Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and misrepresentation of contract terms.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a non-compete clause. The appellant argued the lower court misinterpreted the contract and that the company abused its rights, but the court found these claims inadmissible. The court determined the lower court correctly read the document and that its factual assessment fell outside the scope of appellate review.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 281 A.K.; Art. 559 no. 20 K.P.D.; Art. 561 para. 1 K.P.D.: The right to appeal is barred if it exceeds limits of good faith or social purpose; misrepresentation of a document's content exists only if the court of first instance misread it, whereas differing factual evaluations are excluded from appellate control.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 917 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 917/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 14-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΓΚΡΟΥΠΑΜΑ ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και το διακριτικό τίτλο "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ" (προηγούμενη επωνυμία: ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1562/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4463/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 24-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ή οι περιστάσεις, που μεσολάβησαν χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Αυτό συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο ευλόγως η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Η κατάχρηση του δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ανωτέρω διάταξη, συνιστά παράβαση νόμου και εντεύθεν, αποτελεί παράνομη πράξη.
Συνέπειες δε της καθ' υπέρβαση των εν λόγω ορίων του νόμου ασκήσεως του δικαιώματος είναι ότι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση αυτού δικαιούται α) να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία ή η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή έναντι του οφειλέτη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, β) να προβάλει ένσταση, αντένσταση κ.λ.π., αποκρούοντας την άσκηση αυτή, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα, γ) να ασκήσει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, εφόσον η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας (άρθρ. 914 Α.Κ.) και δ) να ζητήσει από το δικαστήριο, εάν η άσκηση του δικαιώματος γίνεται με υλική ενέργεια, την παύση αυτής και την παράλειψή της στο μέλλον (Ολ.Α.Π. 16/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων τη 1-7-2002 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί σ' αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2004, ασκώντας τα καθήκοντα το γενικού διευθυντή πωλήσεων ή εκείνα που θα του ανέθετε κάθε φορά το διοικητικό συμβούλιο αυτής, Οι διάδικοι, κατά τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, συμφώνησαν ρητά ότι, σε περίπτωση αποχωρήσεως του αναιρεσείοντος κατά τη λήξη αυτής (31-12-2004) και μη μετατροπής της σε αορίστου χρόνου, καθώς και σε περίπτωση καταγγελίας αυτής χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, καταβάλλεται σ' αυτόν πέραν των προβλεπομένων από τη σύμβαση παροχών και πρόσθετη αποζημίωση είκοσι (20) μισθών.
Επίσης, συμφώνησαν οι ανωτέρω συγχρόνως ότι η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται και στην περίπτωση της οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσείοντος για οποιοδήποτε λόγο και σε οποιοδήποτε χρόνο, και επιπλέον, ότι ο τελευταίος επί οικειοθελούς αποχωρήσεώς του πριν από τη λήξη της συμβάσεως και εφόσον λάβει αποζημίωση εκτός των είκοσι μηνών, αναλαμβάνει την υποχρέωση να μη ανταγωνίζεται επί διετία άμεσα ή έμμεσα την αναιρεσίβλητη.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων στις 14-11-2002, ήτοι μετά την πάροδο τεσσεράμισυ μηνών περίπου από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος, της εν λόγω συμβάσεως, απέστειλε στην αντίδικό του το αναφερόμενο έγγραφο περί της οικειοθελούς αποχωρήσεώς του, στο οποίο εξέθετε ότι υποβάλλει την παραίτησή του για τους μνημονευόμενους υπηρεσιακούς λόγους, συνεπεία της αδυναμίας του να λειτουργήσει αποτελεσματικά στον τομέα των πωλήσεων, λόγω των διαμορφωθεισών συνθηκών, που καθιστούσαν αδύνατη την περαιτέρω παραμονή του στην εταιρία, αφού ο ρόλος του στην ουσία ήταν μάλλον διακοσμητικός.
Παράλληλα ο αναιρεσείων απεύθυνε το αναφερόμενο δεύτερο έγγραφο προς "όλο το δίκτυο και το διοικητικό προσωπικό" της αναιρεσίβλητης, στο οποίο μεταξύ των άλλων εξέθετε ότι οι λόγοι της παραιτήσεώς του, που ήταν καθαρά λόγοι αρχών, δεοντολογίας και επαγγελματισμού, αναφέρονταν κυρίως στην ανυπαρξία οράματος, στην έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης, στο συγκεντρωτικό τρόπο διοικήσεως, στις αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις και στο διχασμό του δικτύου.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων πριν την αποχώρησή του μαζί με άλλα στελέχη της αναιρεσίβλητης προετοίμαζαν την ίδρυση και λειτουργία νέας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία δύο εβδομάδες περίπου μετά την ως άνω οικειοθελή αποχώρηση αυτού από την αναιρεσίβλητη συστάθηκε με το υπ' αριθ. ......
