Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing evidence evaluation beyond appellate review scope.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against the Court of First Instance's rejection of a fraud claim. The heirs argued the Court of Appeal erred in evaluating evidence and rejecting the Article 919 AC claim, but the Supreme Court held that evidence assessment falls under the trial court's exclusive domain. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the trial court's evaluation of evidence and factual findings, rendering appeals based on such assessments inadmissible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 914 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 914/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. - Ρ. Β. του Ν., κατοίκου Γαλλίας (...), 2) Ά. - Φ. Β. του Ν., κατοίκου Γαλλίας (...) και 3) Κ. Β. του Ν., κατοίκου Γαλλίας (...), που κατέστησαν καθολικοί διάδοχοι - κληρονόμοι της αρχικής ενάγουσας και ήδη αποβιωσάσης Φ. χήρας Κ. Β.. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διώνη Σκάντζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Δ. του Χ., κατοίκου … Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρεκλό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.06.2009 αγωγή της αρχικής διαδίκου Φ. χήρας Κ. Β., το γένος Α. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 818/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5724/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08.04.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αρχική ενάγουσα ήδη αποβιώσασα Φ. Β. (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν οι νυν αναιρεσείοντες -εγγονοί της ως μοναδικοί κληρονόμοι της), άσκησε την από 15.06.2009 αγωγή και υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων σ’ αυτή πραγματικών περιστατικών, ζήτησε να ακυρωθεί η σύμβαση πωλήσεως που κατάρτισε με τον εναγόμενο ως προϊόν απάτης, άλλως να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να της καταβάλει λόγω της αδικοπραξίας που συνιστά η περιγραφόμενη στην εν λόγω αγωγή απάτη, άλλως κατ' εφαρμογή του άρθρου 919 ΑΚ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 818/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι κληρονόμοι της αρχικής ενάγουσας άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 5724/2017 απόφαση του Εφετείου ερήμην του εφεσιβλήτου – εναγόμενου. Η τελευταία αυτή απόφαση που επιδόθηκε σ’ αυτόν με την .../7-2-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Βασιλικής Μποροδήμου – Βασιλείου και έχει καταστεί τελεσίδικη, προσβάλλεται παραδεκτά με την από 08.04.2019 αίτηση αναιρέσεως.
[II] Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ’ αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Εξάλλου, από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενο της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.
Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178: «άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή».
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός απ' αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθως πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών) χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές περιστάσεις ή επιθυμίες των μερών (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 151/2015, 820/2014, 1470/2014, 2095/2009).
Κατά τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 919 ΑΚ, «όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα αυτής του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (ΟλΑΠ 398/75).
Συνεκτιμάται δηλαδή, συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 764/2014, 43/2013, 900/2011, 2/2009, 1652/2006, 55/2003) .
Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 764/2014).Τέλος, ανεξαρτήτως από την ακυρότητα της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας, ο ζημιωθείς από αυτή, δικαιούται, αν συντρέχουν οι όροι της από το άνω άρθρο αδικοπραξίας, να αξιώσει αποζημίωση (ΑΠ 432/2016).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
« […] Με το με αριθμό .../29-9-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Α. – Ζ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο …, με αα …, η αρχική ενάγουσα, Φ. χήρα Κ. Β., το γένος Α. Α., δηλώνοντας ότι απέκτησε μια έκταση, επιφάνειας 21.113,70 τμ, που βρίσκεται στη θέση, ... ή ... ή ..., της κτηματικής περιφέρειας Αχαρνών του ομώνυμου Δήμου, εντός της κτηματογραφ(ηθ)είσας περιοχής, με πρόσοψη επί της Λεωφόρου ..., πώλησε και μεταβίβασε προς τον εναγόμενο, Β.
Δ., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τμήμα της έκτασης αυτής, επιφάνειας 18,210,94 τ.μ, μετά των επ’ αυτής κτισμάτων, αντί τιμήματος 695.215 ευρώ. Από την παραπάνω έκταση, συνολικής επιφάνειας 21.113,70 τμ, (α) τμήμα αυτής, επιφάνειας 1.522 τμ, έχει χαρακτηρισθεί ως αγροτική έκταση με τη με αριθμό …/1988 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πάρνηθας, (β) τμήμα αυτής επιφάνειας 16.655 τμ, έχει χαρακτηρισθεί ομοίως ως αγροτική έκταση, σύμφωνα με τη με αριθμό …/20-12-2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Αττικής και (γ) το υπόλοιπο τμήμα, επιφάνειας 2.936 τμ, είχε χαρακτηρισθεί, με τη με αριθμό .../1999 πράξη του Δασαρχείου Πάρνηθας, ως τμήμα του δημοσίου διακατεχόμενου δάσους με τη γενική ονομασία, ...
