Supreme Court allows appeal against public entity's default judgment on unjust enrichment claim due to misapplication of limitation period rules.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against a lower court's default judgment in favor of a private company seeking payment from the Greek State. The company argued that the State's defense regarding the statute of limitations was invalid because a prior lawsuit had interrupted the limitation period under Article 263 of the Civil Code. The court found the lower court erred by applying only the specific limitation rules for the State (Article 93 of Law 2362/1995) and ignoring the general interruption rule applicable to all claims against the State. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 93 of Law 2362/1995; Article 263 of the Civil Code: The general rule on the interruption of the limitation period applies to claims against the State, and the lower court erred by excluding it in favor of the specific limitation provisions.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 918 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 918/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξ. Κ. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζωητό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15980/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2856/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, με την από 3.4.2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει νομιμοτόκως, με βάση την από 25.4.2009 έγκυρη σύμβαση έργου (κύρια αγωγική βάση), άλλως, σε περίπτωση ακυρότητας της ως άνω σύμβασης, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού (επικουρική βάση), το ποσό των 26.560 ευρώ ως οφειλόμενη αμοιβή της για το έργο που εκτέλεσε προσηκόντως, ήτοι την παραχώρηση σ' αυτό (εναγόμενο) των αναφερόμενων αιθουσών και δωματίων του ξενοδοχείου της με τον τίτλο "D.
A. P. & S." στο ..., την διάθεση του αναφερόμενου εξοπλισμού και την παροχή των αναφερόμενων επισιτιστικών υπηρεσιών, προκειμένου να διοργανώσει η Γενική Γραμματεία Ισότητας του εναγομένου στο ως άνω ξενοδοχείο, κατά το χρονικό διάστημα από 5.5.2009 έως και 6.5.2009, το συνέδριο με τίτλο "GENDER Budgeting". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 15980/2019 απόφασή του, δέχθηκε την ως άνω αγωγή κατά την επικουρική βάση της (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ανωτέρω ποσό.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 29.9.2020 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. 2856/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η εν λόγω έφεση και εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή της ενάγουσας κατά την επικουρική βάση της, με την αιτιολογία ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, η οποία ελήφθη υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αφού προηγουμένως απορρίφθηκε η ασκηθείσα καθ' υποφοράν με την αγωγή αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής της αξίωσης αυτής κατ' άρθρο 263 ΑΚ λόγω επανέγερσης της αγωγής εντός εξαμήνου από προγενέστερη αγωγή της που είχε διακόψει την παραγραφή και από την οποία (αγωγή) είχε παραιτηθεί.
Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης η ενάγουσα-εφεσίβλητη εταιρία άσκησε την κρινόμενη από 24.9.2021 αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο και γι' αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο (ΑΠ 52/2021, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017).
Την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 εδ. α' ΑΚ, ενώ κατά την έννοια του εδαφίου β' του ως άνω άρθρου (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013), μετά την με τον τρόπο αυτό επέλευση της διακοπής, αποτελεί διακοπτικό γεγονός και κάθε μετέπειτα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 148/2017), όπως η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κλπ.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Το διακοπτικό, δηλαδή, αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την παραίτηση του ενάγοντος από την αγωγή ή με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί και πάλι αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση ή την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.
Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι, ουσιαστικά, αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στο δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του, τη δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει ελλείψεις της αρχικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς (π.χ.
λόγω έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης), χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης. Παρέχεται, έτσι, ένας επιπλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει, όμως, στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής.
Περαιτέρω, ο Ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1.1.2015 Ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), αλλά έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού, κατ' άρθρο 183 παρ. 2 γ', οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 (που αφορά, μεταξύ άλλων, την παραγραφή, αναστολή και παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Κεφαλαίου Β' του Μέρους Δ' ισχύουν για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή, όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ.
α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν με τα αντίστοιχα άρθρα 140 παρ. 1 και 141 του Ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α) το άρθρο 90 παρ. 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β) το άρθρο 91 εδ. α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, ακόμη και αν πηγάζει από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 2116/2013, ΑΠ 1047/2012), παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 93 του ανωτέρω Ν. 2362/1995, "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως,....
γ) Με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως..., δ) Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται, ε) Με την έκδοση τίτλου πληρωμής... στ) Με την αναγνώριση της απαιτήσεως υπό του Δημοσίου με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών.
Αυτό ισχύει επί οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) του ιδίου ως άνω νόμου "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 93 του ως άνω νόμου τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 494/2022, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 15/2020).
