Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
916/2022 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court violated common sense principles regarding accident facts.

Geschäftsnummer 916/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's finding that the insured was outside the office during the accident. The appellant argued this contradicted common sense given the insured's residence and the police report. The Court ruled that such factual determinations fall within the lower court's exclusive authority and are not subject to appellate review.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 336 para. 4 and 339 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review factual findings or the application of common sense principles by lower courts as these constitute matters of fact and evidence evaluation.

Schlagwörter

KI-generiert
common sense principles appellate review factual findings code of civil procedure insurance liability

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 336 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 para. 1b' of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 916 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 916/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Έ. του Χ., κατοίκου ….., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μητσόπουλο - Σόντα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 805/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3559/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω πρέπει η αοριστία να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα (ΑΠ 133/2019). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπον ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 944/2013).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 143/2018, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο 1ος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε σιγή και αναιτιολόγητα η ένστασή της περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, είναι, κυρίως, απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στην αίτησή της, ότι είχε προβάλει τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με συνοπτική ανάπτυξή του (ισχυρισμού) και καταχώριση στα πρακτικά, αλλά, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι τον προέβαλε "νομίμως πρωτοδίκως" χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, ενώ επιπρόσθετα δεν εκθέτει, αν επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό με τις κατ' έφεση προτάσεις της.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 7-10-2014 αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν στις συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και συγκεκριμένα εκτίθεται ο χρόνος (17-1-2014 και ώρα 0.745), ο τόπος του ατυχήματος (στην Αθήνα), η κίνηση του πεζού ενάγοντος (στο πεζοδρόμιο της διασταύρωσης των οδών ...) και του ..., με οδηγό τον Σ.

Κ., ο οποίος ενεργώντας οπισθοπορεία ανήλθε πάνω στο πεζοδρόμιο, όπου βάδιζε ο ενάγων, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, που έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αοριστίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα (αγωγικούς ισχυρισμούς) που δεν προτάθηκαν και επομένως ο αντίθετος 1ος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 14 (και όχι από τον αριθμό 1, αφού πρόκειται για ποσοτική αοριστία) και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής: "Την 15-1-2014 και περί ώρα 07.45' ο ενάγων βρισκόταν πεζός πλησίον της διασταύρωσης των οδών ..., στο αριστερό πεζοδρόμιο της ..., προς την κατεύθυνση κυκλοφορίας της, ήτοι από ..., στο ύψος του αριθμού 47 αυτής.

Η ... είναι μονόδρομος μονής κατευθύνσεως, πλάτους 7,20 μ. πλάτος ερείσματος 1,80 μ., ανωφέρεια με μικρή κλίση, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με αυτόματους φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν σε λειτουργία. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χλμ/ώρα, διότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.

Κατά τον ως άνω χρόνο, στο σημείο αυτό οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν καλές, διότι επικρατούσε βροχόπτωση (ψιλόβροχο), η ορατότητα ήταν επαρκής και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν κανονική. Την ίδια ώρα ο Σ. Κ., μη διάδικος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, τύπου Jeep, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

εκινείτο επί της ... στο ύψος της συμβολής αυτής με την ..., έχοντας την πρόθεση να διασχίσει κάθετα, με όπισθεν κίνηση, την ... προκειμένου να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του, έξωθεν του γραφείου τελετών που διατηρεί επί της ανωτέρω οδού στο ύψος του αριθμού 47. Ειδικότερα, ο ως άνω Σ. Κ. όταν έφθασε έμπροσθεν του αυτόματου φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του επί της ...