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Θεοδώρας Μυστακίδου, φέρει το διακριτικό τίτλο "AVANTI Α.E", δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. ..... φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και καταχωρήθηκε στο οικείο μητρώο των ανωνύμων εταιριών. Ο αναιρεσείων πριν την εν λόγω αποχώρησή του είχε πλησιάσει στελέχη και συνεργάτες της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να στελεχώσει την υπό ίδρυση ως άνω ασφαλιστική εταιρία και επιπλέον, με την προαναφερόμενη δεύτερη επιστολή του της ...
εμφάνισε αυτή ως μία ασφαλιστική εταιρία χωρίς μέλλον και με κίνδυνο για "όλο το δίκτυο και το διοικητικό προσωπικό" της. Στην συνέχεια κατέληξε τούτο ότι ο αναιρεσείων με τις ανωτέρω ενέργειές του παραβίασε την παρεπόμενη υποχρέωσή του, ως εργαζομένου, περί παραλείψεων πράξεων ανταγωνισμού της αναιρεσίβλητης και εχεμύθειας, καθώς επίσης και το ρητό όρο της συμβάσεώς του περί μη ανταγωνισμού από μέρους του επί διετία μετά την αποχώρησή του άμεσα ή έμμεσα της τελευταίας.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντος περί λήψεως της αναφερόμενης συμβατικής αποζημιώσεώς του αντίκειται στις καθοριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. ως άνω αρχές και, αφού προηγουμένως δέχθηκε κατ' ουσία τη σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε στη συνέχεια την κρινόμενη από 27-2-2003 αγωγή του πρώτου, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη αφού η όλη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που προηγήθηκε της ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματός του και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, καθώς και οι περιστάσεις γενικώς, που μεσολάβησαν, ενόψει μάλιστα της απασχολήσεως αυτού στην αντίδικό του, ως διευθυντικού στελέχους αυτής, μόνο επί χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών και δέκα τεσσάρων ημερών και του μεγάλου ύψους της αιτουμένης συμβατικής αποζημιώσεως, αποτελουμένης από είκοσι μηνιαίους μισθούς, ποσού 322.838 (μικτού) ευρώ και 87.200 (καθαρού) ευρώ συνολικώς, σε σχέση με τη γενικώς προσφερθείσα στην αναιρεσίβλητη εργασία του, καθιστούν καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα επιβαλλόμενα όρια από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του προαναφερομένου δικαιώματος του αναιρεσείοντος.
Άρα, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών του, κατά τους οποίους α)η ανάληψη από μέρους αυτού με τη ρήτρα 7 της από 1-7-2002 έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της υποχρεώσεώς του περί μη ανταγωνισμού της αναιρεσίβλητης συνδεόταν ρητώς με την καταβολή σ' αυτόν από την τελευταία πρόσθετης αποζημιώσεως πέραν εκείνης των είκοσι μισθών, που δικαιούταν με βάση τη ρήτρα 4 της ιδίας συμβάσεως, β)η αναφερόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "AVANTI A.E" δεν είχε καμιά σχέση με την ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "AVANTI FINANCIAL SERVISES S.A", με την οποία ο ίδιος είχε συνδεθεί και συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο αυτής, η δε εν λόγω δεύτερη εταιρία συστάθηκε στις 22-1-2003, αφού ήδη από καιρό είχε αποχωρήσει από την αναιρεσίβλητη και επιπλέον, η εταιρία αυτή δεν είναι ασφαλιστική, αλλά το αντικείμενό της είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο της αντιδίκου του και γ)η ανωτέρω εταιρία "AVANTI A.E" δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανταγωνιστική της αναιρεσίβλητης, γιατί δεν είναι ασφαλιστική, αλλά εταιρία πρακτόρευσης (διαμεσολάβησης), η οποία θα μπορούσε να συνεργάζεται με αυτή.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα με την προαναφερόμενη έννοια του όρου, αλλ' αρνητικούς ισχυρισμούς των θεμελιούντων την ιστορική βάση της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντος πραγματικών περιστατικών. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εβδόμου όρου του εγγράφου της από ... συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος, με το να δεχθεί ότι ο τελευταίος με τις αναφερόμενες ενέργειές του παραβίασε την προβλεπόμενη υποχρέωσή του, ως εργαζομένου, περί παραλείψεως πράξεων ανταγωνισμού της αναιρεσίβλητης και εχεμύθειας και επιπλέον, το ρητό όρο της συμβάσεώς του περί μη ανταγωνισμού αυτής άμεσα ή έμμεσα επί διετία μετά την αποχώρησή του, ενώ το αληθές περιεχόμενο του ως άνω όρου της εν λόγω συμβάσεως είναι ότι, σε περίπτωση οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσείοντος πριν τη λήξη της συμβάσεως αυτής και εφόσον ο ίδιος λάβει αποζημίωση εκτός των είκοσι μισθών, αναλαμβάνει την υποχρέωση να μη ανταγωνίζεται άμεσα ή έμμεσα την αναιρεσίβλητη επί διετία μετά την αποχώρησή του.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, μετά από ορθή ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, η δε κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση των περιεχομένων στο ως άνω αποδεικτικό έγγραφο πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.4.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 4463/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