Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
924/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding service of process and admissibility of appeal arguments.

Geschäftsnummer 924/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment, ordering them to pay the respondent's legal costs. The appellants argued that the First Instance Court erred in applying substantive law regarding limitation periods and unjust enrichment, while the respondent contended the appeal was procedurally flawed. The court rejected these arguments because the appeal was inadmissible under the Code of Civil Procedure, as it did not cite a valid ground for appeal against a judgment rendered on an appeal itself.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 560(1) and 559(13) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rendered on an appeal is inadmissible if it does not cite a ground for appeal corresponding to Article 559(13), such as erroneous application of law regarding the burden of proof.

Schlagwörter

KI-generiert
admissibility of appeal Code of Civil Procedure erroneous application of law burden of proof judgment on appeal legal costs procedural defect

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 937(1) of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 338 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 924 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 924/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ των αναιρεσειόντων-καλούντων: .... (120 άτομα). Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Νομικού Πρόσωπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ-ΕΑΣ» που νόμιμα εκπροσωπείται υπό του «Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών –ΟΑΣΑ» -ΝΠΙΔ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1171/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 847/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2002 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1372/03 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 12 Μαϊου 2005 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 31 Ιανουαρίου 2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Σαραντινού, σύμφωνα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης της 847/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 , 2, 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου αν δεν εμφανισθούν ορισμένοι από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν οι απολειπόμενοι κλήτευσαν όλους τους λοιπούς διαδίκους, ή αν οι τελευταίοι κλήτευσαν τους απολειπομένους. Αν δεν αποδεικνύεται τέτοια κλήτευση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες 6347 και 6348/13-10-2005 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 1/9/2002 αναιρέσεως και της από 12/5/2005 κλήσεως για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την αγνώστου διαμονής αναιρεσείουσα ... κατ΄ άρθρ. 134, 135 Κ.Πολ.Δ. ενώ συγχρόνως δημοσιεύθηκε περίληψη των κοινοποιηθέντων δικογράφων στις εκδιδόμενες στην Αθήνα ημερήσιες εφημερίδες ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ και ΕΣΤΙΑ (αριθμ. φύλλων 7461/14-10-2005 και 37309/15-10-2005). Επομένως αφού η αναιρεσείουσα αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και αυτή.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 656, 250 αρ. 6 και 17, 251, 253 Α.Κ., οι μισθοί υπερημερίας υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 Α.Κ., όπως και οι δεδουλευμένοι μισθοί. Η παραγραφή αυτή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο οι μισθολογικές απαιτήσεις έγιναν απαιτητές και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή τoυς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 Α. Κ. η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εκτός από τη γνώση της ζημίας απαιτείται για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής και η γνώση των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία μπορεί ο ζημιωθείς να εγείρει αγωγή κατά ορισμένου προσώπου, συνεπάγεται, επομένως, ότι η άγνοια νοείται μόνον στα πλαίσια της άγνοιας των πραγματικών περιστατικών και όχι της άγνοιας περί το δίκαιο. Τέλος, για να θεμελιωθεί απαίτηση με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του άρθρου 904 Α.Κ., η οποία από ουσιαστική και από δικονομική άποψη (ως αγωγή), έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα, θα πρέπει η περιουσιακή μετακίνηση προς τον λαβόντα να επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή αιτία που να έχει ως πηγή τη σύμβαση ή το νόμο.

Συνεπώς, η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία ο πλουτισμός επήλθε από διάταξη νόμου ή έγκυρη σύμβαση παρά μόνον αν υπάρχει διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναζήτησή του. Στην περίπτωση της παραγραφής της αξίωσης, η ωφέλεια αυτή για τον υπόχρεο είναι δικαιολογημένη, διότι στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 272 παρ. 1 Α.Κ.), η διάταξη δηλαδή για την παραγραφή συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή μετά από εξαφάνιση της 1171/2000 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Αθηνών), η οποία έχει εκδοθεί ερήμην της αναιρεσίβλητης και με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 3/2/2000 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κύρια, από τη σύμβαση εργασίας βάση της και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει σ΄ αυτούς τα αναφερόμενα ποσά ως μισθούς υπερημερίας.

Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες, προσελήφθησαν και εργάσθηκαν στην εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (ΕΑΣ) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τις αναφερόμενες ειδικότητες, μέχρι τις 25/8/1992, όταν η εναγομένη κατήγγειλε τις εργασιακές τους συμβάσεις, χωρίς να τους καταβάλει τις αποδοχές του Αυγούστου 1992.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο ερευνώντας την παραδεκτώς προταθείσα κατ΄ άρθρ. 528 Κ.Πολ.Δ., από την ερήμην στον πρώτο βαθμό δικασθείσα εναγομένη, ένσταση παραγραφής του άρθρ. 250 παρ. 6 Α.Κ., δέχθηκε ότι με την αγωγή ζητούνται μη καταβληθείσες αποδοχές υπερημερίας που αφορούν το διάστημα του μηνός Αυγούστου 1992.

Ενόψει όμως του ότι η αγωγή ασκήθηκε στις 29-3-2000 (υπ΄ αριθ. 5217Β/29-3-00 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), οι αξιώσεις των εναγόντων από τις διατάξεις περί συμβάσεως εργασίας έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή. Αλλά και στην περίπτωση που η εκτεθείσα στην αγωγή συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά αδικοπραξία, κατά την άσκηση της αγωγής, είχε παρέλθει η προβλεπόμενη στο άρθρο 937 Α.Κ.