και το διαχειριζόταν το Δημόσιο, σύμφωνα με το με αριθμό .../21-9-2004 έγγραφο του Δασαρχείου Πάρνηθας. Από τα τμήματα αυτά, η αρχική ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, τα δύο πρώτα, συνολικής επιφάνειας 18.210,94 τμ, κατά νεώτερη και ακριβέστερη καταμέτρηση, με τα εντός αυτών κτίσματα, ήτοι μια παλαιά διώροφη κατοικία, επιφάνειας 1.600 τμ, με υπόγειο 260 τμ (παλαιό ξενοδοχείο με την ονομασία ...), μία άλλη κατοικία (μικρή παλαιά βίλλα), επιφάνειας 130 τμ και εγκαταστάσεις ιππικού ομίλου, επιφάνειας 480 τμ με μικρό οικίσκο, επιφάνειας 70 τμ, αντί του παραπάνω τιμήματος, ποσού 695.215 ευρώ, ενώ με το ίδιο συμβόλαιο παραχώρησε και μεταβίβασε προς τον εναγόμενο και τα δικαιώματα διακατοχής, επί του άνω τρίτου τμήματος, έκτασης 2.936 τμ, αξίας 5.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η τελευταία, ήδη από το έτος 1990, με το από 15.05.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε τμήματα της επίδικης έκτασης με τα εντός αυτής κτίσματα, στην εταιρία ..., συμφερόντων του εναγομένου, για χρονικό διάστημα έξι ετών, από 15.05.1990 μέχρι 14.05.1996, προκειμένου να χρησιμοποιούνται, ως οικοτροφείο και σχολείο.
Η μίσθωση δε αυτή παρατάθηκε διαδοχικά, με τα από 30.05.1996 και 05.04.1999 ιδιωτικά συμφωνητικά μέχρι 05.05.1999 και 14.05.2007, αντίστοιχα. Με όρους των συμφωνητικών αυτών, η μισθώτρια εταιρία είχε αναλάβει την υποχρέωση να συντηρεί με δαπάνες της τα κτίρια, είχε δε συμφωνηθεί, ότι οι οποιεσδήποτε εγκαταστάσεις, κατασκευές και επενδύσεις γίνουν στο ακίνητο, θα παραμείνουν σε όφελος του μισθίου, χωρίς η μισθώτρια να έχει δικαίωμα αφαίρεσης ή αποζημίωσης γι’ αυτές.
Στα πλαίσια των υποχρεώσεών της από τα άνω μισθωτήρια, ή μισθώτρια εταιρία προέβη σε σημαντικής έκτασης δαπάνες στο μίσθιο ακίνητο, για τη συντήρηση και επισκευή του. Ειδικότερα, τον Απρίλιο του έτους 1999, κατά την κατάρτιση του από 05.04.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, για την παράταση της μίσθωσης, το οποίο προσυπέγραψε ο εναγόμενος και ατομικά ως εγγυητής, η μισθώτρια ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών που αφορούσαν, (α) τη συντήρηση και επισκευή – αποκατάσταση όλων των ξύλινων επιφανειών του κτιρίου, των κουφωμάτων κλπ, (β) την επισκευή των κεραμοσκεπών και αντικατάσταση των κατεστραμμένων κεραμιδιών και δοκών στήριξής τους, (γ) την επισκευή του χώρου δίπλα στην τραπεζαρία και δ) την επισκευή και συντήρηση ή αντικατάσταση των υδραυλικών και ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, συντηρήσεις και επισκευές που συμφωνήθηκαν να γίνουν με δαπάνες της μισθώτριας, με μελετητή και υπεύθυνο τον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ.
Σ., επιλογής της εκμισθώτριας. Παράλληλα, το κτίριο κατά τους σεισμούς του έτους 1999, που έπληξαν την Αττική, υπέστη σημαντικές ζημιές και συγκεκριμένα διαμπερείς ρωγμές στις φέρουσες τοιχοποιίες ισογείου, αποκόλληση τμήματος της σκάλας προς τον όροφο και έντονες ρηγματώσεις στις φέρουσες τοιχοποιίες του ορόφου, όπως αυτές καταγράφονται στο από 25.09.1999 δελτίο πρώτης ταχείας αυτοψίας του ΥΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ, αιτία για την οποία κρίθηκε προσωρινά ακατάλληλο προς χρήση.
