Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
920/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal claiming trial court violated common sense in evidence evaluation during property dispute.

Geschäftsnummer 920/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision in a property dispute. The appellant argued the lower court erred by applying common sense incorrectly regarding the timing of the buyer's interest before land regularization. The court ruled that such evidence evaluation falls under the trial court's exclusive discretion and is not subject to appellate review.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 336(4) and 339 of the Code of Civil Procedure; The evaluation of evidence and the application of common sense by the court of first instance are not subject to appellate review and constitute a discretionary power not subject to legal error.

Schlagwörter

KI-generiert
appellate review common sense evidence evaluation property dispute discretionary power civil procedure trial court Subunternehmervergütung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 197 of the Civil Code
Article 198 of the Civil Code
Article 336(4) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 920 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μουρνιανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Α. Μ. και Ά. Μ. Ο.Ε.», που εδρεύει στον ... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Μ. του Π., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης και 3) Α. Μ. του Π., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιάγκρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.01.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27264/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1401/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23.10.2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1401/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά της 27264/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων.

[II] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 197 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά δε την ΑΚ 198 παρ. 1, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.

Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει ,είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας σύμβασης) και φυσικά εφόσον η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο νόμιμο ή δικαιοπρακτικό τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 παρ. 2.

Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαίωσης κατάρτισης της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βέβαιη.

Η αποζημίωση περιλαμβάνει το αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, δηλαδή τη ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα απέφευγε αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση. Το αρνητικό αυτό διαφέρον, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει την περιουσιακή μείωση, όπως τις δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης και την προκαταβολή, εφόσον αυτή είναι επακόλουθο του προσυμβατικού πταίσματος (ΑΠ 741/2018, ΑΠ 1302/2010, ΑΠ 1231/2008).

Εξάλλου, αν κάποιος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται κατ` αυτού και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 223/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο παραπάνω από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την ουσιαστική εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 23/2020).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Με το υπ’ αριθ. …/6-12-2002 εργολαβικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τρύπη, η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι, όπως συνομολογούν, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων, έχοντας ο πρώτος εξ αυτών και την ιδιότητα του διαχειριστή της και εκπροσωπώντας αυτήν κατά τη σύναψη του ανωτέρω συμβολαίου, ανέλαβε την ανοικοδόμηση ενός οικοπέδου που βρίσκεται επί των οδών ..., στον Δήμο ....

Το παραπάνω οικόπεδο ήταν συνολικού εμβαδού 1.447,39 τ.μ. και προερχόταν από συνένωση τριών οικοπέδων, από τα οποία το ένα, εμβαδού 1.157,39 τ.μ, ήταν τμήμα του υπ’ αριθμ. 452 οικοπεδικού αγροτεμαχίου και για το οποίο με την υπ’ αριθμ. …/22.05.2002, απόφαση της Γ’ Επιτροπής Απαλλοτριώσεων της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης αποφασίστηκε όπως παραχωρηθεί στους παρακάτω οικοπεδούχος αρχικά έναντι τιμήματος 70,00 ευρώ/τ.μ.

Στο παραπάνω οικόπεδο θα κατασκευάζονταν δύο οικοδομές, η υπό στοιχείο Α και η υπό στοιχείο Β, στην υπό στοιχείο Α δε, θα λάμβαναν όλη την αντιπαροχή τους οι οικοπεδούχοι. Οικοπεδούχοι και ιδιοκτήτες του παραπάνω οικοπέδου ήταν οι 1) Γ. Τ. του Δ., 2) Ν. Τ. του Δ. και 3) Π. Τ. Τ. του Δ., αδελφοί του ενάγοντος, με ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί αυτού.

