Appeal hearing declared inadmissible due to failure to prove legal and timely service of summons to absent defendants.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the appellant failed to prove that the absent defendants were legally and timely summoned. The appellant, representing a dispute over company decisions, did not submit evidence of service of the appeal request or the hearing summons to the non-appearing parties. Consequently, the court ruled that the hearing must be declared inadmissible for all parties as the procedural requirements for participation were not met.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 576 paragraphs 1, 2, and 3 of the Code of Civil Procedure; If a party accelerates the hearing without appearing or participating as required, the court examines whether the other party was legally and timely summoned, and declares the hearing inadmissible if such proof is lacking.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 916 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 916/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σταυρόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PETROLA ENGINEERING INTERNATIONAL S.A.", που εδρεύει στο VADOUZ του Λιχτενστάϊν και εκπροσωπείται νόμιμα στην Αθήνα και 2) ........, ιδρυτή, ιδιοκτήτη και Προέδρου του Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρείας, κατοίκου Αθηνών. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 919/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7338/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 13-7-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 441/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 19-3-2007 κλήση του αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-1-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι" (παρ. 1). "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση....". (παρ. 2). "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους" (παρ. 3). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19.3.2007 κλήση του αναιρεσείοντος εισάγεται για συζήτηση η από 13.7.2004 αίτησή του για αναίρεση της υπ' αριθ. 7338/2002 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και των αναφερόμενων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη νέα προσδιορισθείσα, μετά την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 441/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση επί της προαναφερόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και, στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν.
Ο παριστάμενος ως άνω αναιρεσείων δεν επικαλείται, αλλά και δεν προσκομίζει ούτε έκθεση αρμόδιου δικαστικού επιμελητή για επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της ως άνω κλήσεως για συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως σε κάθε έναν από τους μη εμφανισθέντες αναιρεσιβλήτους (αν ο ίδιος ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση) ούτε επιδοθέν σ' αυτόν αντίγραφο κλήσεως για συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως (αν τη συζήτηση επισπεύδουν οι απολειπόμενο ι αναιρεσίβλητοι).
Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ή ότι αυτοί είχαν την πρωτοβουλία επισπεύσεως της συζητήσεως της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από 13 Ιουλίου 2004 αιτήσεως του χ1 για αναίρεση α) της υπ' αριθ. 7338/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και β) των συμπροσβαλλόμενων υπ'αριθ. 919/2001, 993/1996 και 9889/1998 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