και ενώ για τον ανωτέρω λόγο, πραγματοποιούσε οπισθοπορεία, εξαιτίας του ότι δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, ενόψει των ειδικών κυκλοφοριακών συνθηκών (κατοικημένη περιοχή με αυξημένη κυκλοφορία, ολισθηρό οδόστρωμα λόγω βροχόπτωσης), κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να ασκεί εποπτεία επί του υπ' αυτού οδηγούμενου οχήματος, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου αυτού, με αποτέλεσμα που δεν προέβλεψε, τούτο, κινούμενο προς τα πίσω ανελέγκτως, να εκτραπεί της πορείας του και αρχικώς να προσκρούσει με το οπίσθιο μέρος του στον σιδερένιο στύλο του φανοστάτη που υπήρχε επί της ...

και στον κάδο απορριμμάτων που βρισκόταν στον σηματοδότη, στη συνέχεια το πίσω αριστερό μέρος του προσέκρουσε σε πλαστικό προστατευτικό που ήταν στο οδόστρωμα και συνεχίζοντας να κινείται επίσης ανελέγκτως προς τα πίσω, ανέβηκε επάνω στο πεζοδρόμιο της ..., στο οποίο κινούνταν ανυποψίαστος ο ενάγων, τον οποίο παράσυρε μέχρι τον τοίχο του ως γραφείου τελετών που διατηρεί, προξενώντας σ' αυτόν σωματικές κακώσεις.

Υπό τα περιστατικά αυτά το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που κάλυπτε ασφαλιστικά η εναγόμενη, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, κινούμενος σε κατοικημένη περιοχή, με αυξημένη κυκλοφορία, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, ενόψει των ανωτέρω κυκλοφοριακών συνθηκών (ολισθηρό οδόστρωμα λόγω βροχόπτωσης), κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να ασκεί εποπτεία και έλεγχο του εν λόγω διαγράφοντος οπισθοπορεία οχήματός του, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχό του, να ανέλθει στο πεζοδρόμιο της οδού και να παρασύρει τον ενάγοντα, που κινούνταν επ' αυτού, προξενώντας σ' αυτόν σωματικές κακώσεις (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2 και 19 παρ. 1, 2, 3 ΚΟΚ).

Τα πραγματικά αυτά γεγονότα προκύπτουν με σαφήνεια: α) από τα ευρήματα της Τροχαίας Αθηνών που αναφέρονται στην από 15-1-2014 έκθεση αυτοψίας και αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, σύμφωνα με τα οποία το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο πραγματοποίησε όπισθεν κίνηση από την ... προς την ..., ότι εξετράπη της πορείας του και ανήλθε στο πεζοδρόμιο της ..., όπου βάδιζε ο ενάγων τον οποίο και παρέσυρε.

Επίσης στην ως άνω έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι στον οδηγό του ως άνω αυτοκινήτου, έγινε αλκοτέστ με αρνητικά αποτελέσματα, β) από την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου ..." στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων στις 15-1-2014 εξετάστηκε στα επείγοντα ιατρεία της Β' Ορθοπεδικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, λόγω κάκωσης προσθιοπίσθιας συμπίεσης πυέλου αιματουρίας και ακολούθως εισήχθη στην κλινική διότι από τον ακτινολογικό έλεγχο προέκυψε ότι είχε υποστεί κάταγμα ηβοϊσχιακού κλάδου άμφω και πρόσθιας κολόνας κοτύλης, κάταγμα ιερού ΑΡ διαμέσου των τριμάτων, ρήξης ουρήθρας και έμφρακτο νεφρού ΑΡ, γ) την δήλωση ατυχήματος του ασφαλισμένου Σ.

Κ. προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία δηλώνει ότι στην προσπάθειά του να σταθμεύσει με όπισθεν το αυτοκίνητό του επί της ..., απώλεσε τον έλεγχο αυτού, λόγω έντονης βροχής, με αποτέλεσμα να ανέλθει στο πεζοδρόμιο και να παρασύρει τον διερχόμενο πεζό, ο οποίος και τραυματίσθηκε, δ) από το ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία συνομολογεί ότι πράγματι ο ασφαλισμένος της Σ.