Με το παραπάνω εργολαβικό και ειδικότερα με το άρθρο 22 αυτού, η εργολάβος εταιρεία ανέλαβε να καταβάλει, αντί των οικοπεδούχων, το τίμημα εξαγοράς του ως άνω οικοπέδου, τους φόρους και γενικώς κάθε σχετικό έξοδο, εφόσον το ποσό αυτών δεν υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 88.000 ευρώ. Την ίδια ημέρα (06.12.2002) συντάχθηκε μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολάβου εταιρείας, όπως εκπροσωπούνταν από το διαχειριστή της – δεύτερο εναγόμενο, και ,ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προέβλεπε ότι σε περίπτωση που το τίμημα της εξαγοράς και των εξόδων (φόρος, μεταγραφή κ.τ.λ.) για την τακτοποίηση του ανωτέρω οικοπέδου υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 88.000 ευρώ, θα καταβαλλόταν το υπόλοιπο από τους οικοπεδούχους και αντίστοιχα σε περίπτωση που καταβαλλόταν, για τις αιτίες αυτές, μικρότερο ποσό, η διαφορά θα καταβαλλόταν από την εργολάβο εταιρία στους οικοπεδούχους, με την πώληση του διαμερίσματος με χαρακτηριστικό αριθμό Δ1 του 1ου ορόφου της υπό στοιχείο Α οικοδομής, εμβαδού μικτού 77,92 τ.μ., που περιλαμβανόταν στο εργολαβικό της αντάλλαγμα.

Περί τις αρχές Μαρτίου του 2003, οι ανωτέρω οικοπεδούχοι ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι είχε ήδη εκδοθεί ο υπ’ αριθμ. .../27.01.2003 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης και είχε λάβει χώρα και η μεταγραφή του, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. .../30.1.2003 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, είχε δε ορισθεί καλύτερη τιμή για την εξαγορά του οικοπέδου, ήτοι 58,00 ευρώ/τ.μ,, αντί του αρχικώς ορισθέντος με την υπ’ αριθμ. 321/2002 απόφαση της Γ’ Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του Ν.

Θεσσαλονίκης των 70,00 ευρώ/τ.μ. και για τον λόγο αυτό κατέβαλαν οι ίδιοι το ως άνω τίμημα. Κατόπιν αυτού, οι εναγόμενοι τους πρότειναν ή να τους καταβάλλουν τα χρήματα που δαπάνησαν, το μικρότερο δηλαδή των 88.000 ευρώ, ή να λάβουν, ως επιπλέον αντιπαροχή, το ανωτέρω διαμέρισμα, τροποποιώντας το παραπάνω εργολαβικό.

Οι οικοπεδούχοι, όμως, επέμειναν να λάβουν το ποσό των 88.000 ευρώ που είχε αρχικά ορισθεί με το άρθρο 22 του εργολαβικού συμβολαίου και του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, και όχι το μικρότερο ποσό που είχε καταβληθεί για την τακτοποίηση του οικοπέδου, γεγονός στο οποίο οι εναγόμενοι, κατόπιν συζητήσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ τους, τελικά συμφώνησαν.

Έτσι, η εργολάβος εταιρεία (πρώτη εναγόμενη), την 17.03.2003 κατέβαλε στον Γ. Τ. το ποσό των 29.333,33 ευρώ, όπως προκύπτει από την ίδιας ημερομηνίας απόδειξη (με το οποίο αυτός εξοφλήθηκε για την ως άνω απαίτησή του), ενώ στους Π. Τ. και Ν. Τ. κατέβαλε από 7.000 ευρώ στον καθένα, όπως προκύπτει από τις χωρίς ημερομηνία σχετικές αποδείξεις.

Στη συνέχεια δε κατά την έκδοση της υπ’ αριθμ. …/03.03.2004 έκδοσης άδειας ανοικοδόμησης του ως άνω οικοπέδου, καθώς και κατά την υπογραφή της υπ’ αριθμ. .../17.11.2004 πράξης τροποποίησης του ως άνω εργολαβικού του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, αλλά και αμέσως πριν την υπογραφή της υπ’ αριθμ. .../29.12.2004 πράξεως σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας και διανομής προ πάσης ανεγέρσεως του ίδιου συμβολαιογράφου, οι εναγόμενοι πρότειναν εκ νέου στους οικοπεδούχους να λάβουν ως επιπλέον αντιπαροχή το ανωτέρω διαμέρισμα και να τους επιστρέφουν τα χρήματα που μέχρι τότε τους είχαν καταβάλλει, όμως αυτοί ενέμειναν στην αρχική τους απόφαση.

