Supreme Court dismisses university's appeal, ruling fixed-term contract is actually indefinite due to continuous service needs.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the Democritus University of Thrace's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The university argued its contract with a female employee was fixed-term, but the court found she provided continuous services meeting permanent needs. Consequently, the contract was deemed indefinite, making the university liable for termination without notice or severance.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 648, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 5 of Presidential Decree 164/2004: A fixed-term employment contract is legally characterized as an indefinite-term contract when the employee's services cover permanent and continuous needs of the employer, rendering the fixed duration determination abusive and void.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 918 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 918/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης" το οποίο εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Ρέμελη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σφουντούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 627/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 28-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 648, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το αρθρ. 669 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη και ερμηνεύει το περιεχόμενο της όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΑΠ (ολ)18/2006).
Εξάλλου, κατά το αρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω, με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα", προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ.5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδαφίου α' του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης αορίστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε την 1-9-1999 από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης", και έκτοτε μέχρι τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής υπηρετεί στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, που διατηρεί αυτό στην Ξάνθη, όπου είναι και ο τόπος παροχής της εργασίας της.
Ειδικότερα η αναιρεσίβλητη, κατήρτισε σύμβαση έργου με το αναιρεσείον. Η αρχική σύμβαση υπογράφηκε στις 31-12-1999 κατόπιν της 183/31-12-1999 αποφάσεως της Επιτροπής Ερευνών του αναιρεσείοντες, η διάρκεια δε αυτής ορίσθηκε από 1-9-1999 μέχρι 30-6-2000 (βλ. άρθρο 3 αυτής στο οποίο ορίζεται ότι "το έργο θα εκτελεστεί από 1-9-1999 έως 30-6-2000").
Στη συνέχεια, η πιο πάνω σύμβαση ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-10-2000 έως 30-6-2001, κατόπιν της 203/17-1-2001 αποφάσεως της πιο πάνω Επιτροπής Ερευνών, όπου στο άρθρο 3 αυτής ορίζεται ότι "το έργο θα εκτελεστεί από 1-10-2000 έως 30-6-2001". Κατόπιν, η σύμβαση ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2002, δυνάμει της 228/14-12-2002 αποφάσεως της Επιτροπής Ερευνών του αναιρεσείοντος.
Στη συνέχεια, η σύμβαση ανανεώθηκε για ένα έτος, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, μετά το πέρας της οποίας ανανεώθηκε εκ νέου για ένα έτος, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εργάζεται από 1-7-2002 μέχρι σήμερα συνεχώς, χωρίς καμία διακοπή του εργασιακού της δεσμού και ότι αντικείμενο της συμφωνίας των "συμβάσεων έργου" είναι η τεχνική και διοικητική-γραμματειακή υποστήριξη του έργου στα πλαίσια του προγράμματος "Άλγεβρα και ανάλυση για Μαθηματικούς.
Επαγγελματική κατάρτιση με εκπαιδευτική τεχνολογία και .... μεθοδολογία. Σύγχρονες εξελίξεις", το οποίο χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή ένωση. Συγκεκριμένα, η απασχόλησή της, για παροχή γραμματειακής και διοικητικής υποστηρίξεως, συνίσταται στην επιτήρηση των φοιτητών κατά τη διάρκεια των γραπτών εξετάσεων του αναιρεσείοντος στη διανομή βιβλίων στους φοιτητές, στην κατάρτιση καταστάσεων προφορικών εξετάσεων και σε άλλες παρόμοιες εργασίες.
Η παροχή της εργασίας της πραγματοποιείται στις εγκαταστάσεις του αναιρεσείοντος και στο γραφείο του καθηγητή ..., στις οδηγίες του οποίου υπόκειται η αναιρεσίβλητη και ειδικότερα στον τομέα Μαθηματικών προγραμματισμού και Γενικών Μαθηματικών του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, όπως προκύπτει και από τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα των "συμβάσεων έργου", οι οποίες κατ' επίφαση ονομάσθηκαν συμβάσεις έργου, ενώ πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, από την 1-7-2002 και εφεξής απασχολείται στο αναιρεσείον συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς καμία διακοπή.