Ωστόσο, ενώ σύμφωνα με την περίπτωση α' του ως άνω άρθρου 93 του Ν. 2362/1995 η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, δεν ρυθμίζεται με αυτήν το ζήτημα της τύχης του διακοπτικού της παραγραφής αποτελέσματος από την άσκηση της αγωγής, σε περίπτωση επανέγερσης αυτής, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της αρχικής αγωγής ή μετά την έκδοση απόφασης που απορρίπτει αυτήν τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Είναι βέβαιο, ότι οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2362/1995 έχουν ειδικό χαρακτήρα και επιδιώκουν, μεταξύ άλλων, τον περιορισμό, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, των τρόπων διακοπής της παραγραφής. Από την όλη, όμως, ρύθμιση του ως άνω άρθρου 93, η παράγραφος 1 του οποίου ταυτίζεται με αυτήν του άρθρου 261 εδ. α' ΑΚ, που, κατά τα ανωτέρω, συνδέεται νοηματικά και ολοκληρώνεται κατ' αποτέλεσμα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ουδόλως προκύπτει, ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης.
Ο μη αποκλεισμός της, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της επιείκειας που εφαρμόζεται σε όλο το δίκαιο και δικαιολογεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την παρεχόμενη με το άρθρο 263 ΑΚ εύνοια προς το δανειστή που δεν αδράνησε, αλλά εγκαίρως υπέβαλε την υπόθεσή του στο δικαστήριο. Υφίσταται, συνεπώς, ακούσιο νομοθετικό κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 263 ΑΚ και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 1484/2022, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 82/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως για το ζήτημα της παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας τα ακόλουθα: "Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ως προς παρασχεθείσες υπηρεσίες, που αποδέχθηκε το εναγόμενο και κατέστη ως προς την αξία τους αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, για τις οποίες εκδόθηκε η με αρ. ...
απόδειξη παροχής υπηρεσιών, από την έναρξη της παραγραφής, στις 31-12-2009, έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση 6-4-2017 και επίδοση στο εναγόμενο στις 25-4-2017) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται από την κατάθεση, στις 1-3-2014, της από 28-2-2014 αγωγής ομοίου περιεχομένου, καθόσον αυτή δεν μπορεί να λειτουργήσει ως διακοπτικό της παραγραφής της αξίωσής της γεγονός, ενόψει της παραίτησης της ενάγουσας από το δικόγραφο αυτής, με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, η οποία (παραίτηση) κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι έγκυρη και έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι η αρχική αγωγή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα..., με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι δεν έχουν επέλθει οι έννομες συνέπειες από την κατάθεσή της, μεταξύ των οποίων και η διακοπή της παραγραφής των σχετικών αξιώσεων...
Επομένως, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει στην 5ετή παραγραφή, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη και από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 94 παρ. 3 Ν. 2362/95), δεδομένου, ότι δεν προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα κάποιος λόγος διακοπής της παραγραφής (ούτε αναφέρεται κάτι αντίστοιχο στην αγωγή), από τα προβλεπόμενα στην εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 93 παρ. 1 στ του ν. 2362/95, του οποίου οι διατάξεις, λόγω του ειδικού χαρακτήρα τους, εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση...
Ως εκ τούτου, η παραγραφή θεωρείται ότι δεν έχει διακοπεί με την άσκηση της προηγούμενης αγωγής και παρήλθε η πενταετία του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, το οποίο ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του αυτεπαγγέλτως ότι η ένδικη χρηματική απαίτηση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά του Δημοσίου έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή και έκανε δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την επικουρική βάση της, έσφαλε".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 Ν. 2362/1995, απορρίπτοντας την ασκηθείσα, καθ' υποφοράν με την αγωγή, αντένστασή της περί διακοπής της παραγραφής λόγω της κατ' άρθρο 263 ΑΚ επανέγερσης της αγωγής εντός εξαμήνου από την παραίτηση προγενέστερης αγωγής, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου (εναγομένου), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) κατά την επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ως προς τη διακοπή της παραγραφής της ένδικης αξίωσης κατά του αναιρεσίβλητου (εναγόμενου) Δημοσίου, τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικώς οι διατάξεις του άρθρου 93 του Ν. 2362/1995 και όχι και η διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ και απορρίπτοντας την εκ της τελευταίας αυτής διάταξης, ασκηθείσα καθ' υποφοράν με την αγωγή, αντένσταση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) περί διακοπής της παραγραφής, παραβίασε ευθέως, με την μη εφαρμογή της, την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2856/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