Έτσι, την 30.05.2005 και 17.05.2006, από την εργολάβο εταιρεία καταβλήθηκαν στον Π. Τ. τα ποσά των 3.758,61 ευρώ και 3.480,50 ευρώ, αντίστοιχα, για τον ίδιο ως άνω λόγο, όπως προκύπτει από τις οικείς αποδείξεις. Τέλος, την 20.06.2006, οπότε και περατώθηκε πλήρως η κατασκευή των οικοδομών που ανέλαβε να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής η πρώτη εναγόμενη εργολάβος εταιρεία και ολοκληρώθηκαν οι συμφωνίες που είχαν συναφθεί με τους ως άνω οικοπεδούχους, υπεγράφη μεταξύ τους το υπ’ αριθμ. .../2006 πρωτόκολλο παραλαβής αντιπαροχής και πληρεξούσιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου.

Στη συνέχεια δε, η τελευταία, με βάση χορηγηθείσα από τους οικοπεδούχους πληρεξουσιότητα, πώλησε το ανωτέρω διαμέρισμα Δ1 του πρώτου ορόφου της υπό στοιχείο Α οικοδομής, μέρος του εργολαβικού της ανταλλάγματος, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../19.12.2006 οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου, στην Α.

Π., αντί αναγραφόμενου τιμήματος 46.845 ευρώ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν διαπραγματεύσεις μεταξύ του ενάγοντος και της ομόρρυθμης εταιρείας, εκπροσωπούμενης από τα μέλη της δεύτερο και τρίτο των εναγόμενων, για την αγορά από τον πρώτο του ανωτέρω διαμερίσματος, κατά τις οποίες οι τελευταίοι να υποσχέθηκαν σ’ αυτόν να του το πωλήσουν, ως και ότι ο ενάγων κατέβαλε σ' αυτούς το ποσό των 67.000 ευρώ ως προκαταβολή για την αγορά του, έναντι του δήθεν συμφωνημένου τιμήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του.

Αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι ο ενάγων κατέβαλε τα ακόλουθα χρηματικά ποσά ως έξοδα για την τακτοποίηση του ανωτέρω οικοπέδου και συγκεκριμένα:

(α) την 22.01.2003, κατέβαλε το πόσο των 33.553,00 ευρώ προς την Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... επιταγής της ALPHA BANK,

(β) την 23.01.2003, κατέβαλε το ποσό 33.553,00 ευρώ προς τον Δήμο ..., δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... επιταγής της ALPHA BANK και

(γ) ,την 27.01.2003 κατέβαλε το ποσό των 6.677,00 ευρώ προς την Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, δυνάμει της υπ’ αριθμό ... της ALPHA BANK και συνολικά ποσό 73.783,00 ευρώ. Η καταβολή όμως των παραπάνω ποσών έλαβε χώρα με βάση τις σχέσεις του με τους ανωτέρω οικοπεδούχους αδελφούς του και σε συμφωνία μαζί τους, το περιεχόμενο της οποίας παρίσταται αδιάφορο στην ένδικη υπόθεση.

Ενισχυτικό στοιχείο της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι το τίμημα εξαγοράς του ανωτέρω οικοπέδου των 88.000 ευρώ, που συμφωνήθηκε μεταξύ της εργολάβου και των οικοπεδούχων, αδελφών του ενάγοντος, καταβλήθηκε ήδη προς αυτούς από την εργολάβο εταιρεία κατά το μεγαλύτερο μέρος του, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αποδείξεις στις οποίες ρητά αναγράφεται ότι οι καταβολές των εκεί αναφερόμενων χρηματικών ποσών αφορούν τη συγκεκριμένη αιτία.

Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι λογικά ανακόλουθο οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα διαπραγματεύσεις με τους εναγόμενους, για τη φερόμενη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στον ίδιο, να έλαβαν χώρα την 23.01.2003, ήτοι αμέσως σχεδόν μετά την υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου και χωρίς να έχει γίνει ακόμη κατά το χρόνο εκείνο η τακτοποίηση του οικοπέδου, όταν μάλιστα η όλη εργολαβική σύμβαση τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της τακτοποίησης (βλ.

άρθρο 22), ενώ, πέραν του θέματος της εξαγοράς του τίτλου και της μεταγραφής αυτού, έπρεπε να προηγηθεί η έξωση των μισθωτών του πρατηρίου βενζίνης που υπήρχε στο οικόπεδο και να εξαλειφθούν όλα τα βάρη που αναφέρονται στο άρθρο 22 του υπ’ αριθμ. …/2002 εργολαβικού συμβολαίου (ήτοι μία κατάσχεση και δύο διεκδικήσεις που είχαν εγγραφεί στα βιβλία κατασχέσεων και διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης) και κυρίως πριν καν την έκδοση της υπ’ αριθμ.