Κ. δήλωσε το ατύχημα και την υπαιτιότητά του στην πρόκλησή του. Αντίθετα ο μάρτυρας της εναγομένης Ε. Τ., ερευνητής τροχαίων ατυχημάτων, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διατύπωσε επιφυλάξεις περί του αν το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν πράγματι το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο που κάλυπτε ασφαλιστικά η εναγόμενη.

Ειδικότερα κατέθεσε ότι διενήργησε έρευνα κατ' εντολή της εναγομένης ασφαλιστικής και ότι το ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο δεν ενεπλάκη στο ένδικο ατύχημα και τούτο διότι αυτό έχει άλλο γραμματικό μέρος από αυτό που κατέγραψε η Τροχαία, διότι το εμπλεκόμενο αυτοκίνητο δεν ανευρέθη στο σημείο του ατυχήματος από την Τροχαία, διότι το εν λόγω αυτοκίνητο που του επιδείχθηκε, στα πλαίσια της έρευνάς του, από τον ασφαλισμένο Σ.

Κ. και το οποίο μέχρι τότε δεν είχε επισκευαστεί, έφερε μεν κάποιες υλικές ζημιές, πλην όμως δεν ήταν συμβατές με το ένδικο συμβάν, διότι ο ενάγων και ο ασφαλισμένος έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, καθόσον ο ασφαλισμένος έχει καταγωγή από την ... και ο ενάγων είναι από την Αλβανία, ενώ ο ασφαλισμένος επισκεπτόταν συχνά τον ενάγοντα στα νοσοκομεία και στην οικία του, γνώριζε την μητέρα του, αλλά γνώριζε και την εργασιακή απασχόληση του ενάγοντος μετά το ατύχημα.

Πλην όμως δεν προσκομίζονται στοιχεία που δικαιολογούν τις ως άνω επιφυλάξεις του. Αντίθετα όπως αποδείχθηκε στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2.434.213 Σηματική Αναφορά της Τροχαίας αναφέρεται ως υπαίτιο όχημα το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, διότι στο σήμα που δόθηκε στην Τροχαία από τον ασύρματο ανεγράφη προφανώς από λάθος ο αριθμός κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ενώ στη συνέχεια στην υπ' αριθμ. 2.431.491 Σηματική Αναφορά έγινε συμπληρωματική εγγραφή και ανεγράφη ως υπαίτιο όχημα το υπ' αριθμ. ..., προφανώς και πάλι από λάθος, αντί του πραγματικά ορθού ...

αυτοκινήτου. Το ότι η αναγραφή του αριθμού κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οφείλεται προφανώς σε λάθος προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξε την 15-1-2014 η Τροχαία Αθηνών, στα οποία βεβαιώνεται ότι το ένδικο ατύχημα προκάλεσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... όχημα. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι του ενδίκου ατυχήματος επιλήφθηκε η Τροχαία Αθηνών την ίδια ημέρα (15-12014) και ώρα 08.30, περαιτέρω δε στην ως άνω έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξε η Τροχαία Αθηνών αποτυπώνονται η πορεία του ... ...

και ειδικότερα η όπισθεν κίνηση αυτού από την ... προς την ..., η εκτροπή αυτού και άνοδος στο πεζοδρόμιο της, ..., καθώς και η πορεία του ενάγοντος επί του πεζοδρομίου της οδού αυτής. Επίσης αποδείχθηκε ότι στον τόπο του ατυχήματος ανευρέθη ο ασφαλισμένος Σ. Κ. στον οποίο έγινε αλκοτέστ από την Τροχαία, ενώ ο ενάγων ο οποίος είχε τραυματισθεί σοβαρά, είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο "...".

Εξάλλου δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κάποιας ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ του ενάγοντος και του ασφαλισμένου Σ. Κ. που να δικαιολογεί την ισχυριζόμενη από την εναγόμενη συμπαιγνία τους. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί, ότι όπως συνομολογεί η εναγομένη ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου έκανε σ' αυτή θετική δήλωση υπέρ των απόψεων του ενάγοντος.

