states it evaluated all submitted evidence.

Schlagwörter

KI-generiert
insurance compensation claim appeal against final judgment consideration of evidence independent facts requirement legal costs allocation admissions as evidence court of appeal decision betrügerische Begründung des Versicherungsanspruches

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 352 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
General Court of Appeal 8/2016
General Court of Appeal 23/2008
General Court of Appeal 2/2008
Court of Appeal 961/2017
Court of Appeal 204/2017
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 926 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 926/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Σ. του Δ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λάμπρου Κιτσαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...)", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση, που ανακάλεσε την από 30/11/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1512/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 557/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω ήδη αναιρεσείουσα με την από 26/5/2010 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1345/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 557/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι 6980/2014 μη οριστική και 652/2016 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/6/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 17-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 652/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 1512/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 26-4-2007 αγωγή περί καταβολής αποζημίωσης λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και με την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, απέρριψε την ως άνω αγωγή. Επί των εν λόγω εφέσεων των διαδίκων είχε προηγουμένως εκδοθεί η υπ' αριθ. 557/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1345/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, μετά την άσκηση της από 26-5-2010 αίτησης αναίρεσης από την και ήδη αναιρεσείουσα. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) (Ολομ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 36/2018, ΑΠ 1533/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ετερόρρυθμη εμπορική εταιρία αγόρασε στις 16-7-1994 και 20-7-1994 από την ….

και συγκεκριμένα από τις επιχειρήσεις....ποσότητες 109.962 και 4.020 (συνολικά 113.982) τεμαχίων διαφόρων ειδών ρουχισμού, αντί συνολικού τιμήματος 44.716.284 (34.06.584 + 10.654.700 αντίστοιχα) δραχμών, τα οποία (ενδύματα) και εισήγαγε στην Ελλάδα για να τα διαθέσει στην ελληνική αγορά. Στη συνέχεια και δυνάμει του από 1-12-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα πώλησε στην Α.

σύζ. Γ. Ψ. ποσότητα 87.322 τεμαχίων από τα ως άνω ενδύματα με το σύστημα της παρακαταθήκης, για το χρονικό διάστημα ενός έτους, ενώ με το ίδιο συμφωνητικό η αγοράστρια ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί, με δικές της δαπάνες και μέριμνα, στην ασφάλιση κατά παντός κινδύνου, συγκεκριμένα δε και κατά του κινδύνου διαρρήξεως και κλοπής γενικώς του ως άνω εμπορεύματος, σε αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία, επ' ονόματι και προς όφελος της πωλήτριας ενάγουσας και για όλο το χρονικό διάστημα της παρακαταθήκης, παραδίδοντας παράλληλα σ' αυτήν το σχετικό ασφαλιστήριο.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι, σε περίπτωση που η αγοράστρια δεν συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της αυτή, θα μπορεί η ενάγουσα να προβεί στην ασφάλιση των ενδυμάτων με δαπάνες της αγοράστριας. Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως, η ενάγουσα εξέδωσε τα υπ' αριθμ. 1 έως και 8/5-12-1995 δελτία αποστολής και παρέδωσε στην αγοράστρια τη συμφωνηθείσα ποσότητα ενδυμάτων, σε αποθήκη στην περιοχή ......Η αγοράστρια πράγματι, σε εκτέλεση της συμβατικής της υποχρέωσης, απευθύνθηκε με τις σχετικές ...501 και ...502/30-11-1995 αιτήσεις της προς την "..." και η τελευταία αρχικά απεδέχθη από την παραπάνω ημερομηνία την ασφάλιση των εμπορευμάτων.

Στη συνέχεια όμως και μετά από επανεξέταση του αντικειμένου της ασφάλισης από υπαλλήλους της, στις 13-12-1995, ο κίνδυνος κρίθηκε μη ασφαλίσιμος και έτσι η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, στις 15-12-1995, δήλωσε εγγράφως τόσο στην ενάγουσα, όσο και στην Α. Ψ. ότι δεν αποδέχεται γενικά την κάλυψη τόσο του περιεχομένου όσο και του κτιρίου, λόγω γενικότερων προβλημάτων, όπως της φύσης κινδύνου, της περιοχής κλπ...

