Supreme Court dismisses municipality's appeal on statute of limitations, ruling the lower court correctly applied the law.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding a contract dispute. The municipality argued the lower court misinterpreted a certification document to prove the statute of limitations had not expired, but the court found this argument irrelevant to the main issue of non-delivery. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the municipality was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the alleged distortion of a document does not concern a substantive matter essential to the final judgment.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 919 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 919/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου ...ς, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. ΑΕ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η νέα "Τ. Π. Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", μετά τη διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2011 αγωγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10304/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1683/2017 του Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-9-2017 αίτησή του και τους από 31-10-2018 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-1-2021 κλήση του ο αναιρεσείων επαναφέρει νόμιμα προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την από 27-9-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 31-10-2018 πρόσθετους αυτής λόγους μετά την ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 7-11-2020, στην οποία είχαν οίκοθεν προσδιοριστεί. Η υπό κρίση από 27-9-2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 1683/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου ...ς, που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε ουσία την από 22-9-2015 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ. 10304/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 24-5-2011 αγωγή της αρχικά ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Γ.
Τ. Τ. Ε. ΑΕ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος η αναιρεσίβλητη, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη επιδόθηκε στις 24-8-2017, όπως προκύπτει από την επ' αυτής επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή και η αναίρεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου ...ς στις 27-9-2017 (άρθ. 147 § 2, 495, 552,553, 556, 564 § 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Ο αναιρεσείων ΟΤΑ άσκησε με το από 31-10-2018 δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-2-2019 και επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 29-7-2019 (προσκομίζεται με επίκληση η υπ'αριθ. 842/29-7-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο ...ς ...) πρόσθετο λόγο αναίρεσης (άρθ.569 § 2 ΚΠολΔ) πλήττοντας την προσβαλλόμενη για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο.
Ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός, αφού πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ίδιο κεφάλαιο και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 5/1995, ΑΠ 21/1999).
Με το άρθρο 93 § 1 του Συντάγματος ορίζεται: "Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ με το άρθρο 94 ορίζεται "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.
Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4.
Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει".
Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις αυτές, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων, αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 § 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις (ΑΠ 1002/2020). Το άρθρο 1 του ΚΠολΔ ορίζει, ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά.
Εξάλλου, με το άρθρο 1 § 2 του Ν. 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 138/1966).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 67/2023). Η σύμβαση είναι διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 10/2003, ΑΕΔ 3/1999, ΑΠ 1498/2022, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, ΑΠ 365/2022). Με βάση τα προεκτεθέντα, η φύση του υπογράφοντος τη σύμβαση, η οποία και προσδιορίζει το τυπικό - οργανικό κριτήριό της, αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση.
Στην έννοια της διοικητικής σύμβασης υπάγονται εκείνες οι συμβάσεις που έχουν διοικητικό χαρακτήρα και συγκεκριμένα εκείνες στις οποίες συμβαλλόμενο είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και τούτο διότι μόνο αυτά μπορούν να εκδώσουν διοικητικές πράξεις, οι οποίες ελέγχονται ως προς τη νομιμότητά τους με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ ή των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 8/1992 ΕλλΔνη 1993. 1453).
Ουσιαστικά δηλαδή, γίνεται δεκτή η θεωρία του υποκειμένου ή του ιδιαίτερου ή αποκλειστικού δικαίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία η νομική ρύθμιση που περιέχει η σύμβαση θα πρέπει, λογιζόμενη ως κανόνας δικαίου, να έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο αναφοράς τουλάχιστον από τη μια πλευρά της έννομης σχέσης το κράτος ή μία από τις υποδιαιρέσεις του.
Η εξυπηρέτηση άμεσα δημοσίου σκοπού αποτελεί το δεύτερο ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως διοικητικής (ΣτΕ 4741/1988, ΣτΕ 3707/1987, ΣτΕ 1614/1992). Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι δραστηριότητες οι οποίες δεν επιδιώκουν εμφανή δημόσιο σκοπό, ακόμη και αν συντρέχουν τα άλλα κριτήρια, δεν εντάσσουν τη σύμβαση στην κατηγορία των διοικητικών (ΟλΣτΕ 2403/1997).