πενταετία. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση του δικαιώματός τους προς αποζημίωση στις 29-11-1996, οπότε δημοσιεύθηκε η αρ. 1398/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία δικαιώθηκαν για την ίδια αιτία άλλοι συνάδελφοί τους, οι οποίοι τους κατέστησαν κοινωνούς των δικαιωμάτων τους. ΄Όμως σημασία έχει για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, η γνώση των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία μπορεί ο ζημιωθείς να εγείρει αγωγή κατά ορισμένου προσώπου και όχι η γνώση για την επιτυχή έκβαση σχετικής δίκης ή η γνώση για την ύπαρξη δικαιώματος που να στηρίζεται στο νόμο.

Οι ενάγοντες, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, είχαν λάβει γνώση της ζημίας τους, που αφορούσε μη καταβληθείσες αποδοχές, καθώς και του υπόχρεου προς αποζημίωση ήδη από το τέλος του Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 1992, διάστημα κατά το οποίο δεν πληρώθηκαν τις αποδοχές τους. Από τότε όμως μέχρι την άσκηση της αγωγής (29/3/2000) παρήλθε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής του 937 Α.Κ..

Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η τρίτη επικουρική βάση της αγωγής δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εφόσον ελλείπει η προϋπόθεση της έλλειψης της νόμιμης αιτίας και τούτο επειδή ζητείται για την περίπτωση που θεωρηθεί ότι έχει παραγραφεί η απαίτηση από την αδικοπραξία. Ανεξαρτήτως του ότι οι ενάγοντες εκθέτουν ότι δεν εργάστηκαν στο εναγόμενο, το οποίο δεν αποδέχθηκε την εργασία τους, συνεπώς δεν υπάρχει ωφέλεια του τελευταίου (πλουτισμός) από την παροχή εργασίας τους και, συνεπώς, ελλείπει και η προϋπόθεση της ύπαρξης πλουτισμού».

Όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασής του το Δικαστήριo απέρριψε την πρώτη και κύρια (από μισθούς υπερημερίας) βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, λόγω συμπλήρωσης της στο άρθρο 250 παρ, 6 Α.Κ. οριζόμενης πενταετούς, για τις σχετικές απαιτήσεις τους, παραγραφής, κατά παραδοχή της σχετικής νόμιμης, στην εν λόγω διάταξη στηριζόμενης, ένστασης της αναιρεσίβλητης που είχε ερημοδικήσει στον πρώτο βαθμό.

Η ένσταση αυτή αποδεικνυόταν από το ίδιο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, σε συνδυασμό με το ισχύον ημερολόγιο, αφού, κατά τα διαλαμβανόμενα στο πρώτο, οι ζητούμενοι μισθοί υπερημερίας των αναιρεσειόντων αφορούσαν το μήνα Αύγουστο του έτους 1992, η δε πενταετής προθεσμία παραγραφής των σχετικών απαιτήσεων των τελευταίων άρχισε κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 251 και 253 στη 1-1-1993 και συμπληρώθηκε στη 1-1-1999 (άρθρο 243 παρ. 3 Α.Κ.), δηλαδή πριν από την επίδοση της αγωγής, που έγινε στις 29-3-2000.

Περαιτέρω το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η εκτιθέμενη στην αγωγή συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας των αναιρεσειόντων που αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία που αυτοί προσηκόντων προσέφεραν και στην περίπτωση που συνιστά και αδικοπραξία, θα ήταν και πάλι απορριπτέα λόγω παραγραφής και των από την αδικοπραξία αξιώσεων προς αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 1 Α.Κ.

ενόψει και του ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή τους, αυτοί (αναιρεσείοντες) έλαβαν γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου από το τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 1992. Τέλος, το ίδιο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της δεύτερης, επικουρικής, βάσης της αγωγής από την αδικοπραξία, απέρριψε και την τρίτη επικουρικότερη βάση της αγωγής, (από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), αφού αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά, και συνομολογείται από τους αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο, ασκήθηκε για την περίπτωση παραγραφής των αξιώσεων αυτών από την αδικοπραξία, ενόψει δε της απόρριψης, ως μη νόμιμης, της από τις αξιώσεις αυτές βάσης, δεν μπορούσε να γίνει λόγος για παραγραφή αυτών και, επομένως, για έλλειψη νόμιμης αιτίας πλουτισμού του αναιρεσείοντος.

Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ, 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή αυτό, με το να απορρίψει, λόγω παραγραφής, τη δεύτερη (από την αδικοπραξία) βάση της αγωγής, παραβίασε (εσφαλμένα δεν εφάρμοσε) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, κατά την ουσιαστική έρευνα της ένστασης παραγραφής ως προς τη βάση της αγωγής από την αδικοπραξία, εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, και, ειδικότερα;

τη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δεν περιέχει διάταξη αντίστοιχη προς εκείνη του αριθμού 13 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα και, συνεπώς, σύμφωνα με αυτό, η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά των αποφάσεων αυτών.

Τέλος, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά τον οποίο το παραπάνω Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 .Α.Κ, με το να δεχθεί την ένσταση παραγραφής του αναιρεσιβλήτου και ως προς την από την αδικοπραξία βάση της αγωγής, αποφαινόμενο, έτσι, ότι και ο από αδικοπραξία πλουτισμός είναι νόμιμος, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Σεπτεμβρίου 2002 αίτηση του .... κ.λ.π. για αναίρεση της 847/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