Κατόπιν τούτου, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Α. Σ. κάνοντας χρήση του σχετικού ως άνω όρου του συμφωνητικού αγοραπωλησίας, προέβη ο ίδιος, μέσω του ασφαλιστικού πρακτορείου "... ΟΕ", στην ασφάλιση του εν λόγω εμπορεύματος, στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... S.A.", καθολική διάδοχος της οποίας, κατόπιν της από 27-10-2000 σύμβασης μεταβιβάσεως του χαρτοφυλακίου και του από 7-6-2001 πρωτοκόλλου παραλαβής-παράδοσης χαρτοφυλακίου, είναι η εναγομένη "...", η οποία πλέον μετονομάστηκε σε "..."...

Εκδόθηκε δε το υπ' αριθμ. …712-8 ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 21-12-1995 έως 21-6-1996, το οποίο περιελάμβανε κάλυψη κινδύνου από τρομοκρατικές ενέργειες, εκρήξεις, πλημμύρα, επέκταση πυρκαγιάς, συμπληρωματικούς κινδύνους, καθώς και κίνδυνο κλοπής, αντί του ασφαλιστικού ποσού των 225.000.000 δραχμών.

Στην περιγραφή του κινδύνου στο παραπάνω ασφαλιστήριο αναγράφεται ρητώς ότι πρόκειται για ασφάλιση "επί εμπορευμάτων αποθήκης, εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων ιδιοκτησίας της "... Ε.Ε" και ευρισκόμενων εν παρακαταθήκη εντός ισογείου οικοδομής, κατασκευής εκ μπετόν αρμέ, ταρατσοσκεπούς, χρησιμευούσης αποκλειστικώς δια τα ασφαλιζόμενα, κειμένη εις περιοχή ..., ελευθέρας πανταχόθεν", σύμφωνα με ειδικό όρο αυτού "η αποθήκη έχει σύστημα συναγερμού, το οποίο οφείλει να θέτει σε λειτουργία η ασφαλιζόμενη επί ποινή ακυρώσεως της καλύψεως κατά κινδύνου κλοπής, κατά τας ώρας μη λειτουργίας της", ενώ στις σημειώσεις του ασφαλιστηρίου αναγράφεται ότι "η αποθήκη έχει ρολά με κλειδαριές και πόρτες μασίφ σίδερο με ειδικούς σύρτες"...

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δελτίο συμβάντων της 10-1-1996 του Α.Τ. ..., στις 8-1-1996 και ώρα 15:15 η Α. Ψ. δήλωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 31-12-1995 και έως την ώρα 14.00 της 8-1-1996 διερρήχθη η ως άνω αποθήκη φύλαξης των εμπορευμάτων και εκλάπησαν 83.784 τεμάχια ενδυμάτων, συνολικής αξίας 223.862.300 δραχμών. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η κλοπή έγινε από άγνωστους δράστες, οι οποίοι παραβίασαν την πόρτα αχρηστεύοντας τον ομφαλό της κλειδαριάς και, αφού εισήλθαν στην αποθήκη, απασφάλισαν το συναγερμό και φόρτωσαν το εμπόρευμα σε φορτηγό αυτοκίνητο.

Για την κλοπή διενεργήθηκε προανάκριση από το ως άνω Αστυνομικό Τμήμα, ενώ η ενάγουσα στις 12-1-1996 ειδοποίησε τη δικαιοπάροχο της εναγομένης ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και ζήτησε την καταβολή ασφαλίσματος συνολικού ποσού 223.546.300 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην αξία 86.216 τεμαχίων ενδυμάτων. Σημειώνεται ότι κατά τον υπ' αριθμ. 31 παρ. 1 ειδικό όρο κάλυψης κινδύνων κλοπής του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου "Η ύπαρξις εκκρεμούς δικαστικής ανακρίσεως επί των αιτιών του ατυχήματος εξ ου υφίσταται απαίτησις, αναστέλλει πάσαν εκτέλεσιν των υποχρεώσεων της Εταιρίας μέχρις οριστικής αποπερατώσεως των ανακρίσεων και η περί καταβολής της αποζημιώσεως προθεσμία άρχεται μόνον από του πέρατος των ανακρίσεων ταύτης", ενώ κατά την παρ. 4 του ιδίου όρου "συνομολογείται ότι το δικαίωμα του ασφαλιζομένου προς απόληψιν αποζημιώσεως δυνάμει της παρούσας ασφαλιστικής συμβάσεως δεν γεννάται προ της τελεσιδίκου απαλλαγής του από της τυχόν εισαχθείσης κατ' αυτού ποινικής δίκης ήτις έχει σχέσιν με το ατύχημα εξ ού υφίσταται η απαίτησις".

