Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
919/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against dismissal for computer fraud, upholding disciplinary action as proportional.

Geschäftsnummer 919/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his final dismissal from an agricultural cooperative. The appellant admitted to altering computer records to inflate commission fees, which constituted a criminal offense and a serious breach of duty. The court ruled that the dismissal was not excessive, as the act threatened the organization's financial integrity and reputation, thereby justifying the disciplinary penalty under the principle of good faith.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Article 281 of the Civil Code; Article 46 of Law 2169/1993; The employer's disciplinary right to ensure organizational order does not exceed the bounds of good faith and social purpose, allowing dismissal for acts that threaten the entity's financial or moral standing.

Schlagwörter

KI-generiert
disciplinary dismissal computer fraud good faith principle agricultural cooperative proportionality of penalty criminal offense employment contract Missbrauch einer Datenverarbeitungsanlage

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 281 of the Civil Code
Article 46 of Law 2169/1993
Common Decision of the Ministers of Agriculture and Labour 27346/1990
Article 559 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 919 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 919/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ι. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ΕΝΩΣΕΩΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ - ΤΥΡΝΑΒΟΥ - ΑΓΙΑΣ, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΝΩΣΕΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ (ΠΑΣΕΓΕΣ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν αμφότερες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοντομαρίνο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 354/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 638/2003 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 7 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η επιβολή πειθαρχικής ποινής από τον εργοδότη (ή από πειθαρχικό συμβούλιο που ενεργεί ως όργανό του), όπως προβλέπεται είτε από την εργασιακή σύμβαση είτε από το νόμο, αποσκοπεί στην ευταξία και την εύρυθμη λειτουργία της επιχειρήσεως και, άρα, συνιστά άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο προαναφερόμενος σκοπός του δικαιώματος αυτού (άρθρο 281 ΑΚ).

Εξάλλου με το άρθρο 46 του ν. 2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα ακόλουθα: Το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α)τακτικό, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης.

Η υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" (ΦΕΚ 700/7-11-1990 τ.Β), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Κατά το άρθρο 56 του Κανονισμού αυτού -ο οποίος έχει ισχύ νόμου- η υπαλληλική σχέση του τακτικού (μόνιμου) προσωπικού των αγροτικών συνεταιρισμών, στο οποίο ανήκει το υπόλοιπο προσωπικό, εκτός από το έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου μη δυναμένου να υπερβεί το δωδεκάμηνο για την αντιμετώπιση έκτακτων ή εποχιακών αναγκών (άρθρα 6,7,8), λύεται, εκτός άλλων, και με απόλυση.

Κατά το άρθρο 58 του ίδιου Κανονισμού η σχέση εργασίας λύεται α)αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος, β)αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση 35ετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, γ)λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας, δ) λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και ε)λόγω καταργήσεως θέσεως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 50 παρ. 1 του Κανονισμού οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από το διοικητικό συμβούλιο και είναι α) η γραπτή επίπληξη, β) το πρόστιμο αποδοχών μέχρι ενός μήνα, γ) η προσωρινή (μέχρι τριών μηνών) απόλυση, με στέρηση αποδοχών και δ) η οριστική απόλυση. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι παραπάνω πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται ανάλογα με τη σοβαρότητα του παραπτώματος κατά δίκαιη κρίση, ειδικά δε οι ποινές της προσωρινής και της οριστικής απόλυσης επιβάλλονται για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις έντονης και αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς, η οποία διατάραξε ή μπορεί να διαταράξει τη συνεργασία στις σχέσεις του προσωπικού, την πειθαρχία και την εύρυθμη λειτουργία της Οργάνωσης.

Στο άρθρο 49 του Κανονισμού ορίζεται η έννοια του πειθαρχικού αδικήματος και ενδεικτικά αναφέρονται πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων και η απρεπής συμπεριφορά του υπαλλήλου προς τους συναδέλφους του, τους συνεταίρους ή τους συναλλασσόμενους με την Οργάνωση καθώς και η διάπραξη οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης.

