Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on five-year statute of limitations for public entity loan installments.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Institution against the First Instance Court's judgment. The lower court ruled that the statute of limitations for loan installments is five years, starting from the date each installment became due, without requiring prior default notices. The Court upheld this decision, finding the first-instance judgment clear, logical, and consistent with the law regarding the absence of such notice requirements.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 17 of the Introductory Law to the Civil Code; The statute of limitations for public entity loan installments is five years, commencing from the date each installment becomes due, without the necessity of prior default notices.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 923 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 923/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ – ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)», που τυγχάνει περαιτέρω καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ». Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-Ε.Φ.Κ.Α.)», όπως μετονομάστηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)».
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Γ., κατοίκου … Ηλείας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.02.2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 05.08.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 383/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε το αναιρεσείον κατά της με αριθμό 206/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, που είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσίβλητου και είχε ακυρώσει την με αριθμό 964/2-3-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Διευθυντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν. και την με αριθμό …/4-1-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πύργου. Κατά της απόφασης αυτής βάλλει το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή και αναλύεται ειδικότερα κατωτέρω.
[II] Με το άρθρο 17 του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις, που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή τους για την παραγραφή διατάξεων, που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονταν για την παραγραφή, κατά κανόνα μεν, οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε, οι διατάξεις, που αφορούσαν το Δημόσιο, εφόσον επρόκειτο για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούσαν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΟλΑΠ 132/62, ΑΠ 307/62, ΑΠ 404/62, ΑΠ 26/60, σχετ. Ολ ΑΠ 73/58).
Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι «Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου».
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του ως άνω ΝΔ, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν, ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969 «Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς, χωρίς τούτο να μεταβληθεί, με τις διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» και δη με το άρθρο 86 αυτού.
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 ν. 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που: (α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).
Αντίθετη δε εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω Ν. 2362/1995, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010, κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια:
«1. [...].
2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου «Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές».
Εκδόθηκε, όμως, το ΝΔ 496/1974, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ. αυτού, ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 496/1974, περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ, ορίζει ότι: «παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη» ( παρ. 1 εδ. α’). «Χρέη προς το ν.π. α) [...], β) [...], (γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν» ( παρ.2 ).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ΝΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι «Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977 δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα (πλην των αναφερομένων στην παρ. 1) Ν.Π.Δ.Δ. Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι’ ούς ταύτα εξεδόθησαν».
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ’ αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα:
«Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεγεννημένων αξιώσεων.
Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι».
Από τις άνω, διαχρονικού δικαίου, διατάξεις, συνάγεται ότι για τις αξιώσεις, που γεννήθηκαν μετά την 01.01.1977, ως προς το χρόνο της παραγραφής, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το προηγούμενο καθεστώς, δηλαδή είτε οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, είτε τυχόν ειδικές διατάξεις.
Κατ’ εφαρμογή της, παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ΝΔ 494/1974, εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το ΠΔ 437/1977, το άρθρο μόνο, του οποίου ορίζει ότι: «εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η εξαίρεση είναι καθολική και, επομένως, καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω, διατάξεις του ΝΔ 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του ΠΔ 305/1985 (ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 1706/1983).
Τέλος, με το Ν. 4114/1960 κυρώθηκε ο κώδικας του Ταμείου Νομικών, το οποίο εποπτευόταν, αρχικώς, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 4114/1960) και, ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 7 του ΝΔ 1/1968, υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου μόνου του ΠΔ 437/1977, εξαιρέθηκε τούτο, ολοσχερώς, της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44 που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ΝΠΔΔ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις, για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές, περί παραγραφής, διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 663/2011).
Περαιτέρω, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο κατά την έννοια του δευτέρου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες, περιοδικές, εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία, η σύμβαση του δανείου λύεται και, επομένως, ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή, από τον οφειλέτη, ολοκλήρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας, από την καταγγελία. Το δάνειο, συνεπώς, είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων, κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε, ανεξόφλητο, κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή, προς απόδοση του δανείου, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 637/1997).
Εξάλλου, στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 84/2016).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 363/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
«| Κατόπιν του ισχυρού σεισμού που έπληξε την πόλη και την ευρύτερη περιοχή του Πύργου Ηλείας στις 26.03.1993, με την υπ’ αριθμ, 3674/29.7.1993 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ» αποφασίστηκε η χορήγηση δανείου στους σεισμοπαθείς άμισθους και έμμισθους ασφαλισμένους του, κατοίκους του Νομού Ηλείας.
Στις 2 Αυγούστου 1993 ο ανακόπτων, Κ. Τ. του Γ., δικηγόρος, κάτοικος … , συνήψε με το Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ», του οποίου το καθ’ού η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)» κατέστη καθολικός διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 25 του ν. 3655/2008, σύμβαση δανείου, ποσού 1.000.000 δρχ.
άλλως 2.934,70 ευρώ. Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 36,150 δραχμών η καθεμία άλλως 106,09 ευρώ, της πρώτης καταβλητέας την 01η.09.1994 και της τελευταίας (36ης) την 01η.08.1997, με συμβατικό επιτόκιο 18% και τελικό ποσό αποπληρωμής 3.819,24 ευρώ. Σύμφωνα με ρητό όρο, υπ’ αριθμόν 4, της δανειακής σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτείτο ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του.
Στις 02.01.2012 απεστάλη στον ανακόπτοντα από τον Διευθυντή του καθ’ ού, ως καθολικού διαδόχου του «Ταμείου Νομικών», το υπ’ αριθμ, πρωτ. .../16.11.2011 έγγραφό του, με το οποίο ζητήθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο χρέος του δανείου του, ποσού 3.182,70 ευρώ μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. 964/02.3.2012 απόφαση καταλογισμού ο Διευθυντής Οικονομικού του Τ.Α.Ν. καταλόγισε στον ανακόπτοντα οφειλή συνολικού ποσού 10.147,70 ευρώ και ειδικότερα για κεφάλαιο του δανείου το ποσό των 3.182,70 ευρώ και για τόκους το ποσό των 6.964,59 ευρώ και εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 40/4.1.2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πύργου και εστάλη στον ανακόπτοντα η υπ’ αριθμ. …/8.1.2013 ατομική ειδοποίηση χρεών.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι αξιώσεις του «Ταμείου Νομικών» για καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, ενόψει του ότι η σύμβαση αυτή ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο εκάστη εξ αυτών σε πενταετή παραγραφή, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ.
Και τούτο διότι με το π.δ. 437/1977, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ.2 του ν.δ. 496/1974, εξαιρέθηκαν της εφαρμογής του ν.δ. 496/1974, το οποίο στη διάταξη του άρθρου 44 όριζε την παραγραφή υπέρ και κατά των νομικών προσώπων σε μια πενταετία, εκτός των απαιτήσεων από σύμβαση, των οποίων η παραγραφή ορίστηκε εικοσαετής, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που υπάγονταν στο Υπουργείο Κοινωνικής Ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και το «Ταμείο Νομικών», το οποίο υπήχθη στην εποπτεία του με το άρθρο 36 παρ.7 του ν.δ. 1/1968.
Ενόψει δε του ότι στο καταστατικό του «Ταμείου Νομικών», που κυρώθηκε με το ν. 4114/1960, δεν περιλαμβάνονται διατάξεις που να ρυθμίζουν ειδικώς το θέμα της παραγραφής, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 137 παρ.1 εδ.δ’ του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α/58/3.4.2008), που θεσπίζει για τις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης πενταετή παραγραφή από τη λήξη του έτους εντός του οποίου η απαίτηση βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη, δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι οι επίδικες αξιώσεις του καθού για την καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ως καθολικού διαδόχου του «Ταμείου Νομικών», είχαν ήδη προ της εφαρμογής του ανωτέρω νόμου παραγραφεί, ενόψει του ότι, ελλείψει καταγγελίας της δανειακής συμβάσεως, εκάστη απαίτηση για καθεμία δόση δανείου παραγράφετο αυτοτελώς.
