Supreme Court allows appeal against final judgment for violation of res judicata regarding distinct legal issues.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal, ruling that the lower court violated the principle of res judicata. The appellants argued that the appellate court incorrectly applied the doctrine of res judicata to a new claim for damages based on fraud, which was distinct from the previous judgment regarding the validity of a loan contract. The court found that the lower court erred by treating the two separate legal issues as identical, thereby improperly barring the new claim.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 321, 322, 324, 331, 559 no. 16, 580 no. 3, 495 no. 3, 176, 183, 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not apply to a new claim for damages arising from fraud if the subject matter and legal basis differ from the final judgment previously rendered.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 916 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 916/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ξ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Π. Ξ. του Δ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Ηλιάδου - Καραγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Λ.Τ.Δ.", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Α., κατοίκου … και 3) Β. Τ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Λίζα Μικέλλη - Γαλλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10075/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2791/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2791/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 10075/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη, κατά παραδοχή ένστασης δεδικασμένου, αγωγή εξ αδικοπραξίας των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, η οποία, είχε απορριφθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους,ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 56/2019).
Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση (ΑΠ 1443/2017). Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης και συγκεκριμένα:
α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών, που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννoμες συνέπειες (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 563/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ' αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 298/2004).Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1198/1997).
Η ταυτότητα, εξάλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου, είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων κατά τα άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ ισχύει, και, πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1025/1993).
Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα εν λόγω ζητήματα (ΑΠ 1831/2012, ΑΠ 249/2011, ΑΠ 1550/2010).Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/1996, ΑΠ 1058/2019, ΑΠ 977/2015).
Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει, κατά τα αποτελέσματά της, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί ούτε με αγωγή ή με ένσταση, η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση, αφού από τότε αποκτά, κατά ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου (633 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ), ισχύ δεδικασμένου. Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων αλλά έννομη συνέπεια αυτών, που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 243/2018, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 53/2004).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ` ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/2006, ΑΠ 665/2006). Κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι το κύρος της διαταγής πληρωμής, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας έχει διαταχθεί η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του κυρίου τούτου ζητήματος (ΑΠ 1329/2014, ΑΠ 1831/2012).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και 4) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο (ΑΠ 481/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (ΑΚ 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλον, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Συνεπώς, κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του άρθρου 919 ΑΚ είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991), σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού, έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων.
Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει, όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.
Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρέωσης για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες του άρθρου 298 ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 752/2017).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22-9-2014 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι, τράπεζα και προστηθέντες απ' αυτήν υπάλληλοι) να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που τους προκάλεσαν από την εξιστορούμενη σε βάρος τους αδικοπραξία.
Ειδικότερα ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Ξ. Α.Ε." (μη διαδίκου) ως πιστούχου, εκπροσωπούμενης από τον πρώτο εξ αυτών (εναγόντων) και της πρώτης εναγομένης τράπεζας, ενεργούσης δια των συνεναγομένων υπαλλήλων της, δευτέρου και τρίτου εναγομένων, συνήφθη, στα πλαίσια σύμβασης πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού και προσθέτων αυξητικών του ορίου και τροποποιητικών του επιτοκίου, και η υπ' αριθ.
ΑΛ …/…-2-2005 πρόσθετη πράξη δάνειο τακτής λήξης, ύψους 1.350.000 ευρώ, την εκπλήρωση των όρων των οποίων (αρχικής και προσθέτων) υπέρ της άνω πιστούχου, εγγυήθηκαν οι ίδιοι, ως πρωτοφειλέτες, παραιτούμενοι των ενστάσεων διζήσεως και των άρθρων 843 επ. ΑΚ. Ότι η ως άνω ΑΛ …/…-2-2005 πρόσθετη πράξη είναι εικονική, ως προς την αναφερόμενη σ' αυτήν αιτία και ως προς το αναγραφόμενο (δήθεν) καταβληθέν ποσό.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, ζήτησαν από τον πρώτο (ενάγοντα), λόγω διενέργειας έκτακτου ελέγχου στο κατάστημα της τράπεζας, ενόψει της ύπαρξης λογιστικού κενού στους λογαριασμούς της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Μ. ΑΤΕΒΕ", με την οποία η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία "Δ.