Στην υπό κρίση περίπτωση κατά του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Α. Σ. και Α. Ψ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη περί τις ασφάλειες (άρθρο 388 ΠΚ) κατά συναυτουργία. Συγκεκριμένα στους προαναφερθέντες αποδόθηκε η κατηγορία ότι, προκειμένου να εισπράξουν το ασφάλισμα από την ασφάλιση των ενδυμάτων, τα απομάκρυναν από την αποθήκη όπου φυλάσσονταν με τη χρήση φορτηγών οχημάτων και τα μετέφεραν σε άγνωστη διεύθυνση, ενώ ανήγγειλαν ψευδώς στην ασφαλιστική εταιρεία ότι αυτά είχαν κλαπεί.

Σε πρώτο βαθμό οι παραπάνω κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας, με την 15178/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ, κατόπιν εφέσεων αυτών, εκδόθηκε η 6379/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία, η μεν Α. Ψ. κηρύχθηκε αθώα της παραπάνω πράξης, ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Α.

Σ. καταδικάστηκε γι' αυτήν σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, ανασταλείσα επί τριετία. Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του τελευταίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1568/21-7-2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία, αφενός αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου για το λόγο ότι έλαβε υπόψη απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, αφετέρου έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα κατά του Α.

Σ. ποινική δίωξη για απάτη περί τις ασφάλειες, λόγω του ότι από το χρόνο τελέσεως του αδικήματος αυτού (το διήμερο μεταξύ 31-12-1995 και 1-1-1996) μέχρι και την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως (18-5-2004), είχε πλέον παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας...Όμως, όσον αφορά το κρίσιμο στην υπό κρίση περίπτωση και αμφισβητούμενο ζήτημα της συντέλεσης της κλοπής των ως άνω εμπορευμάτων και συνακόλουθα της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την εκτίμηση του όλου ως άνω αποδεικτικού υλικού, στο οποίο περιλαμβάνονται και όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα η καταγγελθείσα κλοπή.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, σε συνεργασία με άγνωστα άτομα, το διήμερο μεταξύ 31-12-1995 και 1-1-1996, απομάκρυνε κρυφά τα εμπορεύματα από την αποθήκη της Α. Ψ., στη θέση "...", στον ..., όπου αυτά είχαν αποθηκευθεί, και τα μετέφερε σε άγνωστη διεύθυνση, στη συνέχεια δε ανήγγειλε στη δικαιοπάροχο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ότι αυτά είχαν κλαπεί και συνεπώς είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, επιδιώκοντας να εισπράξει το ύψους 225.000.000 δραχμών ασφάλισμα.

Το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εμφάνισε τεχνηέντως και δολίως ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, σκηνοθετώντας δήθεν κλοπή των εμπορευμάτων από την αποθήκη της Α. Ψ., η οποία στη συνέχεια κατήγγειλε την υποτιθέμενη κλοπή από άγνωστους δράστες στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα, έγιναν δεκτά με την υπ' αριθμ. 4/1997 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 171/1996 προσφυγή της Α.

Ψ. κατά της υπ' αριθμ. 72/1996 διάταξης του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί και τεθεί στο αρχείο ως εντελώς ψευδής η σχετική από 10-1-1996 έγκληση αυτής κατ' αγνώστων για το αδίκημα της κλοπής αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Όσον αφορά δε την αποδοθείσα στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Α.

Σ. κατηγορία για την πράξη της απάτης περί τις ασφάλειες, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν εκδόθηκε αθωωτική απόφαση, αλλά, μετά την αναίρεση της εκδοθείσας σε βάρος του υπ' αριθμ. 6379/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (λόγω του ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο), έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.