Η έννοια του δημοσίου σκοπού ταυτίζεται συνήθως με την έννοια του δημοσίου συμφέροντος συνιστάμενος σε αυτόν που έχει αναχθεί από το νόμο σε σκοπό της Πολιτείας. Κατά συνέπεια, ο επιδιωκόμενος σκοπός θα πρέπει να βρίσκεται σε άμεση και στενή σχέση με την αντίστοιχη κρίσιμη διοικητική ενέργεια (ΟλΑΠ 7/2001, ΑΠ 1682/2008, ΣτΕ 1372/2007, ΣτΕ 3193/2006).
Επιπλέον, αν και η έννοια του δημοσίου σκοπού, ως ένα από τα τρία κριτήρια, αντιμετωπίστηκε αρχικά με ευρύτητα από τη νομολογία, στη συνέχεια, περιορίστηκε με βάση το κριτήριο της άμεσης και όχι έμμεσης επιδίωξης δημόσιου σκοπού (ΣτΕ 2478/2011). Τέλος, η υπερέχουσα θέση της συμβαλλόμενης διοίκησης απέναντι στο συμμετέχοντα στη σύμβαση ιδιώτη αποτελεί το τρίτο σωρευτικά συντρέχον αναγκαίο κριτήριο (ΟλΣτΕ 3707/1987).
Αυτή η υπεροχή εκφράζεται με τη δυνατότητα μονομερών παρεμβάσεων στο συμβατικό δεσμό, καθιστώντας έτσι τη διοικητική σύμβαση, ως σύμβαση, που διέπεται από εξαιρετικό νομικό καθεστώς. Η ρήτρα αυτή της υπεροχής η οποία δεν προβλέπεται στο κοινό δίκαιο των συμβάσεων, προκύπτει είτε από τους όρους της σύμβασης, είτε από τη σχετική νομοθεσία που τη διέπει.
Η δε υπερέχουσα θέση της διοίκησης, προβλέπεται με σκοπό να εξυπηρετηθεί καλύτερα ο δημόσιος σκοπός και για το λόγο αυτό επιφυλάσσουν υπέρ της σειρά εξουσιών ως προνόμιο.
Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως διοικητικής, δεν αρκεί η ιδιότητα του συμβαλλόμενου ως οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά θα πρέπει να συντρέχει η επιδίωξη, με την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης, δημόσιου σκοπού, καθώς, επίσης, και η υπερέχουσα θέση του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του αντισυμβαλλόμενου.
Το τελευταίο συμβαίνει, ιδίως όταν παρέχεται η δυνατότητα, με βάση τη σχετική νομοθεσία ή και με τους όρους της ίδιας της σύμβασης αυτοτελώς, προς τον συμβαλλόμενο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση και να επιβάλλει κυρώσεις στον αντισυμβαλλόμενο του ( ΑΕΔ 21/2012, ΑΕΔ 42/2011, ΑΕΔ 21/1997, ΑΠ 1002/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος υπέγραψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΛΥΣΕΙΣ-Προϊόντα και Υπηρεσίες Ειδών και Μηχανημάτων Καθαριότητας Ανώνυμη Εταιρία": 1.
το υπ' αριθμ... συμφωνητικό προμήθειας-πώλησης ανταλλακτικών οχημάτων τύπου Mercedes, συνολικής αξίας 220.528,48 ευρώ, 2. α) το υπ' αριθμ. ... συμφωνητικό προμήθειας-πώλησης ειδών ένδυσης του προσωπικού του, καθώς και σαπουνιού και απορρυπαντικού πλυντηρίων, συνολικής αξίας 339.204,05 ευρώ, β) το υπ' αριθμ.... συμφωνητικό προμήθειας- πώλησης ειδών υπόδησης του προσωπικού του, συνολικής αξίας 10761,40 ευρώ, γ) το υπ' αριθμ. ...