Ξ. Α.Ε." διατηρούσε επαγγελματική συνεργασία, να αποδεχθεί, για λογαριασμό της τελευταίας, τη λήψη, κατά το φαινόμενο μόνο, δανείου, ύψους 1.350.000 ευρώ, που θα ήταν μόνο λογιστικά διαθέσιμο, θα μεταφερόταν σε λογαριασμό όψης της πιστούχου και, κατόπιν σε λογαριασμό της "Κ. Μ. ΑΤΕΒΕ", ενώ, εντός μηνός μετά το πέρας του ελέγχου, το ως άνω ποσό θα μεταφερόταν και πάλι λογιστικά στο λογαριασμό της πιστούχου και θα μηδενιζόταν η φαινομενική οφειλή της προς την τράπεζα, ενώ η "Κ.Μ.
ΑΤΕΒΕ" για λόγους τάξης θα εξέδιδε επιταγές αντιστοίχου ποσού και δόσεων, όπως οι δόσεις του εικονικού δανείου, οι οποίες θα κατατίθεντο στο πλαφόν της πιστούχου, προκειμένου να κλείσει η χρηματοδότησή της για το άνω ποσό. Ότι πεισθέντες στις ρητές διαβεβαιώσεις των προστηθέντων της τράπεζας ότι δεν θα αναλάμβαναν έναντι της τελευταίας οποιαδήποτε υποχρέωση από την εικονική αυτή σύμβαση δανείου και ότι η Κ.
Μ. ΑΤΕΒΕ" ήταν φερέγγυα και οι λογαριασμοί της ενήμεροι, συνήφθη η άνω πρόσθετη αυξητική πράξη-δάνειο τακτής λήξης (ΑΛ …/…-2-2005), μεταξύ της πιστούχου και της τράπεζας, με τους αναφερόμενους όρους εξόφλησης σε δόσεις και περιεχόμενο κάθε δόσης, την εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκαν υπέρ της πιστούχου οι ίδιοι ως πρωτοφειλέτες, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπεγράφη δε, στις 15-2-2005, και σύμβαση ενεχύρασης των ειδικότερα αναφερομένων εννέα (9) επιταγών, έκδοσης της "Κ.
Μ. ΑΤΕΒΕ", συνολικού ύψους 1.350.000 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η εναγομένη τράπεζα δια των προστηθέντων της μετέφερε στις 15-2-2005 στο λογαριασμό όψης της πιστούχου το εν λόγω ποσό (1.350.000 ευρώ), στη συνέχεια δε, ποσό 435.450 ευρώ μετέφερε σε νέο λογαριασμό όψης της τελευταίας, όπου καταχωρήθηκαν και άνω επιταγές, ενώ ποσό 892.950 ευρώ μετέφερε η εναγομένη τράπεζα σε τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό της "Κ.
Μ. ΑΤΕΒΕ", χωρίς έγγραφη εντολή για την εν λόγω μεταφορά του πρώτου εξ αυτών (εναγόντων), το υπόλοιπο δε ποσό του δανείου, ύψους 1.350 ευρώ, παρακράτησε η τράπεζα, ως προμήθεια και χαρτόσημο ενεχυρασµένων επιταγών. Ότι μετά την πάροδο του ενός μηνός, όχι µόνο δεν προέβη (η τράπεζα) σε ισόποση πίστωση του λογαριασμού της πιστούχου µε ως άνω ποσό (1.350.000 ευρώ) και μηδενισμό της οφειλής αυτής, αλλά χρέωσε το λογαριασμό µε τόκους επί του κεφαλαίου αυτού, επέστρεψε απλήρωτη την πρώτη επιταγή, που ήδη είχε λήξει, και δια των προστηθέντων της ζήτησε από τον πρώτο (ενάγοντα) να υπογράψει εκ των υστέρων έγγραφη εντολή μεταφοράς του ποσού των 892.950 ευρώ στο λογαριασμό της "Κ.