Ο μάρτυρας και πραγματογνώμονας της εναγομένης Ι. Δ., κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και την από 4-10-1996 προανακριτική κατάθεση του, αναφέρει ότι κατά την αυτοψία που ο ίδιος διενήργησε στις 16-1-1996 κατ' εντολή της ασφαλιστικής εταιρείας, δεν διαπίστωσε ίχνη παραβίασης στη θύρα της αποθήκης, είδε όμως ότι είχαν κοπεί τα καλώδια του συναγερμού, ενώ οι πάγκοι και τα ράφια της αποθήκης ήταν γεμάτα σκόνη, που δεν θα υπήρχε αν είχαν εναποτεθεί πάνω σ' αυτά ενδύματα προς πώληση σε υποψήφιους αγοραστές.

Πριν από τον Ι. Δ. είχε διενεργηθεί αυτοψία από όργανα του Α.Τ. ..., κατά τα οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική από 8-1-1996 έκθεση, διαπιστώθηκε ότι ο ομφαλός της κλειδαριάς της πόρτας είχε καταστραφεί και στο εσωτερικό του υπήρχε μεταλλικό αντικείμενο που εμπόδιζε την είσοδο κλειδιού (βλάβη που προφανώς αποκαταστάθηκε μεταγενέστερα και γι' αυτό δεν έγινε αντιληπτή από τον ως άνω πραγματογνώμονα), τα καλώδια του συναγερμού ήταν κομμένα, ενώ κοντά στην είσοδο υπήρχαν ίχνη από ρόδες φορτηγού αυτοκινήτου.

Από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι η καταστροφή των καλωδίων του συναγερμού και του ομφαλού της κλειδαριάς έγινε τεχνηέντως, προκειμένου να δημιουργείται η εντύπωση της διάρρηξης της αποθήκης και να καθίσταται αληθοφανής η καταγγελθείσα κλοπή.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μεταφορέα Π. Μ. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, που περιέχεται στην (ήδη αναιρεθείσα) υπ' αριθ. 6379/2003 απόφαση αυτού, για την μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη της Α. Ψ., στον ..., χρησιμοποιήθηκε το δικό του φορτηγό, καθώς και άλλα πέντε φορτηγά, που σημαίνει ότι για την κλοπή των ίδιων εμπορευμάτων θα απαιτείτο κινητοποίηση ανάλογου αριθμού φορτηγών, που θα στάθμευαν έξω από την αποθήκη για αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να γίνει η φόρτωση των εμπορευμάτων, κάτι που προφανώς θα είχε γίνει αντιληπτό από περιοίκους.

Με βάση τα παραπάνω, και ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε κλοπή των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή εμπορευμάτων, έπρεπε αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, που τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανιστεί, αφού γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 16-1-2009 έφεση της εναγομένης και απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 20-8-2008 έφεση της ενάγουσας.

Στη συνέχεια πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικασθεί στην ουσία της...να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 189 επ.

του Εμπορικού Νόμου για την ασφαλιστική σύμβαση ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συντέλεσης της κλοπής των ασφαλισμένων εμπορευμάτων (ενδυμάτων) από την αποθήκη της Α.

Ψ. στη θέση "..." στoν ..., όπου αυτά ήσαν αποθηκευμένα και ως εκ τούτου της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την καταβολή της αναφερόμενης αποζημίωσης με βάση τις εν λόγω διατάξεις, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το ότι δεν επήλθε ο ασφαλισμένος κίνδυνος (κλοπή) και συνεπώς και η ασφαλιστική περίπτωση.

Εξάλλου, ως προς την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας Α. Σ. με άγνωστα άτομα απομάκρυναν τα ασφαλισμένα εμπορεύματα από την ως άνω αποθήκη είναι σαφές ότι έγινε ως εκ περισσού, ενόψει του ως άνω αντικειμένου της παρούσας δίκης που περιορίζεται στη διαπίστωση της συντέλεσης ή όχι της κλοπής αυτών και της επέλευσης ως εκ τούτου ή όχι του ασφαλιστικού κινδύνου και σε κάθε περίπτωση δεν περιλαμβάνει την έρευνα του ζητήματος των προσώπων που ενεπλάκησαν στην απομάκρυνση των εμπορευμάτων από την αποθήκη.

