Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
916/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against expropriation valuation due to vague and insufficient reasoning in lower court decision.

Geschäftsnummer 916/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a regional court's decision regarding expropriation compensation valuation. The appellant argued the lower court used inflated values without sufficient justification or properly addressed procedural issues regarding missing expert reports. The court rejected these claims because the appeal petition failed to specify the exact factual premises relied upon by the lower court and did not clearly articulate the specific procedural violation alleged.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(19) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal for annulment is inadmissible if the petition is vague and fails to specify the factual premises of the challenged decision or clearly articulate the alleged procedural violation.

Schlagwörter

KI-generiert
annulment appeal expropriation valuation insufficient reasoning vague petition procedural violation

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 15(6)(d) of Law 2882/2001
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 916 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 916/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από την Συντονίστρια της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανούσο Ξενάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-9-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2014 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης και του Ηλία Γιατράκη του Λυσιμάχου, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.

Εκδόθηκε η 12/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-2-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9/2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 22 του Ν. 2882/2001). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π 594/2023, Α.Π. 182/2023, Α.Π. 1056/2022).

Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 23/2020, Α.Π. 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ελλιπών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 675/2022, Α.Π. 312/2022). Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 165/2023, Α.Π. 69/2023, Α.Π. 1886/2022, Α.Π. 1523/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο, ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, που θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, οι ακυρότητες από το οποίο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 838/2021, Α.Π. 390/2020, Α.Π. 384/2020, Α.Π. 480/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη.

Επίσης, πρέπει να ιστορείται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, καθοριζόμενου συγχρόνως του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού (Α.Π. 231/2020, Α.Π. 390/2020, Α.Π. 387/2011, Α.Π. 1705/2008). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του αρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 841/2017).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1059/2017).

Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 94/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενο ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόρισε την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των επικειμένων του, σε τιμές αποκλίνουσες προς τα πάνω, αυτών που αναφέρονται στις προσκομισθείσες, από 9-10-2012 και 21-5-2013, εκθέσεις της αρμόδιας εκτιμητικής επιτροπής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των επικειμένων του, ώστε να διερευνηθεί αν αιτιολογείται επαρκώς η επικαλούμενη απόκλιση της προσδιορισθείσας από αυτό αξίας, από την αξία που προκύπτει από ως άνω εκθέσεις της εκτιμητικής επιτροπής, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ.

δ' του ν. 2882/2001, δεν αρκεί δε προς τούτο η μεμονωμένη και επιλεκτική αναφορά του τμήματος της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, στο οποίο αναφέρονται μόνο οι καθορισθείσες, εν τέλει, από το Εφετείο, αξίες. Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-7-2014 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης (επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση), ως προς όσα επικείμενα δεν προσκομίστηκε έκθεση της αρμόδιας εκτιμητικής επιτροπής ή, σε περίπτωση αδυναμίας εκδόσεώς της, βεβαίωση περί υποβολής σχετικής αιτήσεως, όπως απαιτείται, για το παραδεκτό της συζήτησης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 3 του ίδιου νόμου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του K.Πολ.Δ., ούτε άλλωστε το αναιρεσείον επικαλείται με το αναιρετήριο κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού (πέραν του ότι δεν εξειδικεύονται ποια είναι τα επικείμενα, τα οποία δεν περιέχονταν στις προσκομισθείσες εκθέσεις της εκτιμητικής επιτροπής), δεν αναφέρεται καθόλου στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ότι το αναιρεσείον είχε προτείνει τον περί απαραδέκτου της συζητήσεως ισχυρισμό, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9/2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