συμφωνητικό προμήθειας-πώλησης ειδών ένδυσης του προσωπικού του, καθώς και πετσετών και σαπουνιού, συνολικής αξίας 82.699,05 ευρώ, και 3. το υπ' αριθμ. ... συμφωνητικό προμήθειας-πώλησης διαφόρων ειδών καθαρισμού, συνολικής αξίας 38.335,85 ευρώ. Οι εν λόγω συμβάσεις, επί των οποίων ερείδεται η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, διέπονται από τον ανωτέρω Ενιαίο Κανονισμό Προμηθειών, πλην όμως δεν αποτελούν διοικητικές συμβάσεις, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού ούτε δημόσιο σκοπό εξυπηρετούν, ούτε από τις μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις πωλήσεως, ούτε από το κανονιστικό καθεστώς που τις διέπει, ούτε από ρήτρες σ' αυτές προκύπτει ότι ο εναγόμενος, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, βρισκόταν, χάριν του σκοπού που επιδιώχθηκε με τις συμβάσεις, σε υπερέχουσα θέση η οποία δεν προσιδιάζει στον συναπτόμενο, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συμβατικό δεσμό, έναντι της πωλήτριας-αντισυμβαλλόμενης του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που έκρινε ότι η υπό κρίση διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ορθώς κατ' αποτέλεσμα, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω αναλυόμενες διατάξεις του νόμου. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καταφάσκοντας την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την ενώπιον αυτών αχθείσα ως άνω διαφορά, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες περί δικαιοδοσίας διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό Ι μείζονα πρόταση της παρούσης, οι προκείμενες συμβάσεις δεν πληρούσαν, αθροιστικά, τα τρία κριτήρια ώστε να θεωρηθούν ως διοικητικές, και ειδικότερα αυτό της επιδίωξης της ικανοποίησης σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, που ταυτίζεται συνήθως με την έννοια του δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο σε αυτόν που έχει αναχθεί από το νόμο σε σκοπό της Πολιτείας, που όμως, όπως γίνεται δεκτό, θα πρέπει να βρίσκεται σε άμεση και στενή σχέση με την αντίστοιχη κρίσιμη διοικητική ενέργεια, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω με τις συμβάσεις προμήθειας-πώλησης ειδών ένδυσης και υπόδησης του προσωπικού του αναιρεσείοντος, καθώς και σαπουνιού και απορρυπαντικού πλυντηρίων ως και διαφόρων ειδών καθαρισμού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του τιμήματος, πρέπει να περιέχει τη σύμβαση και το χρόνο κατάρτισής της, τα πωληθέντα είδη και τις επί μέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέντος είδους (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 818/2017, ΑΠ 1399/2011).
Εξ άλλου, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής. Για το ορισμένο των λόγων αυτών αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο, τόσον επί νομικής όσον και επί ποσοτικής/ποιοτικής αοριστίας, προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση του περιστατικού αυτού στο αναιρετήριο ή να αναφέρεται ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987 ΕλλΔνη 1987.1243, ΑΠ 1002/2017, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 566/2010).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 209 § 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν.3463/2006), οι προμήθειες των Δήμων, των Κοινοτήτων, των πάσης φύσεως Συνδέσμων τους, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών των Ο.Τ.Α. (Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α), όπως ισχύει, με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ 370/1995(ΦΕΚ 199 Α'), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί από το π.δ 105/2000 (ΦΕΚ 100 Α') και των αντιστοίχων του π.δ/τος 57/2000 (ΦΕΚ 45 Α').
Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 1 του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης [Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α Απόφαση Υπουργού Εσωτερικών 11389/6-3-1993 (ΦΕΚ Β',185), οι διατάξεις της οποίας καταργήθηκαν με την περ.82 της παρ.1 άρθρου 377 Ν. 4412/2016 (ΦΕΚ Α 147/08.08.2016), όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 18 Ν.4469/2017 (ΦΕΚ Α 62/3.5.2017)], οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού έχουν εφαρμογή στις προμήθειες των κάθε φύσεως υλικών, αναλωσίμων ή μη, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.1797/1988, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, που εκτελούνται από τους δήμους, τις κοινότητες, τους συνδέσμους τους, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 3 παρ.3 περ. γ' του ΕΚΠΟΤΑ, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν επίσης να συνάπτουν τις συμβάσεις προμηθειών προσφεύγοντας στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (1) `Οταν δεν υποβλήθηκε καμιά προσφορά μετά από πρόσκληση σε ανοιχτό ή κλειστό διαγωνισμό, στο μέτρο που οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν εχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς και εφόσον διαβιβάζεται στο νομάρχη, μαζί με τη σχετική απόφαση, αιτιολογημένη έκθεση.