Τις ζημιές αυτές αποκατέστησε ομοίως η μισθώτρια εταιρία, με μελετητή και υπεύθυνο τον ίδιο πιο πάνω αρχιτέκτονα μηχανικό, που ήταν μηχανικός της εμπιστοσύνης της ενάγουσας, έχοντας αναλάβει επισκευές και μετατροπές αυτού, σε προηγούμενο στάδιο, τον Ιούνιο του έτους 1999. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στο τέλος του ίδιου πιο πάνω έτους (1999), η ενάγουσα Φ.
Β., με το με αριθμό .../24-2-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. –Ζ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, ως κυρία της προαναφερόμενης συνολικής έκτασης, πώλησε και μεταβίβασε στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «... ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «...
ΕΠΕ», η οποία εκμεταλλευόταν τα εκπαιδευτήρια «ΤΑSΙS HELLENIC INTERNATIONAL SCHΟΟL», διαχειριστής της οποίας ήταν ο εναγόμενος, το πρώτο τμήμα της παραπάνω έκτασης, με αναφερόμενη επιφάνεια 1.529,75 τμ, που είχε χαρακτηρισθεί ως αγροτική έκταση, με την προαναφερθείσα, με αριθμό 446/1988 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πάρνηθας, αντί τιμήματος 10.000.000 δραχμών ή 29.347 ευρώ, αντίστοιχου με την εκτιμηθείσα από την ΔΟΥ Αχαρνών, αξία του.
Επίσης, κατά τον ίδιο χρόνο, με το με αριθμό .../24-12-1999 προσύμφωνο αγοραπωλησίας της ίδιας όπως παραπάνω συμβολαιογράφου, η Φ. Β. συμφώνησε να πωλήσει στην προαναφερθείσα εταιρία ή στα από αυτή υποδειχθησόμενα πρόσωπα, το υπόλοιπο τμήμα της παραπάνω έκτασης, με αναφερόμενη επιφάνεια 19.583,25 τμ, το οποίο τότε είχε χαρακτηρισθεί ως δασικό, με την με αριθμό .../21-5-1 999 πράξη του Δασάρχη Πάρνηθας, υπό τις αιρέσεις της άρσης ή ανάκλησης ή ακύρωσης της πράξης χαρακτηρισμού και της πλήρους εξόφλησης του τιμήματος, που συμφωνήθηκε στο ποσό των 166.800.000 δραχμών (ήδη 489.508,44 ευρώ), καταβλητέο σε τρεις δόσεις, η τελευταία των οποίων ορίσθηκε τον Ιούνιο του έτους 2001.
Επιπλέον, κατά τον ίδιο χρόνο (24.12.1999) καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής ενάγουσας Φ. Β. και της άνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εκπροσωπούμενης από τον εναγόμενο, διαχειριστή της, το από 24.12.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών των συμβαλλομένων (αρχικής ενάγουσας και εναγομένου), με το οποίο η Φ.
Β. παραχώρησε στην άνω εταιρία το δικαίωμα νομής της άνω έκτασης, επιφάνειας μετά από αφαίρεση του παραπάνω τμήματος, εμβαδού 1.529,75 τμ (το οποίο είχε ήδη πωληθεί, κατά τα προεκτεθέντα), 19.583,25 τμ, κατ' άρθρο 916 ΑΚ, αντί τιμήματος ίδιου με το συμφωνηθέν με το τελευταίο προσύμφωνο (166.800.000 δραχμών), ορίζοντας ρητά στο συμφωνητικό αυτό, ότι το τίμημα του προσυμφώνου εξοφλεί ολοσχερώς και το τίμημα της πωλούμενης νομής.
Στο ίδιο συμφωνητικό αναφέρεται, ότι για την εξασφάλιση της πωλήτριας (Φ. Β.) εκδόθηκαν από τον εναγόμενο, οι αναφερόμενες εκεί τρεις επιταγές της XΙOS ΒΑΝΚ, ποσών 56.300.000 δραχμών, 61.300.000 δραχμών και 49.200.000 δραχμών, με ημερομηνίες πληρωμής, 28.06.2000, 28.12.2000 και 28.06.2001, αντίστοιχα, τις οποίες παρέλαβε η πωλήτρια, ενώ στο εν λόγω συμφωνητικό γίνεται λόγος στη με αριθμό .../21-5-1999 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πάρνηθας, με την οποία είχε χαρακτηρισθεί η άνω έκταση ως δάσος και στην από 01.06.1999 ένσταση της πωλήτριας (ενάγουσας) κατά της πράξης αυτής, ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής και διαλαμβάνεται δήλωση της αγοράστριας εταιρίας, δια του διαχειριστή της, εναγομένου, ότι θα συνεχίσει η ίδια τη διαδικασία ανάκλησης ή ακύρωσης της άνω πράξης με επιμέλειά της και δαπάνες της.
