Supreme Court partially allows appeal against lawyer's delay damages, rejecting restitution claim due to insufficient specificity in the request.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's award of lawyer's delay damages, ordering the case remitted for further proceedings regarding the disputed period. The appellant argued that the contract was terminated without cause, while the respondent failed to appear and did not file a declaration of non-appearance. The court ruled that while the contract termination was valid, the restitution request was rejected because it failed to specify the exact amounts paid for the specific period in question, rendering the request for restoration of the previous state indefinite.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 63, 576, 579, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 6 of the Lawyers Code: The Supreme Court may partially annul a judgment and remit the case for further proceedings if the request for restoration of the previous state is indefinite and fails to specify the exact amounts to be returned.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 921 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 921/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Σακκά - Στρεβίνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-12-2001 και 10-5-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8697/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 6-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με επίκληση προσκομιζόμενη ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ........ προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την 20.2.2007 και κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία του νόμιμα κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3,4, και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, θεωρούμενη ως σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και λύνεται μεταξύ άλλων και με καταγγελία του εντολέα που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, η καταγγελία του εντολέα μπορεί να γίνει μόνο όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, και όχι οποτεδήποτε. Περαιτέρω κατά το άρθρο 63 Α παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων "δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παρ. 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του Ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποχρεωτική αποχώρηση του ανωτέρω δικηγόρου από την υπηρεσία ή Οργανισμό, στον οποίο προσφέρει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή, και για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασής του με τον εντολέα είναι η θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν.
Επομένως η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, που έγινε από τον ανωτέρω εντολέα, προτού ο δικηγόρος θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξή του κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ.180 ΑΚ), ο δε εντολέας που κατήγγειλε άκυρα περιέρχεται για το λόγο αυτό σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των νομικών υπηρεσιών του δικηγόρου.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 19 περιπτ. Α' του α.ν.1718/1939, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. Α' του ΠΔ 60/1983 (ΦΕΚ Α 28), "η σύνταξη των ασφαλισμένων που εξέρχονται από την υπηρεσία και δικαιούνται με τις διατάξεις του παρόντος σύνταξη υπολογίζεται ως εξής: α)Στους ασφαλισμένους που εξέρχονται μετά τη συμπλήρωση 15 ετών ασφάλισης παρέχεται μηνιαία σύνταξη που αντιστοιχεί στα 50% των τακτικών αποδοχών του μήνα εξόδου από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, που προσαυξάνεται με 2% για κάθε επιπλέον έτος συντάξιμης υπηρεσίας, αλλά η συνολική μηνιαία σύνταξή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 80% των μηνιαίων τακτικών συνταξίμων αποδοχών...".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για να αποκτήσει ο ασφαλισμένος στον ασφαλιστικό Οργανισμό του ΟΤΕ, ήτοι στο ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), δικαίωμα πλήρους συντάξεως (80% των τακτικών αποδοχών) απαιτούνται συνολικά 30 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, ήτοι 15 έτη για να δικαιωθεί το 50% των τακτικών αποδοχών και επιπλέον άλλα 15 έτη για να δικαιωθεί το ποσοστό 80% για πλήρη σύνταξη (2% Χ 15 έτη = 30%).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση που, δέχθηκε τα εξής: Με την από ... σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου ο αναιρεσίβλητος - ενάγων - δικηγόρος προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο Οργανισμό (ΟΤΕ), προσφέροντας έκτοτε τις νομικές του υπηρεσίες μέχρι την 31-12-1995, που ο αναιρεσείων κατήγγειλε τη σύμβαση, επειδή την ημερομηνία αυτή ο αναιρεσίβλητος καταλαμβάνονταν από το 65ο έτος της ηλικίας του, που προβλέπονταν από τον όρο 5 περ.
ε.ε. της συμβάσεως. Επί της από 19.2.1996 αγωγής του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η 5079/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ασφαλισμένος στον ασφαλιστικό Οργανισμό του ΟΤΕ, ήτοι στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ - ΟΤΕ) και προς θεμελίωση δικαιώματος πλήρους συντάξεως (80% των τακτικών αποδοχών) απαιτούνταν συνολικά 30 έτη συντάξιμης υπηρεσίας.
Η απόφαση αυτή έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής του αναιρεσιβλήτου ήταν άκυρη, διότι αυτός είχε συμπληρώσει μόνο 28 έτη συντάξιμης υπηρεσίας (15.4.1967 - 31.12.1995) και δεν θεμελίωνε δικαίωμα πλήρους συντάξεως από τον ασφαλιστικό Οργανισμό του ΟΤΕ. Έτσι ο αναιρεσείων, μη αποδεχόμενος τις νομικές υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου περιήλθε σε υπερημερία και επιδίκασε σ'αυτόν τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος 1.1.1996 - 31.3.1996.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η υπερημερία του αναιρεσείοντος συνεχίστηκε μέχρι 31.12.1997, ότε ο αναιρεσίβλητος θεμελίωσε δικαίωμα πλήρους συντάξεως και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την από 10.5.2000 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του επιδίκασε για το χρονικό διάστημα από 1.4.1996 - 31.12.1997, ως μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 49.228,18 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας και για το μετά την 15.4.1997 χρονικό διάστημα, ότε αυτός είχε συμπληρώσει συνολικά 30 έτη συντάξιμης υπηρεσίας και η σύμβασή του λύθηκε αυτοδικαίως, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, 19 περ.
α' ΑΝ 1718/1939, όπως αντικ. με το άρθρο 1 περ. Α' του Π.Δ. 60/1983 και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως. Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που προέβαλε προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 527 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι της μη κήρυξής της αγωγής ως απαράδεκτης, επειδή στο δικόγραφό της σωρεύονταν αντιφατικά αιτήματα (καταβολή μισθών υπερημερίας και αποζημίωση του άρθρου 94 του Κώδικα Δικηγόρων) και λόγω της παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 ν.3198/1955.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε μόνο την καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, οι οποίοι και του επιδικάσθηκαν εν μέρει και όχι και την από το άρθρο 94 Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση. Επομένως, σ' αυτή δεν σωρεύονταν αντιφατικά αιτήματα και ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι τον απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε την αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας.
Τέλος η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση του ιδίου λόγου, επειδή το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ν.3198/1955 και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν επιδίκασε αποζημίωση από το άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων. Εξάλλου η ανωτέρω αποζημίωση δεν υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν.3198/1955, αφού απορρέει από σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.ΑΠ 1/1994).
Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 15.4.1997 - 31.12.1997 και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Η αίτηση αυτή με την οποία ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων στον αναιρεσίβλητο ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου, των τόκων και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, πρέπει, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, που κατέθεσε στις 16.2.2007, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των 108.902,95 ευρώ, που του επιδικάστηκε με αυτά, ήτοι ποσού 49.299,18 ευρώ για κεφάλαιο, 58.502,77 ευρώ για νομίμους τόκους και 1.100 ευρώ για δικαστική δαπάνη, το οποίο του κατέβαλε ο αναιρεσείων σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποδοχές υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα από 1.4.1996 - 14.4.1997, ως και τόκους επί του κεφαλαίου αυτού της αγωγής, ως προς το οποίο δεν αναιρείται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως η παραπάνω αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτή τί ποσό καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο για το επιδικασθέν κεφάλαιο των αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 15.4.1997 - 31.12.1997 και ποίο είναι το ποσό των τόκων που αναλογούν στο ανωτέρω κεφάλαιο, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του επιστρεπτέου ποσού.
Επομένως, η αίτηση αυτή πρέπει ν' απορριφθεί για τον ως άνω λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 8697/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