…/03.03.2004 άδειας ανεγέρσεως της οικοδομής. Επίσης, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία η οικοδομή υπό στοιχείο Α και ειδικότερα το υπό στοιχείο Δ1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου αυτής, βρισκόταν υπό κατασκευή και συγκεκριμένα είχε ολοκληρωθεί η τοιχοποιία του, όταν η άδεια της οικοδομής εκδόθηκε στις 03.03.2004 και η τοιχοποιία αυτού κατασκευάσθηκε το έτος 2005.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, Α. Κ. και Κ. Κ., που εμπεριέχονται στις ανωτέρω … και …/2009 ένορκες βεβαιώσεις, δεν κρίνονται αξιόπιστες, καθόσον οι εν λόγω μάρτυρες αναφέρουν ότι γνωρίζουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου διαμερίσματος και ότι ο ενάγων ήταν ιδιοκτήτης του, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο ενάγων τους ανέφερε και χωρίς την ύπαρξη τίτλου κυριότητας προς τούτο.

Οι ίδιοι μάρτυρες αναφέρουν επίσης τη φερόμενη πρόθεση του ενάγοντος προς πώληση του διαμερίσματος, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι σ' αυτό έκανε διαρρυθμίσεις με σκοπό τη μόνιμη κατοικία. Δεν ευσταθεί δε με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής σε ένα διαμέρισμα που διατίθεται προς πώληση ο ιδιοκτήτης να προβαίνει και σε διαρρυθμίσεις που πιθανόν θα έκανε ο μελλοντικός αγοραστής του.

Ενόψει αυτών, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, εκπροσωπούμενης προς τούτο από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, έλαβαν χώρα διαπραγματεύσεις για την πώληση του επιδίκου διαμερίσματος προς τον ενάγοντα και συνακόλουθα (δεν αποδείχθηκε) οιαδήποτε προσυμβατική, αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη καθώς και αδικοπρακτική, από δόλο, ευθύνη των δεύτερου και τρίτου των εναγόμενων έναντι του αντιδίκου τους.

Συνεπώς, η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα ως κατ’ ουσία αβάσιμη, λόγω ελλείψεως αποδείξεως των αξιώσεων του ενάγοντος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την ως άνω εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και με τις ίδιες αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντος που προβάλλονται με τους λόγους της έφεσης του, κατά τους οποίους η εκκαλούμενη απόφαση, αδικαιολόγητα, καίτοι αναγνώρισε την καταβολή εκ μέρους του (εκκαλούντος – ενάγοντας) ποσού των 73.783 ευρώ, έκανε δεκτό, πως η καταβολή του παραπάνω ποσού έλαβε χώρα με βάση τις σχέσεις του με τους οικοπεδούχους αδελφούς του και σε συμφωνία μαζί τους, το περιεχόμενο της όποιας (συμφωνίας) παρίσταται αδιάφορο στην ένδικη υπόθεση, δεν μπορεί να συνάγει ασφαλές και λογικό συμπέρασμα, από το γεγονός ότι οι διαρρυθμίσεις που έγιναν εκ μέρους του (εκκαλούντος – ενάγοντος) στο επίδικο ακίνητο έγιναν με πρόθεση του για μόνιμη κατοικία, μη δεχόμενη, επικαλούμενη ακόμα και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, ότι σε ένα διαμέρισμα που διατίθεται προς πώληση ο ιδιοκτήτης του δεν δύναται να προβαίνει σε διαρρυθμίσεις που πιθανόν θα έκανε ο μελλοντικός αγοραστής του, εσφαλμένα δεν έκαμε δεκτό, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ισχυρισμό του (εκκαλούντος – ενάγοντος), ότι η δόλια και παράνομη συμπεριφορά των εφεσιβλήτων – εναγομένων είναι αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και δεν αιτιολογεί, γιατί οι καταθέσεις των μαρτύρων Α.