Ακολούθως, στις 20.12.2002, εκδόθηκε η με αριθμό 96/2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, με την οποία έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις της αρχικής ενάγουσας κατά της παραπάνω, με αριθμό .../21-5-1999 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πάρνηθας και ακυρώθηκε η πράξη αυτή για τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 16.655 τμ, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως αγροτική έκταση, ενώ για το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 2.935 τμ αυτής, παρέμεινε ο χαρακτηρισμός του, ως δάσος.
Μετά την έκδοση της πράξης αυτής, καταρτίστηκε το με αριθμό .../6-3-2003 συμβόλαιο πώλησης της ίδιας όπως παραπάνω συμβολαιογράφου, με το οποίο η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο το παραπάνω τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 16.655, το οποίο είχε χαρακτηρισθεί ως αγροτικό, αντί τιμήματος 665 .867,66 ευρώ, το οποίο, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο είχε εξοφληθεί ολοσχερώς, πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου.
Το άνω συμβόλαιο, όπως ρητά αναφέρεται σ’ αυτό, συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο, με βάση σχέδιο των δικηγόρων Αθηνών, Δ. Ρ. για την ενάγουσα – πωλήτρια και Γ. Κ. για τον εναγόμενο – αγοραστή. Ωστόσο, οι καταρτισθείσες με τα παραπάνω, με αριθμούς, .../24-12-1999 και .../6-3-2003 συμβόλαια, αγοραπωλησίες τμημάτων της επίδικης έκτασης, εμβαδού 1.529,75 τμ και 16.655 τμ, αντίστοιχα, ήταν αυτοδικαίως άκυρες, καθόσον με αυτές έλαβε χώρα κατάτμηση της μείζονος έκτασης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 29 του ν.1337/1983 και του άρθρου 1 του από 22/6-7/7/1983 πδ/τος.
Κατόπιν τούτου, οι συμβαλλόμενοι στα συμβόλαια αυτά, αρχική ενάγουσα, Φ. Β. και ο εναγόμενος, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, «... ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και ατομικά, με τις με αριθμούς ... και .../29-9-2004 πράξεις της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Α. - Ζ., προέβησαν στην ακύρωση των άνω, .../24-12-1999 και .../6-3-2003 συμβολαίων, λόγω νομικού ελαττώματος των ακινήτων, δηλώνοντας, ότι οι αγοραστές («...
ΕΠΕ» και Β. Δ., ήδη εναγόμενος) επιστρέφουν τα ακίνητα στην πωλήτρια και ότι το καταβληθέν τίμημα, ποσού 29.347 ευρώ για το πρώτο τμήμα και 665.8 67,66 ευρώ για το δεύτερο τμήμα, πιστώνεται και θα επιστραφεί στους αγοραστές. Ταυτόχρονα δε, υπογράφηκε το παραπάνω, με αριθμό .../29-9-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ.
Α. - Ζ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, με το οποίο η ενάγουσα, Φ. χήρα Κ. Β., πώλησε και μεταβίβασε προς τον εναγόμενο, Β. Δ., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ολόκληρη την πιο πάνω έκταση, εμβαδού 18.210,94 τμ, μετά των επ' αυτής κτισμάτων, αντί τιμήματος 695.215 ευρώ, που ήταν ίσο με το άθροισμα του ήδη καταβληθέντος τιμήματος, για τα πωληθέντα δύο τμήματα του ακινήτου, με τα παραπάνω με αριθμούς, .../24-12-1999 και .../6-3-2003 αγοραπωλητήρια συμβόλαια, τα οποία είχαν ακυρωθεί κατά την κατάρτιση του τελευταίου συμβολαίου, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά την καταβολή του τιμήματος, με το συμβόλαιο αυτό, τα μέρη συμφώνησαν ότι, Α) το ποσό των 29.341 ευρώ (τίμημα για την πώληση της έκτασης, εμβαδού 1 .529,75 τμ, δυνάμει του .../24-Ι2-1999) η πωλήτρια δίνει την εντολή και πληρεξουσιότητα στον αγοραστή (εναγόμενο) να το καταβάλει στην εταιρία, «... ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ», σε εξόφληση απαίτησης της εταιρίας αυτής κατά της πωλήτριας Φ.
Β., πηγάζουσας από το με αριθμό .../29-9-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Α. Ζ., για το άνω αναφερόμενο ποσό, αποσβεσθείσας έτσι, τόσο της υποχρέωσης του αγοραστή έναντι της πωλήτριας δια το άνω αναφερόμενο ποσό, μέρος του οφειλόμενου τιμήματος του παρόντος συμβολαίου (.../2004), όσο και της υποχρέωσης της πωλήτριας Φ.