Στην περίπτωση που η αξία της προμήθειας, χωρίς τον Φ.Π.Α., είναι ίση ή μεγαλύτερη των 200.000 ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων ή παραπάνω έκθεση υποβάλλεται και στην επιτροπή ευρωπαϊκών κοινοτήτων. (2) `Οταν τα σχετικά είδη κατασκευάζονται αποκλειστικά για σκοπούς ερευνών, πειραμάτων προτύπων εφαρμογής και μελετών ή ανάπτυξης ή όταν στα πλαίσια ερευνητικών κατασκευών κριθεί σκόπιμο ότι υλικά που παράγονται σε πειραματικό στάδιο πρέπει να ανατεθούν στις συμμετέχουσες στην πειραματική κατασκευή επιχειρήσεις.
Στην περίπτωση όμως παραγωγής ποσοτήτων ικανών να εξασφαλίσουν εμπορική βιωσιμότητα στο προϊόν ή την απόσβεση δαπανών έρευνας και ανάπτυξης η διάταξη αυτή δεν ισχύει, εκτός εάν πρόκειται για προϋπολογιζόμενο ποσό προμήθειας μικρότερο των 200.000 ΕCU, εκτός ΦΠΑ. (3) `Οταν για τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους ή για όρους που αφορούν στην προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας τα προς προμήθεια είδη μπορούν να κατασκευαστούν μόνο από ορισμένο προμηθευτή. (4) Στο βαθμό που είναι απόλυτα αναγκαίο, όταν για κατεπείγοντες λόγους οφειλομένους σε γεγονότα που δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν από τις αναθέτουσες αρχές, δεν ειναι δυνατό να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται στους ανοικτούς ή κλειστούς διαγωνισμούς.
Οι περιστάσεις που δικαιολογούν το επείγον δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση, να οφείλονται στις αναθέτουσες αρχές. (5) Για τις συμπληρωματικές προμήθειες που πραγματοποιούνται από τον αρχικό προμηθευτή και προορίζονται είτε για τη μερική αντικατάσταση κανονικών προμηθειών ή εγκαταστάσεων ή για επέκταση υφιστάμενων προμηθειών ή εγκαταστάσεων, εφόσον η αλλαγή προμηθευτή θα υποχρέωνε την αναθέτουσα αρχή να αποκτήσει υλικό με διαφορετικό τεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία θα ήταν ασυμβίβαστα ή θα προκαλούσαν δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες ως προς τη χρήση και συντήρηση.
Η διάρκεια αυτών των συμβάσεων καθώς και των ανανεώσιμων συμβάσεων δεν επιτρέπεται, κατά γενικό κανόνα, να υπερβαίνει τα τρία έτη. (6) `Οταν οι προμήθειες χαρακτηρίζονται απόρρητες ή όταν η εκτέλεσή τους πρέπει να συνοδεύεται από ειδικά μέτρα ασφαλειας με βάση νόμο, κανονισμό ή διοικητική πράξη ή όταν αυτό απαιτούν βασικά συμφέροντα της ασφάλειας του Κράτους.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθ. 13 παρ.2 του ν.2503/1997 επαναφέρονται σε ισχύ οι περί προμηθειών διατάξεις των π.δ/των 28/1980 (ΦΕΚ 11Α`) και 410/1995 (ΦΕΚ 231 Α`) προκειμένου περί προμηθειών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου βαθμού (Ο.Τ.Α), των συνδέσμων τους και συμβουλίων περιοχής, των δημοτικών και κοινοτικών τους ιδρυμάτων και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου, που αφορούν καύσιμα και ελαιολιπαντικά, γραφική ύλη και ανταλλακτικά μηχανημάτων και οχημάτων, τρόφιμα και λοιπά αναλώσιμα είδη παντοπωλείου και φάρμακα, τηρουμένων κατά τα λοιπά των κοινοτικών διατάξεων και των διατάξεων των παραγράφων 1 έως και 11 και 14 έως και 16 του άρθρου 2 του ν.2286/1995.
Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και για όλες τις προμήθειες των εξαιρούμενων με την παράγραφο 5.1. του άρθρου 1 του ν.2286/1995 φορέων που λειτουργούν με τη μορφή νομικών προσώπων των Ο.Τ.Α πρώτου βαθμού. Με το άρθρο 2 του ως άνω νόμου 2286/1995 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 199 παρ.1Α περ.43ν.4281/2014) ορίζεται ότι:"1...12.
Οι διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων προμηθειών διακρίνονται σε συνοπτικές, ανοικτές, κλειστές και με διαπραγμάτευση : α) Ανοικτές είναι οι διαδικασίες (ανοικτός διαγωνισμός) που κάθε ενδιαφερόμενος προμηθευτής μπορεί να υποβάλλει προσφορά. β) Κλειστές είναι εκείνες (κλειστός διαγωνισμός) που μόνο οι προμηθευτές οι οποίοι έχουν προσκληθεί από το φορέα, που διενεργεί το διαγωνισμό, μπορούν να υποβάλλουν προσφορά.
γ) Συνοπτικές (πρόχειρος διαγωνισμός) είναι οι διαδικασίες που διενεργούνται μόνο για τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών αγαθών αξίας κάτω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ECU, ετησίας συνολικής δαπάνης, καθοριζομένης εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ήδη Υπουργού Ανάπτυξης). Στις διαδικασίες των εδαφίων α` και β` απαιτείται προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 41 ν.δ.496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου": "Πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Tο παραπάνω ποσό των 10.000 δραχμών αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές από τις 9-7-1992 με την 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και σε 2.500 ευρώ από τις 7-8-2002 με τη 2/42053/0094/7-8-2002 απόφαση του ίδιου υπουργού.
Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ.1 του ίδιου κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αντίστοιχων εκείνης του άρθρου 80 του ν. 2362/1995 "περί κώδικος δημοσίου λογιστικού" που αντικατέστησε το ν.δ. 321/1969 "περί κώδικος δημοσίου λογιστικού", οι οποίες αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 παρ. 1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ.
ως άνω συμβάσεις, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση. Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτουμένου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Η πρόταση όμως για την κατάρτιση της συμβάσεως και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη εγγράφου αποδοχής, εάν εκπληρωθεί η σύμβαση (ΑΠ 493/2020, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015). Έτσι, η ακυρότητα αίρεται σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1423/2022).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για μεν τις συμβάσεις προμηθείας που έχουν αντικείμενο μέχρι το ποσό των 2.500 ευρώ, δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, για δε τις συμβάσεις μεγαλυτέρου ποσού απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει εγγράφως. Αν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη και στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
Α.Κ.), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 243/2021, ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 766/2014). Την ακυρότητα από την έλλειψη του τύπου μπορεί να προτείνει και αυτός που ενώ γνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παρατύπου συμβάσεως, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά τα άνω, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημοσίας τάξεως (ΑΠ 493/2020, ΑΠ 91/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.,458,460, 462 και 463 ΑΚ προκύπτει ότι επί εκχωρήσεως απαιτήσεως, η απαίτηση του εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό του όνομα τις αγωγές, τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή δανειστή.
Επί εκχωρήσεως δε, ο οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών.
Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, ο εκδοχέας γίνεται, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη. Έκτοτε ο εκδοχέας είναι ο μόνος που νομιμοποιείται ενεργητικώς στην άσκηση της αγωγής κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 114/2008).
Η αναγγελία της εκχωρήσεως η οποία είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εκδοχέας να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαιτήσεως που του εκχωρήθηκε δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο. Έτσι μπορεί να γίνει εγγράφως ή προφορικώς, όπως και με επίδοση αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως.
Η επίδοση αυτή συνιστά αναγγελία της εκχωρήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής. Αν όμως πρόκειται για εκχώρηση απαίτησης κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η αναγγελία πρέπει να γίνει κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 53 του ν.δ.496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", σύμφωνα με το οποίο: "1.
Δια πάσαν κατάσχεσιν χρημα¬τικής απαιτήσεως εις χείρας του νομικού προσώπου ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του νομικού προσώπου κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του νομικού προσώπου και εις το αρμόδιον δια την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού.
Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο υπάγεται φορολογικώς ο καθ' ου η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατυπώσεις, είναι άκυρος".