Προσέτι στην από 21-1-2015 έκθεση έρευνας του ως άνω ερευνητή ατυχημάτων Ε. Τ., την οποία συνέταξε κατ' εντολή της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας αναφέρει ότι συνάντησε τον οδηγό του αυτοκινήτου που κάλυπτε ασφαλιστικά η εναγόμενη, ο οποίος του περιέγραψε τις συνθήκες του ατυχήματος, όπως παραπάνω αναφέρονται, επίσης ότι ο ως άνω οδηγός του ανέφερε ότι στον τόπο του ατυχήματος μετέβησαν αστυνομικοί της Τροχαίας, ότι του έγινε αλκοτέστ και ότι στη συνέχεια μετέβη στο νοσοκομείο "..." όπου είχε μεταφερθεί ο πεζός με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, καθώς και ότι του ατυχήματος επιλήφθηκε η Τροχαία Αθηνών την ίδια ημέρα.

Επίσης αναφέρει ότι έλαβε φωτογραφίες από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, το οποίο μέχρι τότε δεν είχε επισκευαστεί. Περαιτέρω στο πόρισμά του ο ως άνω ερευνητής αναφέρει ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα πριν από έναν χρόνο και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να βρεθούν μάρτυρες, ότι του ατυχήματος επιλήφθηκε η Τροχαία, ότι αν και, όπως ισχυρίζεται ο οδηγός Σ.

Κ., το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο έξω από το κατάστημά του η Τροχαία έγραψε λάθος τον αριθμό του, επισημαίνει όμως ότι πάντως πρόκειται για το ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Σ. Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ... και συνεχίζοντας αναφέρει ότι δεν διαπιστώθηκε κάποια σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του ως άνω ασφαλισμένου Σ.

Κ., εκτός του ότι ο ασφαλισμένος έχει καταγωγή από τη ... και ο πεζός τραυματίας είναι από την Αλβανία. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, από την ως άνω κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης δεν μπορεί να σχηματισθεί διαφορετική κρίση, ότι δηλαδή το ζημιογόνο όχημα δεν είναι το αναφερόμενο στην αγωγή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή και ασφαλισμένο σε αυτή ζημιογόνο όχημα ουδέποτε ενεπλάκη στο ένδικο ατύχημα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος...

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο ..." και εξετάσθηκε στα επείγοντα ιατρεία της Β' Ορθοπεδικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, λόγω κάκωσης προσθιοπίσθιας συμπίεσης πυέλου αιματουρίας και διατάχθηκε η εισαγωγή του στην κλινική αυτή. Από τον ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα πυέλου, ενώ από την αξονική τομογραφία στην οποία υποβλήθηκε διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί α) κάταγμα ηβοϊσχιακού κλάδου άμφω και πρόσθιας κοτύλης, β) κάταγμα ΑΡ ιερού διαμέσου άμφω τριμάτων, γ) ρήξη ουρήθρας, δ) έμφρακτο νεφρού ΑΡ.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ως άνω νοσοκομείο υπέστη στις 27-1-2014 πνευμονική εμβολή και για την αντιμετώπιση της κατάστασής του κρίθηκε αναγκαία η διακομιδή του με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο ... "...". Μετά την εισαγωγή του στο ως άνω νοσοκομείο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με εξωτερική οστεοσύνθεση για την αντιμετώπιση του κατάγματος του πυελικού δακτυλίου, ενώ ακολούθως διακομίσθηκε στην Α" Καρδιολογική κλινική λόγω της πνευμονικής εμβολής για περαιτέρω νοσηλεία.

Εξήλθε από το ως άνω νοσοκομείο στις ... μετά από 36 ημέρες νοσηλείας με βελτιωμένη την κατάσταση της υγείας του, αφού του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια 30 ημερών (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ιατρική βεβαίωση -γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου ...", τα υπ' αριθμ. πρωτ. 40008/2014 δύο πιστοποιητικά νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου ..." και το από ...

