Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to death of a party and allows partial appeal regarding public entity liability.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the death of one plaintiff, ruling the proceedings terminated and requiring heirs to restart the case. Conversely, the court allowed the appeal against the second plaintiff's death, reinstating the trial with her heirs as parties. The court granted the appeal against the public entity's liability judgment, remanding the case for retrial while ordering the respondent to pay legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: The death of a party terminates the trial, requiring heirs to restart proceedings unless the opposing party consents to the continuation.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 921 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 921/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1) … και 26) …, εκ των οποίων δεν παραστάθηκαν οι με α/α αναίρεσης 2η, 9ος, 13η, 14η, 17η, 20η, 23η και 24η, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σουλτάνας Δημκώνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οίκος Ναύτου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Σίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 2116/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η απόφαση του 206/2017 Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-4-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., όπως τα άρθρα 286 και 287 ισχύουν από 1.1.2016 μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοούνται οι καθολικοί του διάδοχοι (κληρονόμοι του), οι οποίοι μπορούν να επαναλάβουν εκουσίως τη δίκη με ενιαία δήλωσή τους, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής της δίκης, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, υπό την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς με τη μη αμφισβήτηση, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 1497/2018, 21/2017, 253/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7.9.2021), δεν εμφανίστηκε η όγδοη των αναιρεσειόντων Α.
Ν. του Δ., εμφανίστηκαν όμως οι Ν. Κ. του Η., χήρος της Α. Ν., Δ. Κ. του Ν. και Κ. Κ. του Ν., τέκνα της Α. Ν., - η Κ. Κ., νομίμως εκπροσωπούμενη ως ανήλικη από τον ασκούντα την γονική μέριμνα αυτής Ν. Κ. του Η.- , οι οποίοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, γνωστοποίησαν στο αναιρεσίβλητο, ότι η όγδοη αναιρεσείουσα απεβίωσε την 3.3.2021, (ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης στις 25.4.2019) και η δίκη συνεχίζεται και για εκείνη από αυτούς, με την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας.
Συνακόλουθα τούτων, αφού το αναιρεσίβλητο δεν αμφισβητεί την ιδιότητα των ανωτέρω ως μοναδικών κληρονόμων της όγδοης αναιρεσείουσας, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, από δε το απόσπασμα της από 12.3.2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δ.Ε.
Αχαρνών του Δήμου Αχαρνών Αττικής αποδεικνύεται ο θάνατος της τελευταίας (όγδοης αναιρεσείουσας) στις 3.3.2021, πρέπει να κηρυχθεί η διακοπείσα δίκη επαναληφθείσα επ' ονόματι των προαναφερομένων κληρονόμων, οι οποίοι υπεισέρχονται στη θέση της αποβιώσασας.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή η υπέρβασή της, εξεταζομένη κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ , προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση.
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 533/2018, 1374/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 23.4.2019 και με αριθ. κατάθ. 449/29/25.4.2019 αίτησης αναίρεσης είκοσι έξη (26) συνολικά αναιρεσειόντων, κατά της με αριθ. 206/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16.2.2021 έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από αντίγραφο αυτής της Σουλτάνας Δημκόνη ως πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6397/8.2.2020 έκθεση επίδοσης αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16ης Φεβρουαρίου 2021 προς το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΝΑΥΤΟΥ", την οποίαν συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Εφετείο Πειραιώς Γ.
Δ. και επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες. Κατά την παραπάνω ορισθείσα αρχικά δικάσιμο δε συζητήθηκε η υπόθεση λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων από 11.2.2021 έως 1.3.2021, λόγω της πανδημίας. Στη συνέχεια με την από 16.4.2021 πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου, επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο και έγινε εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων (άρθρο 83 παρ. 2 και 3 Ν. 4790/2021), αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς ενημέρωση των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναίρεσης κατά την δικάσιμο της 7ης Σεπτεμβρίου 2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι με αύξ. αριθ. 2η, 9ος, 13η, 14η, 17η, 20η, 23η και 24η αναιρεσείοντες, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες (18 τον αριθμό), εκπροσωπηθέντες από την πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο Σουλτάνα Δημκόνη.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπομένους ως άνω με αύξ. αριθ. 2, 9, 13, 14, 17, 20, 23 και 24 , αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια.
Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους ΝΠΔΔ κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα αρχική κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από το αντίδικο ΝΠΔΔ, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. 3.