Επομένως, το ζήτημα αυτό και οι σχετικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ετέθησαν πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, προκειμένου να καταστεί σαφές και περισσότερο εμφανές το πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα. Με τα δεδομένα αυτά οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί αντιφατικών, αορίστων και ασαφών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό του καθορισμού των προσώπων που προέβησαν στην απομάκρυνση των εμπορευμάτων από την αποθήκη είναι αβάσιμες, αφού αναφέρονται σε πλεοναστικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος που κρίθηκε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα πιο πάνω αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, παρά την ύπαρξη αποδείξεων που αποδεικνύουν το αντίθετο και ειδικότερα ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας δεν απομάκρυνε κρυφίως τα ενδύματα από το χώρο αποθήκευσής τους και ότι ακολούθως εμφάνισε τεχνηέντως και δολίως ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση. 'Οπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι κατά τα ως άνω η σχετική κρίση ως προς το εν λόγω ζήτημα είναι πλεοναστική, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό είναι αβάσιμος ο πιο πάνω (δεύτερος) λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διατύπωση αυτή της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι το σκέλος αυτό του λόγου αναίρεσης καταλαμβάνει την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο εκτίμησε αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο είτε γενικώς είτε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Μη επιτρεπόμενο δε αποδεικτικό μέσο είναι αφ' ενός μεν εκείνο που δεν προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 339 ή και σε άλλες ειδικότερες διατάξεις και αφ' ετέρου και εκείνο το οποίο δεν προβλέπεται για τη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. λ.χ. άρθρ. 393, 394, 597), όπως επίσης και το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβλέπεται μεν από κάποια διάταξη, πλην όμως δεν τηρήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη υπόψη αυτού από το δικαστήριο (ΑΠ 1911/2017, ΑΠ 314/2016, ΑΠ 133/2014, ΑΠ 1416/2007).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο στήριξε την ως άνω κρίση του κυρίως στην υπ' αριθ. 4/1997 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Α. Ψ. κατά της υπ' αριθ. 72/1996 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η από 10-1-1996 έγκληση αυτής κατ' αγνώστων για το αδίκημα της κλοπής αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Πλην όμως οι διατάξεις αυτές δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, αφ' ενός μεν γιατί είναι παντελώς αόριστες και αναιτιολόγητες και αφ' ετέρου γιατί είναι άκυρες και άνευ εννόμου ισχύος. Τούτο δε διότι, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης κατά της Α. Ψ. για τα αδικήματα της απάτης περί τις ασφάλειες και της ψευδούς καταμήνυσης και της αθώωσής της στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 6397/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, κρίθηκε εμμέσως ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η πιο πάνω έγκληση αυτής και έτσι "απεδομήθη η βάση του σκεπτικού" των ως άνω διατάξεων.

Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αναίρεσης προβάλει την αιτίαση ότι οι ως άνω αναφερόμενες εισαγγελικές διατάξεις κατά το υπόλοιπο μέρος τους περί δήθεν συναυτουργίας του Α. Σ. στην απομάκρυνση των εμπορευμάτων από την αποθήκη της Α. Ψ. ανεπιτρέπτως λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, καθόσον αυτές είναι άκυρες και άνευ εννόμου επιρροής, αποτελούν δε μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου απαραδέκτως χρησιμοποιήθηκαν από την αναιρεσίβλητη προκειμένου να θεμελιώσουν τους σχετικούς ισχυρισμούς της.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι ως άνω εισαγγελικές διατάξεις είναι άκυρες, εκτός από τους πιο πάνω λόγους, και γιατί, εφόσον δεν εκδόθηκε τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εναντίον του για το ως άνω αδίκημα, εξακολουθεί να ισχύει το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι λόγω της παραγραφής της ως άνω πράξεως στερήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματός του να υποστηρίξει την αθωότητά του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του που αφορά στις ως άνω εισαγγελικές διατάξεις ως προς την Α. Ψ. είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι η μεταγενέστερη αθώωσή της από την ασκηθείσα σε βάρος της ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης περί τις ασφάλειες, δεν αποτελεί λόγο που να καθιστά τις εν λόγω διατάξεις παράνομο ή μη προβλεπόμενο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω στην παρούσα δίκη, μεταξύ αφ' ενός της αναιρεσείουσας ασφαλισμένης και πωλήτριας με παρακαταθήκη των ασφαλισμένων εμπορευμάτων προς την ως άνω Α.