ιατρικό εξιτήριο του ίδιου νοσοκομείου). Κατά την επανεξέτασή του στο ίδιο νοσοκομείο στις 18-3-2014, κατόπιν κλινικής εξέτασης διαπιστώθηκε ότι συνέχιζε να πάσχει από κάταγμα πυελικού δακτυλίου, ότι βαδίζει με πλήρη φόρτιση, του εδόθησαν οδηγίες για την περιποίηση του τραύματος, ενώ ο ακτινολογικός έλεγχος έδειξε ικανοποιητική θέση ανάταξης και πορείας και του συστήθηκε επανεξέταση σε ένα μήνα.

Σε επόμενη επανεξέτασή του στο ίδιο νοσοκομείο στις ..., διαπιστώθηκε ότι πάσχει από κάταγμα λεκάνης χειρουργηθέν από τετραμήνου, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με εξωτερική οστεοσύνθεση, ότι έγινε αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης στην κλινική, ενώ ο ακτινολογικός έλεγχος στον οποίο υπεβλήθη απέβη ικανοποιητικός και του εδόθησαν οδηγίες, καθώς και δίμηνη αναρρωτική άδεια σε συνέχεια της προηγούμενης, του συστήθηκε δε επανεξέταση.

Περαιτέρω σε νέα εξέτασή του στο ίδιο ως νοσοκομείο στις 28-4-2014 μετά από κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ότι πάσχει από κάταγμα πυελικού δακτυλίου χειρουργηθέν από 27-2-2014, ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριών μηνών σε συνέχεια της προηγούμενης και του συστήθηκε επανεξέταση. Στις 26-6-2014 επανεξετάσθηκε στο ίδιο ως άνω νοσοκομείο και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από κάταγμα λεκάνης χειρουργηθέν από τον Φεβρουάριο του 2014, ο ακτινολογικός έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκε έδειξε ότι το κάταγμα βρίσκεται σε πώρωση, του χορηγήθηκε δίμηνη αναρρωτική άδεια σε συνέχεια της προηγούμενης και του συστήθηκε επανεξέταση (βλ.

τα υπ' αριθμ. πρωτ. 41765/23-9-2014 τέσσερα πιστοποιητικά εξέτασης του ως άνω νοσοκομείου "..."). Να σημειωθεί ότι εν συνεχεία των ανωτέρω δεν προσκομίζεται εκ μέρους του ενάγοντος οιοδήποτε άλλο ιατρικό πιστοποιητικό, από το οποίο να αποδεικνύεται η επανεξέταση και η περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των ανωτέρω ιατρικών γνωματεύσεων, το είδος των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύεται ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας του, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στα ως άνω νοσοκομεία "..." και "..." για το χρονικό διάστημα από 15-1-2014 έως ...

και επιπλέον μετά την έξοδό του από τα νοσοκομεία και μέχρι 26-8-2014, ήτοι για 7 μήνες δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί στις προσωπικές του ανάγκες και είχε την ανάγκη συνδρομής άλλου προσώπου. Λόγω δε της οικονομικής του αδυναμίας να προσλάβει τρίτο πρόσωπο, για την αντιμετώπιση των σχετικών αναγκών του, αναγκάστηκε να δέχεται τη βοήθεια της μητέρας του Κ.

Δ., χωρίς αντάλλαγμα. Αν ο ενάγων προσλάμβανε άλλο πρόσωπο για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, θα ήταν υποχρεωμένος να δαπανήσει το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ανερχόταν η συνηθισμένη αμοιβή για παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Την ανωτέρω δαπάνη δικαιούται να αξιώσει ως αποζημίωση ο ενάγων καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, ώστε να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός αυτό.