Κ. και Κ. Κ., που εμπεριέχονται σε ένορκες βεβαιώσεις δεν κρίνονται αξιόπιστες, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον η εκκαλούμενη είναι πλήρως αιτιολογημένη διαλαβούσα την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ 1078/2015 ΝοΒ 64.564), συνεκτιμήσασα όλα τα προσκομιθέντα στο δικαστήριο έγγραφα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 49/2015 ΕφΑΔ 2015.553, ΑΠ 346/2014 ΕΕργΔ 2014.1274, ΑΠ 87/2013 ΝοΒ 61.1522).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή , μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 446/2012 ΝοΒ 60.1959).

Το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί (ΑΠ 576/2003 ΕλλΔνη 2004.723), η αξιοπιστία δε των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις κάποιων μαρτύρων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις άλλων μαρτύρων [ΑΠ 759/2008, ΑΠ 1025/2007, ΕφΘεσ 202/2011 Αρμ 65 (2011) . 1346], όσον αφορά δε τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παραβίαση αυτών ελέγχεται αναιρετικώς μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 519/2013, ΝοΒ 61.2480, ΑΠ 92/2013 ΝοΒ 61.1866, ΑΠ 1010/2009 ΝΟΜΟΣ)|».

[IV] Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή του. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε ισχυρισμό του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης άτυπης συμφωνίας για την μεταβίβαση σ’ εκείνον του επιδίκου διαμερίσματος «ως αντάλλαγμα για το ότι κατέβαλα εγώ και για λογαριασμό των αντιδίκων την δική τους συμβατική υποχρέωση να καταβάλουν αυτοί τα έξοδα τακτοποίησης του οικοπέδου».

Ειδικότερα ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για:

(1) ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά τις παραδοχές ότι: (α) δεν έλαβαν χώρα διαπραγματεύσεις και δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και των εναγόμενων για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος, (β) υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και των οικοπεδούχων αδελφών του το περιεχόμενο της οποίας όμως είναι αδιάφορο για την κρινόμενη υπόθεση και

(2) αντιφατική αιτιολογία αφού δέχθηκε αφενός μεν ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν διαπραγματεύσεις μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενων και αφετέρου και αντιφατικά ότι ο ενάγων κατέβαλε τα επίμαχα ποσά ως έξοδα για την τακτοποίηση του οικοπέδου.

Όμως, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197, 198 και 914 επ. του ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων, χωρίς να υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια ή αντίφαση στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την κρίση ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, εκπροσωπούμενης από τα μέλη της δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, απορριπτέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος αναίρεσης.

[V] Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά «χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη|, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που «το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη», δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 148/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του: τις καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις με αριθμό .../23-9-2016, .../11-3-2009 και .../11-3-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, καθώς και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από 27/6/2013 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Μ. Φ.Ι.-Ξ.. Επομένως, το Δικαστήριο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη στην κρίση ότι «Η καταβολή όμως των παραπάνω ποσών έλαβε χώρα με βάση τις σχέσεις του με τους ανωτέρω οικοπεδούχους αδελφούς του και σε συμφωνία μαζί τους, το περιεχόμενο της οποίας παρίσταται αδιάφορο στην ένδικη υπόθεση», ο δε αντίθετος δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που θα κατέληγε αν είχε κάνει σωστή χρήση τους. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι εσφαλμένα έκρινε ότι το πρώιμο ενδιαφέρον του για την αγορά του διαμερίσματος, πριν ακόμα και την τακτοποίηση του οικοπέδου, ήταν λογικά ανακόλουθο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ αντιθέτως αυτό ήταν σύνηθες, ειδικά κατά την προ της οικονομικής κρίσης εποχή του έτους 2003 ούτε, εξάλλου, είχε λόγο να αμφιβάλλει για την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της τακτοποίησης και την πλήρωση των λοιπών «ειδικών συνθηκών» (έξωση μισθωτών, εξάλειψη βαρών). Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

[VII] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.10.2017 αίτηση του Κ. Τ., για αναίρεση της με αριθμό 1401/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχει καταθέσει, ο αναιρεσείων για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου

αποχωρήσαντος από

την υπηρεσία, ο

αρχαιότερος της

σύνθεσης Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος

του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη

Αντιπρόεδρος του

Αρείου Πάγου