Με την από 23.4.2019 και αριθ. κατάθεσης 449/29/25.4.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 206/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς επί της από 6.4.2015 και αριθ. καταθ. 246/7.4.2015 εφέσεως, κατά της υπ' αριθ. 2116/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). 4. Σύμφωνα με το ν. 3205/2003, το μισθολογικό κλιμάκιο των μόνιμων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου εισόδου τους, είναι το 18ο (άρθρα 1, 2 παρ. 1, 3, 4 του ν. 3205/2003), μετά από υπηρεσία ενός έτους τους απονέμεται το αμέσως επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και για την απονομή όλων των επόμενων απαιτείται υπηρεσία δύο ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο (άρθρο 5 του ίδιου νόμου), ως τέτοια δε λογίζεται η υπηρεσία στο δημόσιο ή ν.π.δ.δ.
με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 15 && 1, 2 του άνω νόμου). Ο μηνιαίος βασικός μισθός επί του οποίου προστίθενται και τα προβλεπόμενα επιδόματα και παροχές, για τους εργαζόμενους υποχρεωτικής εκπαίδευσης του 18ου μισθολογικού κλιμακίου είναι 611 ευρώ (άρθρο 7 && 1, 2 του άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά με τα άρθρα 2 του ν. 3336/2005 και 11 του ν. 3453/2003, ορίζοντας τον βασικό μισθό σε 611 ευρώ από 1.1.2005 και σε 629 ευρώ από 1.1.2006, αντίστοιχα) και ο βασικός μισθός των άλλων κατηγοριών των ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ προσδιορίζεται με βάση το βασικό μισθό του αντίστοιχου μισθολογικού κλιμακίου τη ΥΕ κατηγορίας, πολλαπλασιαζόμενο με τους παρακάτω συντελεστές, ΥΕ 1, ΔΕ (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) 1,17, ΤΕ (Τεχνολογικής εκπαίδευσης) 1,31 και ΠΕ (Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης) (άρθρο 7 & 3, που όπως και η παρ. 2 καταργήθηκε από την 1.1.2008 με το άρθρο 6 & 2 του ν. 3670/2008).
Επίσης, στους δημόσιους υπαλλήλους για την αύξηση της αποδοτικότητας, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης των πολιτών, καθώς και για την πρόσθετη εργασία προς αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως κίνητρο απόδοσης, οριζόμενο από την 1.1.2008, στο ποσό των 80 ευρώ για την κατηγορία ΤΕ χωρίς πτυχίο ανώτερης ή ανώτατης σχολής, 100 ευρώ για τον κατηγορία ΠΕ με πτυχίο πανεπιστημίου και 64 ευρώ για την κατηγορία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (άρθρο 6 & 3 του ν. 3670/2008), Με το άρθρο 6 & 2 του ν. 3670/2008 οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 7 ν. 3205/2003, που όριζαν το συντελεστή διαμόρφωσης κάθε επόμενου μισθολογικού κλιμακίου, και τον συντελεστή διαμόρφωσης του βασικού μισθού ανά κατηγορία υπαλλήλου, και παράλληλα με το άρθρο 6 & 1 του ν. 3670/2008 ορίστηκε ότι από την 1.1.2008 στους βασικούς μισθούς των μισθολογικών κλιμακίων όλων των κατηγοριών του προσωπικού του άρθρου 1 & 1 του ν. 3205/2003, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2007, ενσωματώνεται ποσό ίσο με το ένα τρίτο του κινήτρου απόδοσης της αντίστοιχης κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003, οι δε νέοι βασικοί μισθοί, που προκύπτουν από την ανωτέρω ενσωμάτωση, αυξάνονται κατά 2,5% από την 1.1.2008 και κατά 2% από την 1.10.2008, με τα ποσά που προκύπτουν να στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, AΠ 1302/2019, 2/2013). 5.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σχετικώς με τα κρίσιμα για την παρούσα αναιρετική δίκη ζητήματα δέχτηκε ότι οι εκκαλούντες- εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από το εφεσίβλητο- εναγόμενο ΝΠΔΔ βάσει διαδοχικών συμβάσεων έκαστος, προκειμένου να απασχοληθούν στις υπηρεσίες αυτού προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας εις εκτέλεση προγράμματος του ΟΑΕΔ, οι εν λόγω όμως συμβάσεις υπέκρυπταν ενιαίες συμβάσεις αορίστου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ως εκ τούτου ήταν άκυρες και ίσχυαν ως απλές σχέσεις εργασίας, οι δε ενάγοντες δικαιούνταν τις μισθολογικές παροχές τις καταβαλλόμενες στο προσωπικό του εναγομένου το συνδεόμενο με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο προέβη στην επιδίκαση των διαφορών των δεδουλευμένων αποδοχών και των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2009, 2010 και 2011, τα οποία εδικαιούτο έκαστος ενάγων κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο κατά τον υπολογισμό των αποδοχών των εναγόντων παρέλειψε να συμπεριλάβει και το ποσό του κινήτρου απόδοσης, το οποίο κατά τα ανωτέρω εδικαιούτο, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 12 Ν. 3205/2003, το προσωπικό του εναγομένου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβίασης της προαναφερόμενης διατάξεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
6. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 1 και 3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" συνάγεται ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το ΝΠΔΔ για οποιονδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, από την οποία, όμως, άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης, υπόκεινται σε διετή παραγραφή.
Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με τη υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την έκδοση πράξεως επί της αιτήσεως από την αρχή που είναι αρμόδια για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης.
Σε περίπτωση δε μη απαντήσεως, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Κατά το άρθρο 52 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ. 6 και αρ. 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι αποδέκτες των υπηρεσιών τους ως φορολογούμενοι (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005).
Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται ούτε στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού η τελευταία εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ, εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση αυτών εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΟλΑΠ 2/2011, 1711/2018, 1052/2018, 31/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων των ετών 2005- 2008 είχαν παραγραφεί, αφού οι αξιώσεις των εργαζομένων κατά του εναγομένου, και οι εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν υπόκειντο σε πενταετή παραγραφή αλλά σε διετή, αφ' ετέρου δε δεν συνέτρεχε λόγος αναστολής λόγω ανωτέρας βίας, αφού ανωτέρα βία δεν δύναται να θεωρηθεί η επικαλούμενη μεταστροφή της νομολογίας του ΑΕΔ ως προς το χρόνο της παραγραφής των αξιώσεων σε βάρος του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές πάσης φύσεως.
Με τη κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που ανάγονται έως στις 31.12.2008, ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ την 14.7.2011, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974, το Εφετείο δεν παραβίασε εις βάρος των αναιρεσειόντων το άρθρο 48 του ως άνω ν.δ. (και όχι το άρθρο 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, που εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη μεταβολή της νομολογίας του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζ.
κατά Ελλάδος, η οποία ανατράπηκε με την απόφαση Γ. κατά Ελλάδος, καθώς και στην νομολογία αμφισβήτησης του νομικού καθεστώτος των εναγουσών ως μαθητευομένων και εργαζομένων, στην έκδοση της υπ' αριθ. 581/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου και των νομολογιακών μεταβολών, από τα μέσα της δεκαετίας του 90 έως την έκδοση των αποφάσεων 1, 2 και 4/2012 του ΑΕΔ, αναφορικά με την παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. 7.
Κατ' ακολουθίαν, εν όψει του ανωτέρω δεκτού γενομένου πρώτου λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση, πρέπει να σημειωθεί ότι οι προ της 14-7-2009 απαιτήσεις των αναιρεσειόντων πρέπει να θεωρηθούν παραγεγραμμένες κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου της ουσίας, καθ' όσον ο Οίκος Ναύτου κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Ιδρυτικού του Νόμου από 1-3-1927 ΠΔ (ΦΕΚ Α' 32/1927) "απολαύει πασών των ατελειών και προνομίων ως αυτό το Δημόσιον, ήτοι δικαστικών, διοικητικών, οικονομικών..." και συνεπώς έχει και ως προς αυτόν εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν.2362/1995 (πρβλ.
ΑΠ 66/2020, ΟλΑΠ 2/2014). Το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 192 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η δίκη δεν διεξήχθη δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεση ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα Ι. Φ. του Ε., το ένατο αναιρεσείοντα Δ. Κ. του Β., την δέκατη τρίτη αναιρεσείουσα Ε. Μ. του Ε., τη δέκατη τέταρτη αναιρεσείουσα Μ. Π. του Π., την δέκατη έβδομη αναιρεσείουσα Μ. Α. Σ. του Α., την εικοστή αναιρεσείουσα Γ. Ζ. του Δ., την εικοστή τρίτη αναιρεσείουσα Ε. Κ. του Π. και την εικοστή τέταρτη αναιρεσείουσα Ε. Κ. του Κ.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ επαναληφθείσα την δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου της αναιρεσείουσας Α. Ν. του Δ. βιαίως διακοπείσα προκειμένη δίκη επ' ονόματι των υπεισελθόντων στην θέση αυτής Ν. Κ. του Η., Δ. Κ. του Ν. και Κ. Κ. του Ν., νομίμως αντιπροσωπευομένης ως ανήλικης από τον Ν. Κ. του Η..
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 206/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν, που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