Δηλαδή ο ενάγων δικαιούται συνολικά από την παραπάνω αιτία το ποσό των 4.200 ευρώ (7 μήνες Χ 600 ευρώ), απορριπτομένου του επιπλέον αιτούμενου ποσού ως υπερβολικού και αναπόδεικτου...Τέλος, εν όψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου που κάλυπτε ασφαλιστικά η εναγόμενη, της φύσης και της έκτασης της σωματικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, του σωματικού άλγους και της ψυχικής του ταλαιπωρίας, του χρόνου αποθεραπείας του, της ηλικίας του (45 περίπου ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), της διατάραξης της κοινωνικής και οικογενειακής του ζωής και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος (και όχι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας - πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 του ΑΚ)...".

Στη συνέχεια, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3559/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος και αφού δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής, ότι δηλαδή το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο προκάλεσε το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, από αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσείουσας, ήταν αληθές και όχι προϊόν συμπαιγνίας μεταξύ αυτού (ασφαλισμένου) και του ενάγοντος, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, επιδίκασε στον ενάγοντα νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 24.200 ευρώ για αποζημίωση λόγω της ανάγκης υπηρεσιών νοσοκόμας εξαιτίας της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησής του, καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης του.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Ειδικά δε οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με τη μη επέλευση του τροχαίου ατυχήματος και τη "δήλωση εξυπηρέτησης", στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της προέβη ο ασφαλισμένος της, προκειμένου να καλυφθούν από αυτήν (αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία) οι ζημιές του αναιρεσίβλητου πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, ο 2ος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 760/2020, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1199/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 3ο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττομένη απόφαση, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι με αυτήν δεν λήφθηκαν υπόψη: 1) κατά παράβαση του αριθμού 8, ο νομίμως προταθείς πρωτοδίκως και δευτεροβαθμίως ισχυρισμός της περί μη εμπλοκής του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και άρνησης εκ μέρους της της δήλωσης ατυχήματος του ασφαλισμένου της προς την εταιρεία της ως προφανούς "δήλωσης εξυπηρετήσεως" προς όφελος του αναιρεσίβλητου και 2) κατά παράβαση του αριθμού 11 η, περιεχόμενη στα πρακτικά συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ένορκη κατάθεση της μάρτυρος συζύγου του ενάγοντος Μ.

Τ. και η, νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση, από 21-1-2015 έκθεση έρευνας του ερευνητή ατυχημάτων Ε. Τ. και η ένορκη κατάθεση αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Οι αιτιάσεις αυτές: 1) από τον αριθμό 8, είναι απαράδεκτες, διότι: α) δεν αποτελεί "πράγμα" ο ανωτέρω ισχυρισμός, καθόσον δεν είναι αυτοτελής, αλλά, αντιθέτως, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και β) με το πρόσχημα αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και 2) από τον αριθμό 11 εδ.

γ', είναι αβάσιμες, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) συνάγεται, ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Τ. και Ε. Τ. και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, στην οποία ειδική μνεία προέβη, σε κάθε περίπτωση, σχετικά με τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα.

Η άποψη της αναιρεσείουσας, ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Επομένως ο συναφής λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του ως απαράδεκτος και κατά το δεύτερο σκέλος του ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 64/2017).

Η αναιρεσείουσα με τον 4ο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι "έτυχε" ο αναιρεσίβλητος να βρεθεί κατά τον υποτιθέμενο χρόνο του ατυχήματος έξω από το γραφείο τελετών, που διατηρεί ο ασφαλισμένος της, δηλαδή έξω από την επιχείρηση, στην οποία είχε εργασθεί κατά το παρελθόν, παρότι η κατοικία του είναι πολύ μακριά από το σημείο αυτό, ενώ και η Τροχαία, που προσέτρεξε δεν είδε ποτέ το φερόμενο ως ζημιογόνο όχημα.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγονται στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-09-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 922/15-10-2019) για αναίρεση της 3559/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