Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
919/2024 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against insurance liability verdict due to contradictory factual findings and insufficient reasoning.

Geschäftsnummer 919/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appeal against a final insurance liability judgment, ordering the lower court to retry the case with a different judge. The plaintiffs argued the lower court contradicted itself by accepting the driver braked yet failed to stop, while also finding the pedestrian at fault without explaining why the driver could not have avoided the collision at 50 km/h. The court held these contradictions created irreconcilable doubts regarding the application of tort law principles, necessitating a new trial to resolve the factual inconsistencies.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559 no. 19 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible and the judgment must be annulled when the lower court's reasoning contains contradictions and fails to adequately explain how established facts were applied to legal rules, creating irreconcilable doubts.

Schlagwörter

KI-generiert
tort liability contradictory reasoning insufficient motivation annulment of judgment new trial insurance liability factual inconsistencies

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 para. 2 and 914 of the Civil Code
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 919 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 919/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Z. L. (Ζ. Λ.) του P. (Π.), χας P. L. (Π. Λ.) και 2) J. L. (Τ. Λ.) του P. (Π.), κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2088/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 494/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 29-4-2021 (αρ. κατ. 8317/1035/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 494/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 19 παρ. 2 και 3 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999), ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων, συνεχώς, υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν... (παρ. 3), ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 4 εδ.

α' και β' του άρθρου 38 ιδίου Κώδικα, οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν. β) Αν στη διάβαση πεζών την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 494/2021 απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό, οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ζημιογόνου οχήματος και τραυματισθέντος θανάσιμα κατ' αυτό, συγγενή των ήδη αναιρεσειουσών, πεζού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Την 6-9-2016 και περί ώρα 13:30, ο πρώτος εναγόμενος (μη διάδικος κατά την παρούσα αναιρετική δίκη) ΔΡΑΜΗ ΤΙΜΟΛΕΩΝ, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...

αυτοκίνητο με το ... επικαθήμενο όχημα, ιδιοκτησίας του Κωνσταντίνου Φλεριανού, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ... στην ... εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" (ήδη αναιρεσίβλητη), έβαινε με κανονική ταχύτητα, ήτοι αυτή των 50 χιλ./ώρα ..., επί της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Γλυφάδα.

Η πιο πάνω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα στο μέσον της λεωφόρου και με πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων περίπου. Στο σημείο που η ως άνω λεωφόρος συμβάλλεται με την οδό Νηρηίδων, ο πρώτος εναγόμενος, σε απόσταση λίγων μέτρων αντελήφθη - δεδομένου ότι στο σημείο εκείνο η ως άνω οδός είναι ευθεία- τον P. L., σύζυγο και πατέρα αντίστοιχα των εναγουσών (ήδη αναιρεσειουσών), ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα πεζός το οδόστρωμα της παραπάνω οδού, από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του οχήματός του, καίτοι ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς ήταν σε κατάσταση ερυθρού χρώματος.

Στην αρχή πέδησε το όχημά του, ωστόσο, όταν διαπίστωσε ότι ο πεζός συνεχίζει την πορεία του επί του οδοστρώματος παρεξέκλινε προς τα αριστερά το όχημά του, προκειμένου να αποτρέψει την σύγκρουση, γεγονός που δεν μπόρεσε να αποφύγει, λόγω της μικρής απόστασης του οχήματος από τον πεζό και της αδυναμίας ακινητοποίησης του τελευταίου, καθώς το βάρος του φορτίου που έφερε, σε μια τόσο μικρή απόσταση, κατέστησε την πέδηση αναποτελεσματική.

Αποτέλεσμα της ως άνω αιφνιδιαστικής εισόδου του πεζού στο οδόστρωμα ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του, μετά την πρόσκρουση του τελευταίου στην αριστερή πλευρά του άνω οχήματος και στο δεξιό τμήμα του εμπρόσθιου προφυλακτήρα - φαναριέρα, την πτώση του στο οδόστρωμα και την διέλευση του οχήματος πάνω από το σώμα του, με τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό και τον αντίστοιχο λασπωτήρα, ενώ ο πεζός στην συνέχεια παρασύρεται και με τους οπίσθιους δεξιούς τροχούς και καταλήγει περίπου στο μέσον του οπίσθιου άξονα του ελκυστήρα.

Υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιρρωνύονται από την προσκομισθείσα έκθεση αυτοψίας η οποία συνοδεύεται από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας τροχαίας, αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού αποτελέσματος, τυγχάνει ο θανών πεζός. Ειδικότερα, ο σύζυγος και πατέρας αντιστοίχως, των εναγουσών, επιχείρησε ανέλεγκτα- δεδομένου, ότι η λεωφόρος Ποσειδώνος στο σημείο αυτό είναι ευθεία-, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της παραπάνω οδού, η οποία είναι μεγάλης κυκλοφορίας, σε σημείο όπου ναι μεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ωστόσο ο σηματοδότης που αφορούσε την κίνηση των πεζών ήταν σε κατάσταση ερυθρού φωτός [άρθρο 7 παρ. 1 β ΚΟΚ], χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί (λαμβανομένων υπόψιν και των συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή) ότι με την κίνηση του αυτή, δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων και δεν θα διακινδυνεύσει ο ίδιος, κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 4 του ΚΟΚ και έτσι συνετέλεσε με τις άνω ενέργειες και παραλείψεις του, αποκλειστικά στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, που επήλθε από τον οδηγό του φερομένου ως ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου.