Β. έναντι της «... ΕΠΕ» και Β) το ποσό των 665.868 ευρώ, οι συμβαλλόμενοι συμψηφίζουν με ισόποση απαίτηση που έχει ο αγοραστής κατά της πωλήτριας, πηγάζουσας από το με αριθμό .../29-9-2004 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, εξοφλουμένου έτσι πλήρως και ολοσχερώς του τιμήματος του συμβολαίου που κατάρτισαν ( .../2004).
Το τελευταίο συμβόλαιο, όπως ρητά αναφέρεται σ’ αυτό, συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο, με βάση σχέδιο των δικηγόρων Αθηνών, Δ. Ρ. για την ενάγουσα – πωλήτρια και Γ. Κ. για τον εναγόμενο – αγοραστή. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα (29.09.2004), ο εναγόμενος, με το με αριθμό .../29-9-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ.
Π. Α., πώλησε και μεταβίβασε την άνω έκταση προς την Ε. Δ., αντί τιμήματος 2.500.000 ευρώ. Η αξία δε του ακινήτου αυτού, κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, κατά τον πιο πάνω χρόνο, ανερχόταν σε 812.003,48 ευρώ, όπως αναγράφεται στο τελευταίο συμβόλαιο. Το γεγονός της μεταπώλησης του ακινήτου πληροφορήθηκε η ενάγουσα το Μαιο του έτους 2009, όπως δεν αμφισβητείται, κατόπιν δε τούτου, άσκησε την ένδικη αγωγή με την οποία μεταξύ άλλων, διώκει την ακύρωση της μεταξύ αυτής και του εναγομένου δικαιοπραξίας, λόγω εξαπάτησής της από τον εναγόμενο, επικαλούμενη, ότι η δήλωση βούλησής της στο συμβόλαιο αυτό, υπήρξε προϊόν απάτης από τον τελευταίο, ο οποίος της παρέστησε ψευδώς, ότι τα εντός του ακινήτου κτίσματα ήταν σε κακή κατάσταση, ότι η αξία του επίδικου ακινήτου ανταποκρινόταν στο συμφωνημένο τίμημα των 695.215 ευρώ και ότι το τίμημα έπρεπε αναγκαίως να είναι το ίδιο με αυτό των προγενέστερων συμβολαίων, αποκρύπτοντας το γεγονός, ότι σκόπευε τη μεταπώληση του ακινήτου, με τίμημα, ποσού 2.500.000 ευρώ.
Ωστόσο, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, ήτοι στις 29.09.2004. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε την κατάσταση του ακινήτου της και την ανάγκη διενέργειας επισκευών, ήδη από το έτος 1999, όταν μεταβίβασε το πρώτο τμήμα αυτού στον εναγόμενο και προσυμφώνησε την πώληση του δεύτερου τμήματος.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το έτος αυτό και συγκεκριμένα τον Απρίλιο, δηλαδή πριν την εκδήλωση των σεισμών, με το από 05.04.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της μισθώτριας εταιρίας, οι σχέσεις των οποίων όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό αυτό ήταν άριστες, η σειρά επισκευών και μετατροπών στο μίσθιο ακίνητο, με μελετητή τον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ.
Σ., της επιλογής της ενάγουσας. Τον ίδιο δε μελετητή, ως πρόσωπο της εμπιστοσύνης της πωλήτριας, χρησιμοποίησε η μισθώτρια και για τις επισκευές των ζημιών που υπέστη το ακίνητο, κατά τους σεισμούς του έτους 1999. Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε, η πώληση των δύο τμημάτων του επίδικου ακινήτου είχε ήδη συμφωνηθεί από το τέλος του έτους 1999, με ίδιο τίμημα όσον αφορά το πρώτο τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 1.529,75 τμ, ενώ όσον αφορά το δεύτερο τμήμα, εμβαδού 16.655 τμ, το αρχικά προσυμφωνηθέν τίμημα των 166.800.000 δραχμών ή 489.508,44 ευρώ, αυξήθηκε κατά την κατάρτιση του .../6-3-2003 συμβολαίου, σε 665.867,66 ευρώ, ισούμενο με την κατά το χρόνο σύνταξης του τελευταίου συμβολαίου (06.03.2003), αντικειμενική του αξία (665.867,66 ευρώ), ως αγροτικής έκτασης πλέον, μετά και τον αποχαρακτηρισμό του.