Μ. ΑΤΕΒΕ", πράγμα που αρνήθηκε, ενώ µε το ποσό των 435.450 ευρώ, που είχε μεταφέρει (η τράπεζα) στο λογαριασμό της πιστούχου, που κινήθηκε µόνο µε τις άνω επιταγές, προέβαινε στην πληρωμή τους (επιταγών). Ότι τον Αύγουστο του έτους 2005 έπαυσαν να πληρώνουν τις επιταγές (οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν αντιπροσώπευαν υπαρκτή συναλλαγή) απέμενε δε ποσό 626.439,60 ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου.
Ότι στις 30-12-2005 αναγνώρισε η πιστούχος τη συνολική οφειλή της προς την τράπεζα, ύψους 5.632.396 ευρώ, που συµπεριλάµβανε και την οφειλή από το επίμαχο δάνειο, παρότι δε κατέβαλαν μέχρι την 30-5-2006 ποσό 2.076.784 ευρώ και ήταν ενήμεροι, χωρίς μάλιστα να λάβουν οποιαδήποτε χρηµατοδότηση από την εναγοµένη τράπεζα, αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε όλους τους λογαριασμούς, καθώς και αυτούς (λογαριασμούς) των συμβάσεων των λοιπών εταιριών στις οποίες μετείχαν, αν και ήταν ενήμεροι, ακολούθως δε, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 20.709/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος και των ιδίων, ως εγγυητών.
Ότι, αφενός, λόγω των ως άνω ψευδών διαβεβαιώσεων των προστηθέντων της τράπεζας, αναφορικά με το λόγο σύναψης του επίμαχου δανείου και τον τρόπο εξόφλησής του (εντός μηνός από τη λήψη του) και, αφετέρου, λόγω της δόλιας και, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών και χρηστών ηθών, απόκρυψης της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της "Κ.
Μ. ΑΤΕΒΕ" και του σημαντικού ύψους των οφειλών της προς την εναγομένη τράπεζα, καθώς και του εξαναγκασμού τους να εξακολουθήσουν να εξοφλούν τις επιταγές της ανωτέρω εταιρίας ("Κ. Μ. ΑΤΕΒΕ"), με απειλή βλάβης της επιχείρησής τους, με το κλείσιμο των λογαριασμών τους, την οποία και εν τέλει πραγματοποίησαν (οι εναγόμενοι), υπέστησαν θετική ζημία συνισταμένη στο ποσό των 638.687 ευρώ, που παριστά το υπόλοιπο της (δήθεν) οφειλής τους από το επίμαχο δάνειο, κατά κεφάλαιο, τόκους και εισφορές και των 268.248 ευρώ, που παριστά τους επιδικασθέντες με την άνω διαταγή πληρωμής τόκους για το αναφερόμενο διάστημα, ποσά που επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην τράπεζα (με τη διαταγή πληρωμής), ενώ ήδη επισπεύδεται σε βάρος της περιουσίας τους αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης της τελευταίας.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας: α) ποσό 906.935 (=638.687 +268.248) ευρώ, διαιρετώς, προς αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας και β) ποσό 2.000.000 ευρώ, εις έκαστον εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την σε βάρος τους τελεσθείσα αδικοπραξία, αφαιρουμένου του ποσού των 50 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκε καθένας εξ αυτών να αναζητήσει για την ίδια αιτία, ως πολιτικώς ενάγων, ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση, σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) είναι ιδρυτές της ήδη πτωχεύσασας εταιρίας με την επωνυμία "Δ.
Ξ. Α.Ε." που είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας κυρίως την εμπορία ανταλλακτικών και οχημάτων, ήταν δε η εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της γερμανικής κατασκευαστικής εταιρίας "ΜΑΝ". Την 26-6-2002καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), υπάλληλοι της οποίας ήταν ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων (ήδη δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι) και της μη διαδίκου "Δ.