Ο ισχυρισμός των εναγουσών, ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου έβαινε με αυξημένη για την περιοχή ταχύτητα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο ουδόλως αποδείχθηκε. [...].

Εφόσον λοιπόν, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος, η αγωγή των εναγουσών τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του θανασίμως τραυματισθέντος πεζού και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 3-12-2019 έφεση των συγγενών του θανόντος, ήδη αναιρεσειουσών, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2088/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, με όμοια κρίση, είχε απορρίψει την ένδικη από 21-12-2017 αγωγή τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος πεζού και της ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999, που εφάρμοσε, και των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 20 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου 2696/1999 (οι οποίες, αν και δεν μνημονεύονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, προκύπτουν, χωρίς αμφιβολία, από το όλο περιεχόμενο αυτού), τις οποίες δεν εφάρμοσε και, συνεπώς, παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές αυτές ανακύπτει ασάφεια, κενό και αντίφαση, ως προς τη θέση του πεζού, τη στιγμή κατά την οποία τον αντιλήφθηκε ή όφειλε να τον αντιληφθεί ο οδηγός του οχήματος, ώστε να κριθεί αν ήταν δυνατή η αποτροπή του ατυχήματος με έγκαιρη και αποτελεσματική τροχοπέδηση ή με την ενέργεια αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά, ή αν ο αποφευκτικός, προς τα αριστερά, ελιγμός που ενεργήθηκε, ήταν η μόνη ενδεδειγμένη κίνηση, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και το χρονικό προς τούτο περιθώριο, και, κατά συνέπεια, αν ο πιο πάνω οδηγός τήρησε τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν, από τις διατάξεις των άρθρων του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και του Α.Κ.

που παρατέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υποχρεώσεις ή αν τις παρέλειψε και, περαιτέρω, αν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεών του αυτών και του αποτελέσματος που επήλθε, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος (που παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη). Πιο συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζει πόσες λωρίδες κυκλοφορίας έχει το προς Γλυφάδα ρεύμα πορείας και σε ποια από αυτές εκινείτο ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, τη στιγμή της παράσυρσης του πεζού, πόση απόσταση είχε διανύσει επί του οδοστρώματος ο πεζός, μέχρι την παράσυρσή του και από ποια απόσταση ο οδηγός του αυτοκινήτου αντιλήφθηκε ή μπορούσε να τον αντιληφθεί, περιστατικά που είναι ουσιώδη, προκειμένου να ερευνηθεί, εάν ο οδηγός α) ενήργησε ως ο μέσος επιμελής και συνετός οδηγός, που κινείται εντός κατοικημένης περιοχής και πλησιάζει σε διάβαση πεζών, β) έλαβε υπόψη του τους παραπάνω προσδιοριστικούς παράγοντες, ώστε να φροντίσει να ελαττώσει στο ελάχιστο την ταχύτητα του οχήματός του και να επιτρέψει στον πεζό να ολοκληρώσει με ασφάλεια την κίνησή του στο οδόστρωμα, έστω και εάν αυτή δεν ήταν, επίσης, επιμελής και γ) ήταν δυνατόν να αποφύγει την παράσυρση του πεζού, είτε με έγκαιρη τροχοπέδηση, είτε με εκτέλεση πλέον ενδεδειγμένου αποφευκτικού ελιγμού.

Περαιτέρω, το Εφετείο, α) ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τροχοπέδησε, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να ακινητοποιήσει το όχημά του, "καθώς το βάρος του φορτίου που έφερε... κατέστησε την πέδηση αναποτελεσματική", αντιφατικά, έκρινε ότι η ταχύτητα των 50 χιλ./ώρα, με την οποία εκινείτο, ήταν κανονική, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί δεν μείωσε περαιτέρω την ταχύτητα, λαμβάνοντας υπόψη το φορτίο του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) και β) ενώ δέχεται ότι ο πεζός διέσχιζε το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, στη συνέχεια δέχεται ότι αυτός "προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του άνω οχήματος και στο δεξιό τμήμα του εμπρόσθιου προφυλακτήρα - φαναριέρα...", δημιουργώντας αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της προηγηθείσας κρίσης του, περί της, από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του οχήματος, κίνησης αυτού.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δημιουργούνται αμφιβολίες και δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά υπήχθησαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους, συνακόλουθα, παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες, του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 494/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που κατέθεσαν.

Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