Η μη τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, επάγεται την ακυρότητα της εκχώρησης έναντι του νπδδ, κάθε δε γενόμενη αναγγελία με οποιοδήποτε άλλο τρόπο θεωρείται απολύτως άκυρη και κατ` αυτεπάγγελτο ακόμη έλεγχο του Δικαστηρίου (ΑΠ 480/2006, ΑΠ 176/1974, ΝοΒ 1974/1058). Η ασκηθείσα αγωγή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη έναντι του εκδοχέα πρέπει να περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που αναφέρονται στις οικείες για την θεμελίωση της κυρίας αξίωσης διατάξεις, αν δε πρόκειται για σύμβαση πωλήσεως, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή των πωληθέντων κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, πραγμάτων ενδεχομένως με ενσωμάτωση στην αγωγή των εκδοθέντων τιμολογίων, ο δε οφειλέτης, αμυνόμενος, μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ΟΤΑ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη κατ' άρθρα 118 και 216 του ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι αναφέρονται σ' αυτήν τα ουσιώδη στοιχεία τόσον των επιδίκων εγκύρων συμβάσεων πωλήσεως, όσον και των συμβάσεων εκχωρήσεως και γενικώς τα στοιχεία που θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής κατά του εναγομένου, μολονότι ο ίδιος, τόσον πρωτοδίκως όσον και με την έφεσή του υποστήριξε ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι, αν και επί εκχωρήσεως δεν μεταβάλλεται η φύση της απαιτήσεως, δηλ.
ο εκδοχέας ενασκεί την απαίτηση του εκχωρητή, παρ' όλα αυτά η ενάγουσα δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σ'αυτήν στη διαδικασία ανάθεσης και εκτέλεσης των προμηθειών, για τις οποίες υπογράφηκαν τα επίδικα συμφωνητικά προμήθειας - πώλησης μεταξύ του Δήμου ...ς και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΥΣΕΙΣ - προϊόντα και υπηρεσίες ειδών και μηχανημάτων καθαριότητας Ανώνυμη Εταιρία", και επίσης ουδέν αναφέρει για το αν, πότε και με ποιόν τρόπο η προμηθεύτρια παρέδωσε τα πωλούμενα εμπορεύματα στον Δήμο, δηλαδή για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα παράδοση των εμπορευμάτων, για την ύπαρξη ή μη βεβαιώσεων καλής εκτέλεσης, πολύ δε περισσότερο δεν κάνει την παραμικρή αναφορά για το ποια παραστατικά (τιμολόγια - δελτία αποστολής) εξέδωσε για τις επίδικες πωλήσεις, με συνέπεια να μην είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν οι επίδικες συμβάσεις, βάσει των οποίων άσκησε η ενάγουσα την αγωγή της, είναι έγκυρες ή άκυρες και αν κατά συνέπεια μπορούν τα συμβαλλόμενα μέρη να προβάλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, ούτε και αν η προμηθεύτρια εταιρία παρέδωσε πράγματι τα πωλούμενα εμπορεύματα στον Δήμο προσηκόντως και εμπροθέσμως και εξέδωσε σχετικά παραστατικά (τιμολόγια- δελτία αποστολής).
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 24-5-2011 αγωγής, όπως αυτό παραδεκτά διορθώθηκε και συμπληρώθηκε πρωτοδίκως, προκύπτει ότι η ενάγουσα "Γ. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, ανέφερε σ' αυτήν, ότι δυνάμει των από 13-12-2006, 5-2-2007 και 21-7-2006 συμβάσεων εκχώρησης - ενεχύρασης απαιτήσεων η οφειλέτριά της - πιστούχος εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΥΣΕΙΣ - Προϊόντα και Υπηρεσίες Ειδών και Μηχανημάτων Καθαριότητας Ανώνυμη Εταιρία", της εκχώρησε τις απαιτήσεις της κατά του εναγομένου ΟΤΑ, που απέρρεαν από τις υπ' αριθ. ... (η πρώτη), ..., ..., ... (η δεύτερη), ... (η τρίτη), έγκυρες συμβάσεις προμήθειας υλικού που συνήψε με τον εναγόμενο, ύψους 220.528,48 ευρώ η πρώτη, 432.664,50 ευρώ η δεύτερη και 38.335,85 ευρώ η τρίτη και συνολικού ύψους 691.528,78 ευρώ, προς εξασφάλιση κάθε απαίτησης αυτής από την αναφερόμενη υπ' αριθ. 005-952417/25-5-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και των αναφερομένων πρόσθετων αυξητικών της πράξεων, ποσού 1.700.000 ευρώ, πλέον τόκων, προμηθειών και εξόδων και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή μη των απαιτήσεων αυτών.