Ξ. ΑΕ. ", η με αριθ. ... σύμβαση πίστωσης, με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 1.200.000 ευρώ. Η ανωτέρω πίστωση αυξήθηκε κατά το ποσό των 4.800.000 ευρώ με την με αριθ. ... /….-7-2002 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 700.000 ευρώ με την με αριθ. .../…-7-2002 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 600.000 ευρώ με την με αριθ. .../…-11-2002 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 300.000 ευρώ με την με αριθ. .../…-5-2002 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 1.400.000 ευρώ με την με αριθ. .../…-8-2003 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 300.000 ευρώ με την με αριθ. .../…-11-2003 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 1.000.000 ευρώ με την με αριθ. .../…-7-2004 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 4.600.000 ευρώ με την με αριθ. .../…-9-2004 πρόσθετη πράξη και κατά το ποσό των 1.350.000 ευρώ με την με αριθ.
ΑΛ …./…-2-2005).Δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης και των πρόσθετων-αυξητικών πράξεων χορηγήθηκε εν τέλει από την πρώτη εναγομέvη στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία συνολική πίστωση μέχρι του ποσού των 16.250.000 ευρώ. Υπέρ της ανωτέρω πιστούχου εταιρίας εγγυήθηκαν έγγραφα οι ενάγοντες - εκκαλούντες ως εις ολόκληρον συνοφειλέτες προς την τράπεζα για ολόκληρο το ποσό της πίστωσης, παραιτηθέντες της έντασης διζήσεως και διαίρεσης και γενικά από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 ΑΚ.
Η εν λόγω πίστωση κινήθηκε στα πλαίσια των υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμών χορηγήσεων από την κατάρτιση της σύμβασης (26-6-2002) μέχρι την 31-12-2005, οπότε η πιστούχος εταιρία δια του νομίμου εκπροσώπου της -πρώτου ενάγοντος αναγνώρισε εγγράφως, με την ταυτόχρονη προς την τράπεζα επιστολή αναγνώρισης χρέους, τα χρεωστικά υπόλοιπα των ανωτέρω λογαριασμών (1.621.556, 15 ευρώ και 3.372.253 ευρώ αντίστοιχα), καθώς και στα πλαίσια του με αριθ. ...
δανειακού λογαριασμού, ο οποίος ανοίχθηκε την 15- 2-2005 και εξυπηρετούσε μέρος της ως άνω πίστωσης, δηλαδή το ποσό των 1.350.000 ευρώ, που χορηγήθηκε στην πιστούχο εταιρία με την με αριθ. .../…-2-2005 πρόσθετη-αυξητική πράξη. Το ως άνω ποσό της πίστωσης εξυπηρετήθηκε με τον με αριθ. ... δανειακό λογαριασμό μετά από έγγραφο αίτημα της πιστούχου προς την τράπεζα δυνάμει της από 15-2-2005 υποσχετικής επιστολής με την οποία ο πρώτος εκκαλών ζήτησε την αποπληρωμή του συγκεκριμένου ποσού των 1.350.000 ευρώ κατά το αναφερόμενο στην άνω υποσχετική επιστολή πρόγραμμα, ήτοι τους τόκους ανά ημερολογιακό τρίμηνο και αποπληρωμή του κεφαλαίου είτε από την σταδιακή εξόφληση των ενεχυριασθέντων στην τράπεζα επιταγών, είτε με την καταβολή μετρητών από την πιστούχο και πάντως μέχρι την 31-12-2005.
Με την ίδια ως άνω αναφερόμενη από 30-12-2005 έγγραφη επιστολή αναγνώρισης χρέους ο ανωτέρω πρώτος ενάγων ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου αναγνώρισε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που εξυπηρετούσε το όριο των 1.350.000 ευρώ ανέρχονταν την 30-12-2005 στο ποσό των 635.588,62 ευρώ (626.439,60 κεφάλαιο + 10.976,06 τόκοι +1.172,96 λοιπές επιβαρύνσεις).
Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης και προς εξασφάλιση της συνολικής πίστωσης η πιστούχος εταιρία μεταβίβασε προς την πρώτη εναγομένη με οπισθογράφηση "ως αξία λόγω ενεχύρου" εννέα (9) μεταχρονολογημένες επιταγές, έκδοσης της ανώνυμης εταιρίας "Κ. Μ. ΑΤΕΒΕ" σε διαταγή της "Δ. Ξ. Α.Ε. " και συγκεκριμένα τις με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ...,...,...
και ... επιταγές ποσού αντίστοιχα 50.000 ευρώ, 50.000 ευρώ, 50.000 ευρώ, 150.000 ευρώ, 150.000 ευρώ, 200.000 ευρώ, 200.000 ευρώ, 250.000 ευρώ και 250.000 ευρώ, µε ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα 10-4-2005, 10-5-2005, 10-6-2005, 10-7-2005,10-8-2005, 10-9-2005, 10-10-2005, 10-11-2005 και 10-12-2005, πληρωτέες από την τράπεζα PROBANK A.E. σε χρέωση του µε αριθμού ... λογαριασμού της ανωτέρω εκδότριας εταιρίας που τηρούνταν στην πληρώτρια τράπεζα.
Την ίδια ημέρα (15-2-2005) οι άνω επιταγές καταχωρήθηκαν στο σχετικό πινάκιο µεταχρονολογηµένων επιταγών σε ενέχυρο και υπεγράφη μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της πιστούχου εταιρίας το "πρόσθετο σύμφωνο παροχής ενεχύρου επί επιταγών". Όπως προκύπτει από την κίνηση του µε αριθμού ... λογαριασμού που εξυπηρετούσε τη σύμβαση πίστωσης, οι πρώτες έξι επιταγές εμφανίστηκαν και πληρώθηκαν, το δε προϊόν αυτών πιστώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό.
Οι υπόλοιπες τρεις επιταγές αν και εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας .Κατόπιν τούτου η πρώτη εναγομένη την 30-52006 κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις αυτής και έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς που την εξυπηρετούσαν, όπως είχε δικαίωμα σύμφωνα µε τους όρους της σύμβασης, µε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 3.555.612,91 ευρώ.
Περαιτέρω η πρώτη εναγομένη µε την από 29-5-2006 έγγραφη ειδοποίηση-πρόσκληση -καταγγελία της, που κοινοποιήθηκε στην πιστούχο και στους ενάγοντες την 30-5-2006 ( βλ. τις µε αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης...) τους γνωστοποίησε ότι καταγγέλλει την μεταξύ τους σύμβαση και ότι οι λογαριασμοί που λειτούργησαν στα πλαίσια αυτής θα κλείσουν οριστικά από την 30-5-2006, τους κάλεσε δε να εξοφλήσουν την οφειλή τους.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η µε αριθ. 20.709/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος της πιστούχου εταιρίας και των εναγόντων, ως εγγυητών, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 3.625.760,78 ευρώ, νομιμότοκα από την επόμενη ημέρα του κλεισίµατος του λογαριασμού.
Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής οι ενάγοντες και η µη διάδικος πιστούχος εταιρία άσκησαν την µε αριθ. κατάθ. .../2006 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, µε μοναδικό λόγο ότι η καταγγελία της σύμβασης πίστωσης µε αλληλόχρεο λογαριασμό δεν είναι σύννομη και ως εκ τούτου δεν επέφερε το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, µε αποτέλεσµα να µην υπάρχει συγκεκριµένη και ληξιπρόθεσµη απαίτηση της καθ' ης σε βάρος τους, διότι 0ι υπογράφοντες την καταγγελία που κοινοποιήθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα δεν είναι νόμιμοι εκπρόσωποι της καθ' ης, αλλά υπάλληλοί της.
