Supreme Court dismisses appeal on forced expropriation compensation, ruling expropriation facts preclude unjust enrichment claims.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of a claim for unjust enrichment regarding expropriated property. The appellant argued that the expropriation process created unjust enrichment, but the court held that the lower court correctly determined the expropriation facts were already established as res judicata. Consequently, the court ruled that these established facts could not serve as a basis for a new unjust enrichment claim, leading to the dismissal of the appeal and the award of costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 9 para. 4, Art. 26 para. 12 of Law 2882/2001; The determination of compensation recipients in expropriation proceedings constitutes res judicata, precluding subsequent unjust enrichment claims based on the same facts.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 922 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 922/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2...., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη, 3. ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Κονσολάκη και 4...., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κατσίφα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4828/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6976/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του και τους με ιδιαίτερο, από 8 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των πρώτης, δεύτερης, και τρίτης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 του ν.2882/2001 που έχει εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση ως εκ του ότι η προκειμένη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου τούτου (άρθ.29 παρ.1) ορίζονται τα εξής: Μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κατά το άρθρο 7 του παρόντος νόμου, με βάση την τιμή που καθορίστηκε έπειτα από κλήτευση ή παράσταση των φερομένων ως ιδιοκτητών στα κτηματολογικά στοιχεία, κάθε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου οποιουδήποτε τρίτου, είτε αυτός έλαβε μέρος είτε όχι, ακόμη και αν δεν κλητεύθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, μετατρέπεται σε ενοχική αξίωση επί της αποζημίωσης που παρακατατέθηκε ή κατά εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση ή κατά του υπέρ ου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής...
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.12 του ίδιου νόμου ορίζεται: Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής, χωρίς αυτό να ασκεί επιρροή στη διαδικασία της απαλλοτρίωσης.
Εξάλλου, από το ρυθμιστικό της ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό άρθρο 904 ΑΚ συνάγεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος, ιδίως με αύξηση της περιουσίας του, από την περιουσία άλλου, με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας αυτού, χωρίς νόμιμη αιτία οφείλει να αποδώσει σ` αυτόν την ωφέλεια. Η έννοια της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ως στοιχείου της ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, αποκλείεται να συντρέχει, αν συντρέχει αναγνωριζόμενη από το νόμο ευθύνη, και τούτο στοιχειοθετεί την αρχή της επικουρικότητας της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ευθύνης, η οποία, έχει όχι δικονομικό αλλά ουσιαστικό χαρακτήρα.
Συνέπεια δε της αρχής αυτής είναι και το ότι αν σε αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού η αγωγική βάση περιλαμβάνει και γεγονότα θεμελιωτικά αναγνωριζόμενης από το νόμο ευθύνης , η εν λόγω αγωγή του (αδικαιολογήτου πλουτισμού) είναι μη νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφο της από 3 -7-2004 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων εξέθεσε σ'αυτή τα εξής :
Ότι µε το 5... συµβόλαιο του συµβολαιογράΦου Αθηνών Γεωργίου Φωτόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα κατέστη συγκύριος κατά ποσό 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου 1642,50 τ.µ. µετά των επικειµένων του, που βρίσκεται στην περιοχή ...επί της οδού .... Ότι οι εναγόµενοι µε βάση τα αναφερόµενα επίσης στο δικόγραφο της αγωγής συμβολαιογραφικά έγγραφα κατέστησαν συγκύριοι του ίδιου ακινήτου και ειδικότερα ο πρώτος εναγόµενος είχε αποκτήσει την ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου τούτου, η δεύτερη εναγοµένη την επικαρπία κατά το ίδιο ποσοστό και καθεµία δε από τις τρίτη και τέταρτη των εναγοµένων την συγκυριότητα κατά ποσοστό 3/1 6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. 'Οτι το ακίνητο αυτό, το οποίο όλοι οι συγκύριοι εκµεταλλεύονταν από κοινού εκµισθώνοντας τούτο σε τρίτους αλλά και στον ίδιο για την άσκηση προσωπικής (του ενάγοντος )επιχείρησης χυτηρίου και παραγωγής πρώτης ύλης ορείχαλκου αλουµινίου και ανοδίων πλοίων, µε την 1044960/4255/0010/27-5-2002 κοινή απόφαση των αρµοδίων Υπουργών απαλλοτριώθηκε ολόκληρο µαζί µε τα εντός αυτού µηχανήµατα και εξοπλισµό, που ανήκαν στην αποκλειστική του κυριότητα, υπέρ του Ιδρύµατος Μείζονος Ελληνισµού.
Ότι µε την 290/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιά καθορίστηκε οριστική τιµή µονάδας και για το παραπάνω ακίνητο τόσο για την εδαφική έκταση όσο και για τα κτίσµατα, τα λοιπά επικείµενα, καθώς και για έξοδα µετεγκατάστασης της επιχείρησής του, ενώ το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ι.Μ.Ε. κατάρτισε πίνακα παρακατάθεσης χρηµάτων µεταξύ άλλων και υπέρ όλων των διαδίκων.
Ότι µε κοινή αίτησή τους οι διάδικοι αναγνωρίστηκαν όλοι δικαιούχοι κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας τους της αποζηµίωσης που καθορίστηκε δικαστικά για την ιδιοκτησία τους και µε βάση την απόφαση περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζηµίωσης καταβλήθηκε στον καθένα από αυτούς η αναλογούσα αποζηµίωση.
