Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision regarding public property status due to lack of specific evidence review.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Patras Court of Appeal's decision confirming the plaintiff's claim for public property status. The appellant argued the appellate court failed to consider specific documentary evidence submitted by the plaintiff regarding the property's public nature. The court ruled that the appellate judgment explicitly stated it formed its evidentiary assessment from all lawfully submitted documents without contradiction, making the omission of specific references unnecessary.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision clearly indicates it considered all submitted evidence, and the omission of specific references does not constitute a violation of substantive law.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 917 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 917/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Αθανασιάδη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 868/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 389/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 389/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 868/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).
Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1107/2023, ΑΠ 1230/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, αναγνωρίζοντας εσφαλμένα ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, τούτο, ως δημόσιο κτήμα, θεωρείται ανεπίδεκτο χρησικτησίας, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915, ο δε προβληθείς ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ιδίας κυριότητας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι, δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου, διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού, αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου ...". Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915 για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019). Επίσης, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία.
Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.
Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής κυριότητας, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1747/2022). Ο δε τυχόν ισχυρισμός του ενάγοντος, προς αντίκρουση των ενστάσεων αυτών του Δημοσίου, ότι έχει καταστεί κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς, προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, νέμεται το ακίνητο με καλή πίστη για τουλάχιστον τριάντα έτη μέχρι τις 11-9-1915, αποτελεί αντένσταση. Ενόψει των ανωτέρω, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 117/2020, ΑΠ 1182/2018). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).
Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει το δικαστήριο με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι ο προβληθείς ισχυρισμός του περί της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος συνιστά ένσταση και ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο έχει το σχετικό βάρος απόδειξης, ενώ θα έπρεπε να κρίνει ότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ο ενάγων έπρεπε να αποδείξει την κυριότητά του, με ανάστροφη διαδοχή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπό τις προϋποθέσεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, συμπληρωμένες μέχρι τις 11-9-1915.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ο ανωτέρω προταθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος έναντι της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου κατά τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αλλά ένσταση καταλυτική της αγωγής και το βάρος απόδειξής του έφερε το εκκαλούν - αναιρεσείον που πρότεινε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η επίκληση και απόδειξη της απόκτησης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος μέχρι τις 11.9.1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα που κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αποδείχθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ` αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος και συγκεκριμένα α) το υπ' αριθ.
πρωτ. .../2017 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, μετά της συνημμένης από 12.6.2017 έκθεσης φωτοερμηνείας και β) το υπ' αριθ. πρωτ. .../2017 έγγραφο του Δασαρχείου Πατρών, μετά της συνημμένης από 28.6.2017 έκθεσης φωτοερμηνείας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε και "...από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.10.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 389/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