Τέλος στα άρθρα 51 και 52 του Κανονισμού καθορίζονται τα όργανα ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου και οι σχετικές εγγυήσεις υπέρ του εγκαλουμένου, ορίζεται δε περαιτέρω ότι πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν ποινή βαρύτερη από την προσωρινή απόλυση τριών μηνών δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται, εάν δεν τύχουν προηγουμένως της εγκρίσεως του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων -άγνωστο πότε ακριβώς, πάντως πριν από το έτος 1997- προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, στην οποία και πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως λογιστής, αρχικά στο κονσερβοποιείο ελαιών Ευαγγελισμού και στη συνέχεια στο εκκοκιστήριο βάμβακος Αγίου Γεωργίου.

Και ενώ μέχρι τον Ιανουάριο του 2001 διήγε έντιμο ατομικό και οικογενειακό βίο, κατά το διάστημα από 22-1-2001 μέχρι 8-2-2001, ενεργώντας κατ' εντολή του προϊσταμένου του Α. Δ., διευθυντή της ως άνω επιχείρησης, με σκοπό να αποκομίσουν οι μεσίτες Κ. Α. και Α. Μ. παράνομο περιουσιακό όφελος, με βλάβη της περιουσίας της πρώτης εναγομένης, αποφάσισε να εκτελέσει πλημμέλημα, πείθοντας, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, τον αρμόδιο υπάλληλο αυτής να καταβάλει στους ως άνω μεσίτες χρηματικά ποσά, τα οποία δεν εδικαιούντο ως δήθεν μεσιτική αμοιβή τους.

Ειδικότερα επενέβη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή-μηχανογραφικό σύστημα της πρώτης εναγομένης και με την προσθήκη μη ορθών στοιχείων στα τηρούμενα από τον υπολογιστή στοιχεία, επαύξησε τα ποσά της μεσιτικής αμοιβής που εδικαιούντο να λάβουν οι ως άνω μεσίτες κατά τα ποσά των 998.907 δραχμών και 118.790 δραχμών, πλην απέτυχε του σκοπού του, καθόσον η αρμόδια υπάλληλος της εναγομένης αντιλήφθηκε την παράνομη επέμβαση στον υπολογιστή και αρνήθηκε να καταβάλει σ'αυτούς τα παραπάνω ποσά.

Όταν διαπιστώθηκε η παραποίηση - αλλοίωση των στοιχείων του υπολογιστή διενεργήθηκε έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων ομολόγησε την πράξη του και στη συνέχεια ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της νόθευσης εγγράφου κατ' εξακολούθηση, ύστερα από την υποβολή της από 2-4-2001 σχετικής μηνυτήριας αναφοράς της πρώτης εναγομένης.

Συγχρόνως ο ενάγων διώχθηκε πειθαρχικώς για την παραπάνω πράξη του, για την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν η ποινή της οριστικής απόλυσης με τη 1424/6-4-2001 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης (που ενεργούσε ως το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο), η οποία επικυρώθηκε με την 141/29-11-2001 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ΠΑΣΕΓΕΣ, που ενεργούσε ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο.

Η πειθαρχική αυτή ποινή δεν είναι υπέρμετρα αυστηρή, αλλά ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος του ενάγοντος, το οποίο -έστω και με εντολή του διευθυντή της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης- πέραν της πειθαρχικής απαξίας, συνιστά και αξιόποινη πράξη, πλημμεληματικού μάλιστα χαρακτήρα, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση και κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, μπορούσε δε να προκαλέσει σοβαρή οικονομική ζημία προς όφελος τρίτων και σε βάρος της πρώτης εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι δεν επήλθε τελικώς το αποτέλεσμα αυτό από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του ειδικότερα λόγω της εξιδιασμένης επιμέλειας και προσοχής που επέδειξαν άλλοι υπάλληλοι αυτής, οι οποίοι αντιλήφθηκαν εγκαίρως τα τεκταινόμενα.

Η πράξη αυτή του ενάγοντος μπορούσε να προκαλέσει επίσης και ηθική ζημία και μείωση του κύρους της πρώτης εναγομένης, ως συλλογικού οργάνου εκπροσώπησης των παραγωγών - μελών των αγροτικών συνεταιρισμών, που τη συγκροτούν. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση- έκρινε ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που ασκήθηκε δια μέσου της ως άνω πειθαρχικής διαδικασίας.

Με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αναλογίας της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως του αναιρεσείοντος προς τη βαρύτητα του παραπτώματός του και επομένως πρέπει να απορριφθoύν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δύο λόγοι της αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2004 αίτηση του Ε. Ν. για αναίρεση της 638/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Aπριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