Ψ. και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας αφ' ετέρου και ως εκ τούτου δεν παραβιάστηκε από το Εφετείο κάποιος δικονομικός κανόνας της απόδειξης. Με τα δεδομένα αυτά ορθά οι εν λόγω εισαγγελικές διατάξεις συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά την από το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επιπλέον, οι εν λόγω εισαγγελικές διατάξεις ορθά συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο και κατά το μέρος που αφορούν στον Α. Σ., χωρίς να παραβιάζεται το καθιερούμενο από τις ως άνω διατάξεις τεκμήριο αθωότητάς του και να δημιουργούνται αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την παύση οριστικά της σχετικής εναντίον του ποινικής δίωξης κατά τρόπο αντίθετο προς τις ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι η εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων έγινε κατά το σκέλος αυτών που αφορά το ως άνω αντικείμενο της παρούσας δίκης, το οποίο περιορίζεται στη διαπίστωση της συντέλεσης ή όχι της κλοπής των εμπορευμάτων αυτών και της επέλευσης ως εκ τούτου ή όχι του ασφαλιστικού κινδύνου και σε κάθε περίπτωση δεν περιλαμβάνει την έρευνα του ζητήματος των προσώπων που ενεπλάκησαν στην απομάκρυνση των εμπορευμάτων από την αποθήκη.

Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι οι σχετικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν στον Α. Σ. ετέθησαν πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς και τη θεμελίωση του διατακτικού, προκειμένου να καταστεί σαφές και περισσότερο εμφανές το πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα περί μη συντέλεσης της κλοπής.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητάς του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιον του (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 1532/2012, ΑΠ 1431/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή της εκτιθέμενων, η από το άρθρο 559 αριθ. 12 αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ως άνω κρίσης της τις πιο πάνω δύο εισαγγελικές διατάξεις, οι οποίες δεν αποτελούν δημόσια έγγραφα και μάλιστα αποδεικτικό στοιχείο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, αφού από τη βεβαίωση που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής (απόφασης), προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε όλα τα ως άνω έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τις προαναφερόμενες εισαγγελικές διατάξεις, χωρίς να θεωρήσει ότι αυτές αποτελούν στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρη απόδειξη και χωρίς να προσδώσει σ' αυτές αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, δηλαδή των διατάξεων του ΚΠολΔ περί απόδειξης, αλλά προέβη κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου των επίμαχων εισαγγελικών διατάξεων κατά την κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

VΙ. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της ως άνω κρίσης του έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις πιο πάνω δύο εισαγγελικές διατάξεις κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 339 και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον αυτές δεν συνιστούν έγγραφα και δεν εμπίπτουν στην έννοια των δικαστικών τεκμηρίων. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, αφού οι δικαστικές αποφάσεις και για την ταυτότητα του λόγου και οι εισαγγελικές διατάξεις ως προς τις αιτιολογίες τους ναι μεν δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη, πλην όμως σε κάθε περίπτωση αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ και συνεκτιμώνται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ (ΑΠ 1669/2008, ΑΠ 432/1985).

VΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης.

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (Ολομ. ΑΠ 22/2005, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 1915/2013, ΑΠ 625/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς της με τους οποίους είχε επικαλεστεί τις έμμεσες πλην σαφείς ομολογίες της ασφαλιστικής εταιρείας "..." με την οποία είχε συνάψει τη σύμβαση ασφάλισης και που συνιστούν εξώδικη και δικαστική ομολογία αυτής στα πλαίσια της ποινικής δίκης, λαμβανομένων υπόψη και των αναφερομένων εγγράφων, για το ότι "οι εναντίον του Α.

Σ. και της Α. Ψ. εξυφανθείσες κατηγορίες ήσαν προϊόν προειλημμένων αποφάσεων της εταιρείας αυτής να μην καταβληθεί η αποζημίωση και εμεθοδεύθη κατά τρόπο έκνομο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον τα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτόν αφορούν στην επίκληση του ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου της ομολογίας εκ μέρους της παραπάνω εταιρείας και του περιεχομένου της (άρθρ. 339, 352 ΚΠολΔ) και γενικότερα ανάγονται στο περιεχόμενο των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός έχει την έννοια της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ' του ΚΠολΔ, και πάλι είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο αναφέρει ότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τούτο δε, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις και όλα τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα στο λόγο αυτό έγγραφα. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-6-2016 αίτηση της αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 652/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