Έτσι ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο η αναιρεσίβλητη προσλαμβανόταν από το αναιρεσείον, το τελευταίο χρησιμοποιούσε την εργασία της στη θέση που αναφέρθηκε και αυτή υπόκειτο ως προς τον τόπο, τρόπο και το είδος της παρασχετέας εργασίας στο διευθυντικό δικαίωμα του πιο πάνω καθηγητή .... Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη από τον χρόνο συνάψεως της φερόμενης ως "συμβάσεως έργου" κατά την 1-7-2002 ουσιαστικά απασχολήθηκε και απασχολείται, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος, καθόσον τηρεί ωράριο εργασίας από ώρα 07.00' έως 14.30' και προοσερχόμενη στην εργασία της υπογράφει σε κοινό βιβλίο-παρουσιολόγιο, όπως και κατά το χρόνο αποχωρήσεώς της.
Η πρόσληψή της απέβλεπε πάντοτε στην κάλυψη όχι προσωρινών ή απρόβλεπτων, αλλά παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος λόγω της ελλείψεως προσωπικού του, όπως αυτό συνάγεται από τη διάρκεια και το αντικείμενο της απασχολήσεώς της. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η συμφωνία της αναιρεσίβλητης με το αναιρεσείον δεν απέβλεπε στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος αλλά στην παροχή εργασίας υπό τους όρους και τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, και για τον λόγο αυτό, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που φέρουν οι επίδικες συμβάσεις, πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, οι συνεχείς ανανεώσεις των επίδικων συμβάσεων εργασίας από το αναιρεσείον, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν και κατά την 2.4.2003, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε. με το ΠΔ 81/2003, δεν δικαιολογούνται έκτοτε από λόγους αντικειμενικούς, εφόσον η αναιρεσίβλητη προσφέρει της υπηρεσίες της καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, έγιναν δε καταχρηστικά, προς καταστρατήγηση της προστασίας της εργαζομένης και κατά παράβαση της προαναφερθείσας αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με τους εργαζομένους με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, ο χαρακτηρισμός δε των συμβάσεων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Εξάλλου, κατέληξε το Εφετείο, δεν είναι εφαρμοστέες, ως αντικείμενες στην ενσωματωθείσα από 2.4.2003 στο ελληνικό δίκαιο ως άνω Κοινοτική Οδηγία, οι αναφερόμενες ενδεικτικές περιπτώσεις του άρθ. 5 του ΠΔ 81/2003, που ορίζουν ως αντικειμενικούς λόγους για τη σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου: α) επιβαλλόμενη από διάταξη νόμου τέτοια σύμβαση, όπως είναι οι διατάξεις του άρθρ. 21 του Ν.2190/1994, που διατυπώνονται με παρεμφερή τρόπο στο άρθρ. 103 §8 του Συντ.
ή β) την αμοιβή των εργαζομένων από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού ή προϋπολισμού ΝΠΔΔ. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε συμπληρώσει την 31-3-2000 συνολική παροχή υπηρεσίας στο αναιρεσείον 24 μηνών, δεν ασκεί έννομη επιρροή, δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή τίθεται σε άρθρ. 17 του Ν.2839/2000, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή δεν στηρίζεται στον νόμο αυτό αλλά στις διατάξεις των άρθρ. 648, 671 ΑΚ, 1, 3, 8 §3 του Ν.2112/1920 και τις διατάξεις της Οδηγίας 1990/70/ΕΚ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η επίδικη εργασιακή σύμβαση έφερε τον χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις εντεύθεν νομικές συνέπειες και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της εργαζομένης.
Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αφού το διατακτικό της αποφάσεως είναι ορθό. Ειδικότερα, το αμέσως πιο πάνω αιτιολογικό, με την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 578 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή η νομική αιτία και δη οι νομικές διατάξεις που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ.
Ολ. 30/1998, 27/1998), είναι εσφαλμένο, δεδομένου ότι, με βάση τα δεκτά γενόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, το διατακτικό στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρ. 11 §1 και 5 §1 του ΠΔ 164/2004, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο που δικάστηκε η ένδικη αγωγή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (9-12-2004), στο πραγματικό των οποίων εμπίπτει και η ως άνω σύμβαση, η δε ένδικη αγωγή, περιείχε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω διατάγματος.
Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2006 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης" για αναίρεση της 627/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