Ότι τις ανωτέρω συμβάσεις εκχώρησης - ενεχύρασης επέδωσε νομίμως στο εναγόμενο, με την κοινοποίησή της στο τελευταίο και στις αναφερόμενες δημόσιες αρχές στις 14.12.2006 (την πρώτη), 8-2-2007 (τη δεύτερη) και 24-7-2006 (την τρίτη). Ενόψει αυτών, ζήτησε, επικαλούμενη τις διατάξεις από τη σύμβαση, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, να της καταβάλει το ποσό των 691.528,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για το ποσό των 220.528, 48 ευρώ από 19-2-2007, για το ποσό των 432.664,50 ευρώ από 9-3-2007 και για το ποσό των 38.335,85 ευρώ από 23-9-2006, ημεροχρονολογίες κατά τις οποίες καθίστατο απαιτητό το χρέος του εναγομένου προς αυτή κάθε φορά, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Με τις πρωτόδικες προτάσεις της η ενάγουσα προσκόμισε με επίκληση τις κρίσιμες συμβάσεις πωλήσεως, στις οποίες αναλυτικά εκτίθενται κατά ποσότητα και τιμή μονάδος τα πωληθέντα είδη και ότι η πιστούχος -πωλήτρια εταιρία εκπλήρωσε πλήρως τις εκ των συμβάσεων πωλήσεως προκύπτουσες υποχρεώσεις της χωρίς να της καταβληθεί το τίμημα.
Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε, αναφέρει τις κρίσιμες έγκυρες συμβάσεις πωλήσεως, οι οποίες καταρτίστηκαν εγγράφως, κατά τα εκτιθέμενα, όσο και τις συμβάσεις εκχώρησης - ενεχυρίασης καθώς και την νομότυπη αναγγελία της εκχώρησης, ενώ με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου η ενάγουσα συμπλήρωσε την αγωγή της με ειδική αναφορά ως προς τις βεβαιώσεις εμπρόθεσμης και προσήκουσας παράδοσης των πωληθέντων πραγμάτων και ως προς τις ημερομηνίες παράδοσης αυτών.
Επομένως, η αγωγή που άσκησε η εκδοχέας κατά του οφειλέτη-αναιρεσείοντος ζητώντας το τίμημα πωλήσεως από τις αναφερόμενες επιγραμματικά έγκυρες συμβάσεις, είναι ως εκ τούτου επαρκώς ορισμένη. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε, ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεχόμενο ότι "...περιέχει, κατ'άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, και ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτήν τα ουσιώδη στοιχεία τόσο των επιδίκων εγκύρων συμβάσεων πωλήσεως, όσο και των συμβάσεων εκχωρήσεως- ενεχυριάσεως, καθώς και η αναγγελία της εκχωρήσεως...", δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει αυτήν απαράδεκτη, λόγω ποσοτικής αοριστίας της και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 922/2018). Για το παραδεκτό του λόγου πρέπει να είχε γίνει επίκληση του εγγράφου κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 109/2008, ΑΠ 378/2011), ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται:
α)το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β)το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ)ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ)το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη (ΑΠ 333/2011, 1288/2017).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, απαντώντας στον τρίτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο προσβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη του περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό λόγο μέρος της, τα ακόλουθα: "...Δυνάμει της υπ'αριθμ. ...
συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι ήδη η εφεσίβλητη (...) χορήγησε στην εδρεύουσα στην ... ΑΕ με την επωνυμία "ΛΥΣΕΙΣ-Προϊόντα και Υπηρεσίες Ειδών και Μηχανημάτων Καθαριότητας Ανώνυμη Εταιρία" πίστωση μέχρι του ποσού των 1.700.000 ευρώ.