Η εν λόγω ανακοπή απορρίφθηκε µε την µε αριθ. 16.942/2007 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου ως ουσία αβάσιμη. Εναντίον της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση, η οποία απορρίφθηκε µε την µε αριθ. 2.279/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η οποία κατέστη ήδη αµετάκλητη, όπως προκύπτει από το µε αριθ. πρωτ..../2010 πιστοποιητικό της γραμματέως του ανωτέρω Εφετείου.
Μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ως άνω ανακοπής, η παραπάνω διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασµένου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην ανωτέρω δίκη της ανακοπής οι εκκαλούντες (τότε ανακόπτοντες) δεν είχαν προτείνει τον ισχυρισμό ότι η από μέρους τους υπογραφή της επίδικης σύμβασης πίστωσης ήταν προϊόν απάτης, ο οποίος αποτελεί γνήσιο αυθύπαρκτο ισχυρισμό τα παραγωγικά περιστατικά του οποίου υπήρχαν κατά το χρόνο συζήτησης της ανακοπής και μπορούσαν να προταθούν, αλλά δεν προτάθηκαν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και σύμφωνα µε την ανωτέρω νομική σκέψη εφόσον η ανωτέρω διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασµένου καλύπτει τόσο την ύπαρξη της ανωτέρω απαίτησης που πλέον δεν μπορεί να αμφισβητηθεί όσο και την άνευ περιεχομένου ένσταση των ανακοπτόντων στην ευδοκίμηση των οποίων στηρίζουν το αξιούµενο δικαίωμα αποζημίωσης (από την επικαλούμενη σύμβαση πίστωσης) ύψους 1.350.000 ευρώ, που χορηγήθηκε στην πιστούχο εταιρία με την με αριθ. .. /…-2-2005 πρόσθετη-αυξητική πράξη, το οποίο καλύπτεται από το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την ανωτέρω εφετειακή απόφαση.
Κατά συνέπεια, η επίμαχη αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της επικαλούμενης τελεσθείσας αδικοπραξίας κατά την κατάρτιση της ως άνω αναφερόμενης σύμβασης πίστωσης ποσού 1.350.000 ευρώ στην οποία οδηγήθηκαν, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγομένων τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καλυπτόμενη από το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής ...
και τούτο διότι αν η αγωγή γινόταν δεκτή, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η επίμαχη σύμβαση πίστωσης θα ακυρωνόταν παρόλο που η εγκυρότητά της αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δηλαδή η δεύτερη απόφαση θα αντέφασκε με το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων (δεχθέν την ύπαρξη δεδικασμένου). Έτσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, δεχόμενο την ύπαρξη δεδικασμένου από την αμετάκλητη απόφαση (2.279/2008), που εκδόθηκε επί της από 16-6-2006 ανακοπής των αναιρεσειόντων (και της μη διαδίκου πιστούχου), αφού η δίκη εκείνη είχε ως αντικείμενο την εγκυρότητα της υπ' αριθ.
ΑΛ …/…-2-2005 πρόσθετης αυξητικής της σύμβασης πίστωσης πράξη-δάνειο και του μεγέθους της απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ενώ αντικείμενο της παρούσας δίκης, που ανοίχθηκε με τη ένδικη αγωγή, είναι η αξίωση των αναιρεσειόντων για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, προκληθείσα από αδικοπραξία (απάτη, απειλή), η οποία προηγήθηκε της κατάρτισης της επίμαχης πρόσθετης πράξης δανείου και δεν ταυτίζεται ούτε κατά τη νομική ούτε κατά την ιστορική αιτία με αυτή επί της οποίας εκδόθηκε η προεκτεθείσα απόφαση (2.279/2008), αφορώσα την εγκυρότητα της άνω αυξητικής πράξης και του μεγέθους της απαίτησης της τράπεζας, ζητήματα για τα οποία δεν αποτέλεσε αναγκαία προϋπόθεση η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ της αίτησης αναίρεσης για κατά παράβαση του νόμου ύπαρξη δεδικασμένου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2791/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που αυτοί κατέθεσαν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου