Supreme Court allows appeal against family law judgment for improper calculation of marital property increase.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeals filed by both spouses against the Athens Court of Appeal's decision regarding marital property participation. The lower court incorrectly calculated the increase in the wife's assets by failing to deduct her initial capital before determining the net growth. Consequently, the Court found the first and second grounds of appeal valid under Articles 340, 345, 346, 215, 221, and 1400 of the Civil Code.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 340, 345, 346, 215, 221 of the Civil Code; Article 1400 of the Civil Code: The increase in a spouse's assets for participation purposes is the difference between final and initial net assets, requiring the deduction of initial capital from the final total.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 923 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 923/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου: Χ1 ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργανά.
Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: Ψ1, πρώην συζ. Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κούρκουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3916/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 8928/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο μεν αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος με την από 8-6-2006 αίτησή του , η δε αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 14-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε τις από 12-9-2007 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και β). να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν ο καθένας να γίνει δεκτή η αναίρεσή του και να απορριφθεί η αναίρεση του αντιδίκου του, καθώς και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Αντικείμενο της κατ' άρθρο 1400 ΑΚ αξιώσεως συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου είναι η απόδοση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Ως περιουσιακή αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ήτοι το υπόλοιπο που τυχόν προκύπτει αν από την αξία της τελικής περιουσίας αφαιρεθεί η αξία της αρχικής, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215, 221 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα στον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής και ως τοιαύτη καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει έκτοτε το νόμιμο τόκο, ακόμη και αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων Χ1 με από 20-6-2002 αγωγή του ζητεί να καταδικασθεί η εναγομένη Ψ1 να του καταβάλει χρηματικό ποσό λόγω της συμμετοχής του στην αύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους (συμμετοχή στα αποκτήματα). Σημειωτέον ότι στο δικόγραφό της αγωγής προσδιορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία της φερόμενης ως υπόχρεου εναγομένης κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου καθώς και η αξία τους και ναι μεν δεν γίνεται ειδικότερα λόγος περί αναγωγής της αξίας αυτής σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής εκτιμάται όμως ότι ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι τιμές αυτές δεν μεταβλήθηκαν.
Επομένως, η αγωγή κατά το στοιχείο τούτο είναι ορισμένη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η εναγομένη είχε κατά την τέλεση του γάμου της με τον ενάγοντα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητο, αυτοκίνητο, μετοχές) συνολικής αξίας 627.500 δραχμών και ότι κατά την διάρκεια του γάμου απέκτησε περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, ποδήλατο) συνολικής αξίας 90143.000 δραχμών.
Από το τελευταίο αυτό ποσό, που παριστά το ενεργητικό της περιουσίας της εναγομένης, αφαιρεί το παθητικό, ήτοι ποσό 3.215.408 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν το οφειλόμενο σε πιστωτικές ιδρύματος υπόλοιπο από δάνεια που είχε λάβει η διάδικος αυτή. Το υπόλοιπο δε των (90.143.000 - 3.215.408) των 86.927.592 δραχμών θεωρεί ως την κρίσιμη για τη διάγνωσή της διαφοράς αύξηση της περιουσίας της εναγομένης.
Τέλος, δεχόμενο ότι η συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση αυτή ανερχόταν στο 1/3 αυτής, έκρινε ότι αποδοτέο σε αυτόν, κατ' άρθρο 1400 ΑΚ, ποσό ήταν το ποσό των (86.927.592 *1/3) 28.975.864 δραχμών ή 85035,55 ευρώ. Με την κρίση του όμως αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.
Ι ΚΠολΔ. Διότι δεν υπολόγισε κατά νόμιμο τρόπο την αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, αφού δεν προέβη, όπως έπρεπε σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, σε αφαίρεση από την τελική περιουσία της εν λόγω διαδίκου της αρχικής περιουσίας αυτής. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της από 14/2/2006 αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης είναι βάσιμος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω αγωγή, ο ενάγων ζήτησε να καταδικασθεί η αντίδικός του να του καταβάλει νομίμους τόκους από την άσκηση προηγούμενης, στηριζόμενης στην αυτή ιστορική και νομική αιτία, αγωγής του, η οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω περί τοκοδοσίας αξίωση ήταν νόμιμη μόνον από την επίδοση της κρινόμενης από αυτό και όχι από την άσκηση της προηγηθείσας αγωγής και απέρριψε κατά ένα μέρος το σχετικό αγωγικό αίτημα. Με την κρίση του όμως αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της από 8/7/2006 αιτήσεως αναιρέσεως που ενάγοντος είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι α) την από 8/7/2006 αίτηση του Χ1 και β) την από 14/2/2006 αίτηση της Ψ1, κατά της 8928/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την 8928/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πρώτη από τις άνω αιτήσεις στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1300) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δεύτερη από τις άνω αιτήσεις στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