Η ανωτέρω εταιρία εις εκτέλεση των κατωτέρω συμβάσεων προμηθείας-πωλήσεως, που συνήψε με τον εναγόμενο Δήμο πώλησε και παρέδωσε προς αυτόν: 1) δυνάμει της υπ'αριθμ.... συμβάσεως ανταλλακτικά οχημάτων τύπου Mercedes, συνολικής αξίας 220.528,48 ευρώ(βλ.3166/9-12-2006 βεβαίωση εναγόμενου περί καλής και εμπρόθεσμης εκτελέσεως), 2.α)δυνάμει της υπ ' αριθμ....
συμβάσεως είδη ενδύσεως και υποδήσεως του προσωπικού του και είδη σαπουνιού και απορρυπαντικό πλυντηρίων, συνολικής αξίας 339.204,05 ευρώ, β) δυνάμει της υπ'αριθμ.... συμβάσεως είδη υποδήσεως του προσωπικού του, συνολικής αξίας 10.761,40 ευρώ, γ) δυνάμει της υπ'αριθμ.... συμβάσεως είδη ενδύσεως του προσωπικού, πετσέτες και σαπούνια, συνολικής αξίας 82.699,05 ευρώ (βλ. 7/29-1-2007 βεβαίωση εναγόμενου περί καλής και εμπρόθεσμης εκτελέσεως), και 3.
δυνάμει της υπ'αρΙθμ.... συμβάσεως είδη καθαρισμού, συνολικής αξίας 38.335,85 ευρώ (βλ.... βεβαίωση εναγομένου περί καλής και εμπρόθεσμης εκτελέσεως). Σύμφωνα με ρητό όρο των ως άνω συμβάσεων "η εξόφληση της σχετικής δαπάνης θα γίνεται εντός εβδομήντα εργασίμων ημερών, μετά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου και την θεώρηση του αντίστοιχου χρηματικού εντάλματος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, όπως ορίζει το πδ 172/1997".
Έτσι, για την πρώτη σύμβαση η εξόφληση έπρεπε να γίνει μέχρι την 19-2-2007, για τις υπό στοιχ.2α, β,γ συμβάσεις μέχρι την 9-4-2007 και για την τρίτη σύμβαση μέχρι την 23-9-2006. Από τις εν λόγω ημεροχρονολογίες αφετηριάζεται και η παραγραφή των επιμέρους απαιτήσεων της προμηθεύτριας του εναγομένου και επομένως, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, που κατατέθηκε την 17-6-2011 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 28-6-2011, δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή καμμία από τις επιμέρους ως άνω απαιτήσεις της πωλήτριας... ".
Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το εν λόγω υπ'αριθ. πρωτ. 7/29-1-2007 έγγραφο, με θέμα "Βεβαίωση καλής και εμπρόθεσμης εκτέλεσης προμήθειας", το οποίο ρητά μνημονεύει, αποκλειστικά και μόνον για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας και απορρίψεως της επαναφερθείσας στο εφετείο, με τον τρίτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, ενστάσεως παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης και όχι για να στηρίξει το αποδεικτικό της πόρισμα περί παραδόσεως των πωληθέντων εμπορευμάτων, την οποία (παράδοση) δεν αμφισβήτησε ο αναιρεσείων.
Επομένως, ο ουσιώδης ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε και ελήφθη υπόψη από το εφετείο το εν λόγω έγγραφο, δεν ήταν αυτός της μη παράδοσης του συνόλου των πωληθέντων πραγμάτων, αλλά της παραγραφής, για την απόρριψη του οποίου, όμως, δεν προβάλλεται πλημμέλεια με το αναιρετήριο και τους προσθέτους λόγους.
Επομένως, ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον άριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω υπ' αριθ. πρωτ. 7/29-1-2007 εγγράφου, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, αφού η προβαλλόμενη παραμόρφωση δεν αφορά σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα.
Κατόπιν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 176 και 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 § 2 ν. 3463/2006 σε συνδ. με άρθρο 285 ν. 3852/2010 (ΑΠ 189/2021) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2017 αίτηση του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος ...ς" και τον από 31-10-2018 πρόσθετο αυτής λόγο για αναίρεση της υπ'αριθ. 1683/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου ...ς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