Ειδικότερα οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 106,09 ευρώ εκάστη, που έπρεπε να καταβληθούν, η έβδομη (7η), δεδομένου ότι είχαν καταβληθεί έξι (6) δόσεις, την 01.03.1995 και η τελευταία την 01.08.1997, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, που συμπληρώθηκε για την έβδομη την 01.01.2001 και για την τελευταία (τριακοστή έκτη) δόση την 01.01.2003 και συνεπώς όλες οι ενδιάμεσες είκοσι οκτώ (28) δόσεις παρεγράφησαν κατά το χρονικό διάστημα από την 01.01.2001 έως την 01.01.2003.
Επομένως, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3655/2008 (3.4.2008) όλες οι δόσεις του δανείου είχαν παραγραφεί και καμία δεν καταλαμβάνεται από το νόμο αυτό.
Συνεπώς, οι τέταρτος και πέμπτος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ’ ουσίαν. Με βάση τα όσα προεκτίθενται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού», σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1β παρ.2 και 25 αυτού, τύγχανε εφαρμογής πλην του Δημοσίου και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και ότι ως εκ τούτου η επίδικη δανειακή σύμβαση διέπεται από το νόμο αυτό καθόσον άμεσα συμβαλλόμενο σ' αυτήν ήταν φορέας κοινωνικής ασφάλισης, όπως ήταν το πρώην ΕΤΑΑ - ΤΑΝ και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), η δε εκκαλουμένη εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 86 παρ.3 του ν.2362/1995, κατά το οποίο η παραγραφή χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις που έχει καταρτίσει, καθώς και απαιτήσεις που αφορούν περιοδικές παροχές, είναι είκοσι έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτών των χρεών και απαιτήσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθώς το Ταμείο Νομικών και τέως ΕΤΑΝ-ΤΑΝ ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν.2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού» και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ 3 αυτού περί παραγραφής, έως το 2010, καθώς η διάταξη του άρθρου 1Β παρ.2 του ν. 2362/1995, στο οποίο αναφέρεται ότι στην έννοια της Γενικής Κυβέρνησης περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3871/2010 (ΦΕΚ/14.8.2010), ήτοι σε χρόνο κατά το οποίο είχε παρέλθει από το 2003 η προθεσμία παραγραφής των ανεξόφλητων τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επίδικου δανείου, η οποία ήταν πενταετής με βάση τη γενική διάταξη του ΑΚ, καθώς με το άρθρο μόνο του ΠΔ 437/1977 εξαιρέθηκε το «Ταμείο Νομικών», τέως ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, των διατάξεων του Ν.Δ.
«περί λογιστικού του Ν.Π.Δ.Δ.».
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη έκρινε ότι, επειδή δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως δανείου εκάστη τοκοχρεωλυτική δόση αυτού υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, καθώς κατά την δανειακή σύμβαση δεν απαιτείτο καταγγελία αυτής από το ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), ώστε να δικαιούται να αξιώσει ολόκληρο το ποσό του δανείου, το οποίο υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, καθώς από τον όρο υπ’ αριθμόν 3 παρ.2 της επίδικης δανειακής σύμβασης σαφώς προκύπτει ότι, μόνο σε περίπτωση που το δάνειο είχε καταγγελθεί λόγω καθυστέρησης καταβολής δύο ή περισσότερων ληξιπρόθεσμων δόσεων «Σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο ή περισσότερων δόσεων του δανείου το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου [...]» η αξίωση του εκκαλούντος προς εφάπαξ εξόφληση ολόκληρου του ποσού του δανείου μετά των τόκων θα υπόκειτο σε εικοσαετή παραγραφή|».
[IV] Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και κατ` αποδοχή της ανακοπής του αναιρεσίβλητου είχε ακυρώσει, λόγω παραγραφής της απαίτησης, την απόφαση καταλογισμού οφειλής και την ταμειακή βεβαίωση.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 86 παρ. 1 και 3 του ν. 2362/1995 έκρινε ότι το Ταμείο Νομικών δεν υπάγεται στις διατάξεις αυτές ενώ κατά το άρθρο 1Β αυτού ορίζεται ακριβώς το αντίθετο ότι δηλαδή το (τέως) Ταμείο Νομικών υπάγεται στις ρυθμιστικές διατάξεις του ως άνω νόμου, με συνέπεια οι αξιώσεις του Ταμείου κατά του αναιρεσίβλητου να υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή.
Όμως, έτσι, που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις του καθ’ ου η ανακοπή – αναιρεσείοντος, για τις, περιοδικές, τοκοχρεωλυτικές δόσεις του επίδικου δανείου που είχε λάβει ο ήδη αναιρεσίβλητος – ανακόπτων, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες σ’ αυτήν ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αυτή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ, για την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που έπρεπε να εφαρμοσθεί, στην προκείμενη υπόθεση και, την οποία ορθώς εφάρμοσε, αλλά ούτε και τις επικαλούμενες, από το αναιρεσείον διατάξεις των άρθρων 1Β και 86 του Ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού», οι οποίες δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν και, ορθώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν εφάρμοσε.
Επομένως, το ως άνω δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όπως του αποδίδει το αναιρεσείον, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο οποίος, συνακόλουθα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01.01.2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (07.08.2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων) αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 65/2020).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 (αντίστοιχο του 559 αρ. 19) με την αιτίαση ότι, αν και δέχεται ότι περιέχεται στους όρους της επίδικης σύμβασης ρύθμιση για δήλη ημέρα και ειδικότερα συμφωνία ότι ο δανειολήπτης θα χρεώνεται με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα της καθυστέρησης χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή εντούτοις αντιφάσκει δεχόμενη εντέλει ότι απαιτείται προηγούμενη δικαστική ή εξώδικη όχληση (καταγγελία) της σύμβασης για να κηρυχθούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οι δόσεις του εν λόγω δανείου.
Ωστόσο, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, εκτίθενται επαρκώς, με σαφήνεια, χωρίς ενδοιασμούς, αντιφάσεις, λογικά άλματα ή κενά, τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, εν προκειμένω, το δικαστήριο και με βάση τα οποία αυτό κατέληξε στο παραπάνω, σαφές πόρισμά του και συγκεκριμένα ότι, λόγω έλλειψης καταγγελίας του ενδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος δανειστή, η παραγραφή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που διατήρησαν, εντεύθεν, την αυθυπαρξία τους είναι πενταετής, με χρόνο έναρξης αυτής από τη λήξη του έτους εντός του οποίου, η κάθε μία, κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Εκτίθενται, επίσης, με σαφήνεια, ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης, η μη καταβολή τους (πλην των έξι που όπως δέχθηκε το δικαστήριο, καταβλήθηκαν) και τέλος ο χρόνος έναρξης και λήξης της ως άνω (πενταετούς) παραγραφής της κάθε μίας, από αυτές. Το συμπέρασμα δε αυτό στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ουδόλως αντιφάσκει με την παραδοχή ότι με όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε η χρέωση του δανειολήπτη με τόκους υπερημερίας από την ημέρα καθυστέρησης καταβολής κάθε ποσού, χωρίς προηγούμενη όχληση.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται, από το αναιρεσείον, στο δεύτερο αναιρετικό λόγο κρίνονται αβάσιμα και, εντεύθεν ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
[V] Κατ’ ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Σημειώνεται ότι, για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη δίκη, το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος Ταμείου δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013, ΑΠ 1382/2005, ΑΠ 1617/1999).
Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ’ άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β` του Ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05.08.2019 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-Ε.Φ.Κ.Α.)», για αναίρεση της με αριθμό 363/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου
αποχωρήσαντος από
την υπηρεσία, ο
αρχαιότερος της
σύνθεσης Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος του
Αρείου Πάγου