Ότι οι εναγόµενοι από το συνολικό ποσό των 260.000 Ευρώ, που καθορίστηκε δικαστικά ως αποζηµίωση για τους εμπεπηγμένους στο έδαφος φούρνους τήξης -συντήρησης µετάλλων και έξοδα µετεγκατάστασης της ατοµικής του επιχείρησης (160.000και 100.000 ευρώ αντίστοιχα), εισέπραξαν υπαίτια παράνομα και αδικαιολόγητα κατά την αναλογία συνιδιοκτησίας τους σε ολόκληρο το ακίνητο το συνολικό ποσό των 195.000 Ευρώ, όπως αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρονται τα επιµέρους ποσά, µολονότι γνώριζαν ότι δεν είχαν κανένα δικαίωµα, καθόσον ο ίδιος ήταν ο πραγματικός και αποκλειστικός δικαιούχος της αποζημίωσης και των δύο αυτών κονδυλίων αφού σ'αυτόν ανήκε η επιχείρηση και αυτός ήταν και ο αποκλειστικός κύριος των συγκεκριµένων επικειµένων τα οποία και αποτελούσαν στοιχεία του εξοπλισμού της επιχείρησής του και ότι µε τον τρόπο αυτό οι εναγόµενοι έγιναν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας του κατά το παραπάνω ποσό χωρίς νόµιµη αιτία.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόµενοι να του καταβάλουν το ποσό των 195.000 Ευρώ κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισµού διατάξεις του Α.Κ. και ειδικότερα καθένας από τους δύο πρώτους εναγοµένους 97.500 Ευρώ, η τρίτη εναγοµένη 48750 Ευρώ και η τέταρτη εναγοµένη 48750 Ευρώ, µε το νόµιµο τόκο από την είσπραξη της αποζηµίωσης, αλλιώς από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή αυτή σύμφωνα και προς τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη είναι μη νόμιμη ως προς τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού διότι εκτίθενται σ'αυτή πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά αναγνωριζόμενης από το νόμο και συγκεκριμένα από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 9 παρ.4 και 26 παρ.12 του ν.2882/2001, ευθύνης για απόδοση της εισπραχθείσης από τους εναγομένους αποζημιώσεως στον ενάγοντα ο οποίος προβάλλει τα ως άνω ίδια και αποκλειστικά δικαιώματα σχετικά με την καθορισθείσα αποζημίωση για τους φούρνους τήξης και συντήρησης μετάλλων και για τα έξοδα μετεγκατάστασης της λειτουργούσης εντός του απαλλοτριωθέντος ακινήτου επιχειρήσεως, έναντι της οποίας ευθύνης η από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αξίωση τελεί σύμφωνα και προς τα εις τη μείζονα σκέψη εκτεθέντα σε ουσιαστική επικουρικότητα.
Το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως προς την ως άνω βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά οι εναγόμενοι με την είσπραξη (κατά τα ποσοστά της συγκυριότητάς τους στο ακίνητο) της αποζημίωσης που είχε καθορισθεί για τους φούρνους τήξης και συντήρησης και για έξοδα μετεγκατάστασης της επιχείρησης δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιώτεροι σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος καθόσον από νόμιμη αιτία εισέπραξαν αυτοί την εν λόγω αποζημίωση την οποία νόμιμη αιτία συνιστά το δεδικασμένο που πηγάζει από την με αριθ.150/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά όπως διορθώθηκε με την 762/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία όλοι οι διάδικοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγυριότητάς τους επί του όλου ακινήτου.
Με βάση τη παραδοχή αυτή απέρριψε στη συνέχεια την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία επίσης είχε απορρίψει την αγωγή κατά την εν λόγω βάση ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.12 του ν.2882/2001, 331 Κ.Πολ.Δ. και 904 Α.Κ. κατά τους βάσιμους από τους αριθ. 1 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αντίστοιχα λόγους της αναίρεσης, καθόσον η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου αποτελεί μεν δεδικασμένο για το ποιος είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης το δεδικασμένο όμως τούτο δεν συνιστά και νόμιμη αιτία πλουτισμού του αναγνωρισθέντος δικαιούχου που εισέπραξε την αποζημίωση σε βάρος του πραγματικού κυρίου του απαλλοτριωθέντος αφού τούτο δεν εκτείνεται και στο δικαίωμα της κυριότητας καθόσον το εν λόγω δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο καθ'ύλην να κρίνει για την κυριότητα κατά την ειδική αυτή διαδικασία, με δύναμη δεδικασμένου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εφόσον το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται κατά τα προεκτεθέντα εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό η αναίρεση πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., ν' απορριφθεί. Μετά από αυτά και όλοι οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν την απόρριψη της αγωγής κατά την βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που είναι διάφορα και δεν συνέχονται αναγκαίως με καθένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση με την αναίρεση προσβλήθηκε μόνο το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά την απόρριψη της αγωγής κατά την βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό , όλοι οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για το ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την αγωγή ως προς τη φερόμενη ως σωρρευόμενη κύρια βάση της από την ειδική ενοχική αξίωση του ενάγοντος από τις διατάξεις περί απαλλοτριώσεων ως αποκλειστικού κυρίου των άπαλλοτριωθέντων επικειμένων και ιδιοκτήτου της επιχείρησης σε συνδ .με τις διατάξεις των αδικοπραξιών ( άρθ 9 παρ. 4, 26 παρ.12 ν.2282/2001 και 914 Α.Κ.επ').
είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επίσης απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο σχετικός πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η από το Εφετείο γενόμενη, ως εκ περισσού, υπόδειξη ως προς την αγωγή που θα μπορούσε ο ενάγων ν' ασκήσει στη προκειμένη περίπτωση, καθόσον πρόκειται για απλή υπόδειξη και όχι για αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6976/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει για τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ και για κάθε μία από τις λοιπές αναιρεσίβλητες σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