Το άθροισμα δε των δύο τιμημάτων (29.347 ευρώ + 665.867,66 ευρώ), ποσού 695.215 ευρώ, αποτέλεσε το τίμημα της πώλησης του ενιαίου ακινήτου, με την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία, που καταρτίστηκε με το με αριθμό .../2004 συμβόλαιο. Οι διαλαμβανόμενοι στον πρώτο λόγο της έφεσης ισχυρισμοί των εκκαλούντων, ότι το τελευταίο τίμημα δεν ταυτίζεται με τα πράγματι συμφωνηθέντα καθ' ομολογία του εναγομένου τιμήματα των 29,347 ευρώ ή 10.000.000 δραχμών, για το πρώτο τμήμα και των 489.508,44 ευρώ ή 166.800.000 δραχμών για το δεύτερο τμήμα, που αφορούσαν την πώληση της κυριότητας του πρώτου τμήματος και της νομής του δεύτερου, αντίστοιχα, συνολικού ποσού 518.855 ευρώ, δεν κρίνονται βάσιμοι, καθόσον ο εναγόμενος, όπως από το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεών του προκύπτει, με τη συγκεκριμένη περικοπή αναφέρθηκε στην αρχική συμφωνία του έτους 1999 για την πώληση της κυριότητας του πρώτου ακινήτου και τη μεταβίβαση της νομής του δεύτερου, ενώ μετά την άνω συμφωνία ακολούθησε η κατάρτιση του .../6-3-2003 συμβολαίου με την οποία πωλήθηκε κατά κυριότητα η δεύτερη έκταση, αντί τιμήματος 665.867,66 ευρώ.
Επίσης, δεν κρίνονται βάσιμοι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων, ότι το τίμημα των 695.215 ευρώ, τέθηκε στο συμβόλαιο απολύτως εικονικά, ως άθροιση των αναγραφόμενων τιμημάτων, επικαλούμενοι ότι το συμφωνηθέν τίμημα για το δεύτερο ακίνητο ανερχόταν στο ποσό των 489.508,44 ευρώ και όχι των 665.861,66 ευρώ, το οποίο ήταν ίσο με την αντικειμενική αξία του δεύτερου ακινήτου και αναγράφηκε στο σχετικό συμβόλαιο ως «δήθεν» καταβληθέν τίμημα.
Και τούτο διότι το τίμημα της πώλησης του δεύτερου ακινήτου, μετά τη συμφωνία που έλαβε χώρα το έτος 1999, αυξήθηκε σε 665.867,66 ευρώ, τίμημα το οποίο τέθηκε στο με αριθμό .../6-3-2003 συμβόλαιο και καταβλήθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε. Εξάλλου, τέτοιοι ισχυρισμοί περί εικονικότητας του τιμήματος στην ένδικη δικαιοπραξία, δεν διαλαμβάνονται ούτε στην αγωγή.
Κατά το χρόνο βεβαίως σύναψης του τελευταίου συμβολαίου (29-9-2004), η αντικειμενική αξία του ενιαίου ακινήτου ήταν μεγαλύτερη από το ήδη καταβληθέν τίμημα, ανερχόμενη σε 811.438,63 ευρώ. Εφόσον, όμως, η δικαιοπραξία αυτή καταρτίστηκε σε αντικατάσταση των παραπάνω με αριθμούς, .../1999 και .../2003 προγενέστερων συμβολαίων, με τα οποία πωλήθηκαν τα προαναφερθέντα δύο τμήματα του ακινήτου, που στη συνέχεια ακυρώθηκαν λόγω νομικού ελαττώματος και μόνο, όπως ρητά αναγράφεται στα σχετικά συμβόλαια, ευλόγως τέθηκε το ίδιο τίμημα πώλησης, όπως αυτό είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων.
Για τον καθορισμό δε του τιμήματος στο πιο πάνω ποσό από τους συμβαλλόμενους, λήφθηκαν υπόψη, οι ενέργειες του εναγομένου για τον αποχαρακτηρισμό του από δασικό σε αγροτικό, η κατάσταση των κτισμάτων, τα οποία είχαν ανεγερθεί από το έτος 1955, καθώς και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για τη συντήρησή του από τη μισθώτρια εταιρία, συμφερόντων του εναγομένου, στα πλαίσια των μέχρι τότε συναλλαγών και σχέσεών τους, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, χωρίς να λάβει χώρα οποιαδήποτε ψευδής παράσταση του εναγομένου.
Το γεγονός δε της συμφωνίας για τη μεταπώληση του ακινήτου από τον εναγόμενο με μεγαλύτερο τίμημα, στα πλαίσια των δικών του ενεργειών και διαπραγματεύσεων με τη νέα αγοράστρια, δεν είχε υποχρέωση με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αποκαλύψει ο εναγόμενος στην ενάγουσα πωλήτρια, ενόψει και του ότι κατά τον ένδικο χρόνο, δεν έγιναν διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα για το τίμημα πώλησης του ενιαίου ακινήτου, αφού αυτό είχε ήδη συμφωνηθεί σε προηγούμενο χρόνο και είχε καταβληθεί.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν αποδείχθηκε απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου, η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, με την οποία διώκεται η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των ήδη εναγόντων – εκκαλούντων, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την επικουρικά προβαλλόμενη βάση της αγωγής της, επιδιώκει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, επικαλούμενη ότι ο εναγόμενος εκμεταλλεύτηκε την απειρία της σχετικά με τις συναλλαγές και την επείγουσα ανάγκη της, να πωλήσει το ακίνητο και έτσι πέτυχε να προσπορισθεί περιουσιακή ωφέλεια, ήτοι το ακίνητο της, πραγματικής αξίας 2.500.000 ευρώ, η οποία τελούσε σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή του, συνιστάμενη στο καταβληθέν από αυτόν τίμημα, ποσού 695.615 ευρώ.
Ωστόσο, και οι παραπάνω ισχυρισμοί της δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, όσον αφορά την επικαλούμενη απειρία της ενάγουσας, σχετικά με οικονομικές συναλλαγές, τέτοια απειρία δεν αποδείχθηκε από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η τελευταία, η οποία πράγματι κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης δικαιοπραξίας ήταν 86 ετών (γεννήθηκε το έτος 1918), ήδη από το έτος 1984, όταν αποβίωσε ο σύζυγός της, διαβιούσε στην …, στην οικία της στην περιοχή του …, διαθέτοντας υπηρετικό προσωπικό μέχρι το έτος 2006, οπότε μετακόμισε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ..., όπου διέμενε και η ανιψιά της Σ.
Μ., ιατρός, η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η ίδια δεν διατηρούσε επαφές με το μοναδικό τέκνο της, Ν. Β., τον οποίο έβλεπε σπάνια, 1-2 φορές το χρόνο στις γιορτές, αλλά ούτε και με τους εγγονούς της (εκκαλούντες), οι οποίοι έμεναν μόνιμα στη Γαλλία. Ωστόσο, η τελευταία, ή οποία ήταν πολύ καλής οικονομικής κατάστασης, αφού καταγόταν από εύπορη οικογένεια και ο σύζυγός της ανήκε στην εφοπλιστική οικογένεια Β., είχε μεγάλη κοινωνική επιφάνεια και αντίστοιχη κοινωνική θέση, μετά το θάνατό του συζύγου της, επί σειρά ετών διαχειριζόταν αυτή την περιουσία της, συνεπικουρούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Δ.
Ρ.. Η δικηγόρος μάλιστα αυτή, κατ’ εντολή της ενάγουσας υπέβαλε τις προαναφερθείσες αντιρρήσεις για το χαρακτηρισμό του δεύτερου τμήματος της επίδικης έκτασης ως δασικού, ενώ με τη μεσολάβησή της καταρτίστηκαν οι συμβάσεις, μίσθωσης και παράτασης αυτής του επίδικου ακινήτου, τις οποίες υπέγραψε η ενάγουσα διαπραγματευόμενη η ίδια το μηνιαίο μίσθωμα, σημαντικού ύψους.
Ειδικότερα το μηνιαίο μίσθωμα με το τελευταίο συμφωνητικό παράτασης, το Μάιο του έτους 1999, συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.600.000 δραχμών, με ετήσια αναπροσαρμογή, καταλήγοντας το Μάιο του έτους 2006 στο ποσό των 3.500.000 δραχμών. Επίσης, ή ίδια η ενάγουσα, κατάρτισε τις παραπάνω, συμβάσεις πώλησης και ιδιωτικό συμφωνητικό, συνεπικουρούμενη από τη δικηγόρο της, Δ.
Ρ., με την οποία και παραστάθηκε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου πώλησης του δεύτερου τμήματος και των άνω με αριθμούς, .../2003 και .../2004 συμβολαίων. Για τα παραπάνω περιστατικά και τις συνθήκες κατάρτισης της επίδικης αγοραπωλησίας, κατέθεσε ένορκα στην με αριθμό .../2011 ένορκη βεβαίωση, η προαναφερθείσα δικηγόρος της ενάγουσας, Δ.
Ρ., η οποία όπως εκτέθηκε ασχολούνταν με τις υποθέσεις της, με την ιδιότητα της δικηγόρου και ως εκ τούτου είχε άμεση γνώση των συμφωνηθέντων. Η κατάθεση της τελευταίας, ενισχύεται από τα προαναφερθέντα έγγραφα, δεν αναιρείται δε από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, Σ. Μ., ή οποία δεν είχε γνώση των συνθηκών κατάρτισης της επίδικης αγοραπωλησίας και των συμφωνιών των διαδίκων.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι πράγματι η ενάγουσα επιθυμούσε έντονα να πωλήσει το πιο πάνω ακίνητο, θέλοντας να απαλλάξει τους κληρονόμους της από το φόρο κληρονομίας, πλην, όμως, μόνη η επιθυμία της αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επείγουσα ανάγκη, ... ήτοι ως κατάσταση ενός προσώπου που βρίσκεται σε σοβαρό, άμεσο και πραγματικό κίνδυνο (οικονομικό ή άλλο), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής ή ως ψυχαναγκαστική τάση (η επιτακτική και μη ελεγχόμενη επιθυμία) ενός ηλικιωμένου ανθρώπου να διατηρήσει ή να εξασφαλίσει τα μέσα, το κατάλυμα και τις εν γένει βιοτικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έχει συνηθίσει και ζεί, ή στις οποίες στηρίζει τις ελπίδες του για μια όσο το δυνατόν ανώδυνη και αδιατάρακτη γήρανση μέχρι το τέλος του βίου του.
Κατόπιν αυτών, ενόψει και του ότι για να θεωρηθεί η δικαιοπραξία αισχροκερδής, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά οι προϋποθέσεις, ήτοι ύπαρξη απειρίας ή ανάγκης του συμβαλλομένου και εκμετάλλευσή της από τον αντισυμβαλλόμενο αφενός και δυσαναλογία μεταξύ της παροχής και αντιπαροχής αφετέρου, με αποτέλεσμα αν λείπει μία από τις προϋποθέσεις αυτές να μην μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, κατά το άρθρο 179 ΑΚ, η επικουρική βάση της αγωγής, η θεμελίωση της οποίας επιχειρείται στην τελευταία διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή και κατά τη βάση αυτή, αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα (ΚΠολΔ 534), ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους ήδη ενάγοντες – εκκαλούντες, με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, αναφορικά με την εκμετάλλευση της απειρίας και της ανάγκης της αρχικής ενάγουσας κατά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ενόψει αυτών, πρέπει η κρινόμενη έφεση, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη [...]».
[IV] Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και την συνακόλουθη κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητος της αγωγής κατά την εξ αδικοπραξίας κύρια βάση της, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατ’ ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330, 147Α.Κ. σε συνδυασμό προς 386 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με τις παραδοχές ότι:
(α) οι συμβαλλόμενοι προέβησαν με τις .../2004 και .../2004 συμβολαιογραφικές πράξεις στην ακύρωση των .../1999 και .../2003 προγενεστέρων συμβολαίων αγοραπωλησίας τμημάτων της επίδικης έκτασης (1529,75τ.μ και 16.655τ.μ) λόγω νομικού ελαττώματος (απαγορευμένης κατά νόμο κατάτμησης) και μόνο, όπως ρητά αναγράφεται στις άνω πράξεις, με ταυτόχρονη κατάρτιση του .../29-9-2004 συμβολαίου πώλησης για ολόκληρη την πιο πάνω έκταση (18.210,94 τ.μ) με τα επ’ αυτής κτίσματα, αντί τιμήματος ίσου με το άθροισμα του ήδη καταβληθέντος για τα επί μέρους τμήματά της, ως προς τα οποία τα αντίστοιχα συμβόλαια πώλησης ακυρώθηκαν,
(β) ότι η δικαιοπραξία αυτή καταρτίστηκε σε αντικατάσταση των ως άνω ακυρωθέντων συμβολαίων και ευλόγως τέθηκε το ίδιο τίμημα πώλησης (695.215 ευρώ), όπως είχε συμφωνηθεί ήδη μεταξύ των διαδίκων,
(γ) ότι για τον καθορισμό του τιμήματος στο πιο πάνω ποσό λήφθηκαν υπόψη οι ενέργειες του εναγόμενου για τον αποχαρακτηρισμό του από δασικό σε αγροτικό, η κατάσταση των κτισμάτων που είχαν ανεγερθεί από το 1955 και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για τη συντήρησή του από τη μισθώτρια εταιρεία συμφερόντων του εναγομένου στα πλαίσια των μέχρι τότε συναλλαγών και σχέσεών τους χωρίς να λάβει χώρα οποιαδήποτε ψευδής παράσταση του εναγόμενου,
(δ) ότι εκ των προπαρατιθέμενων περιστατικών δεν επέδειξε απατηλή συμπεριφορά κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης την 29.09.2004, έναντι της αρχικής ενάγουσας (αντισυμβαλλομένης του), αντίθετα η ενάγουσα γνώριζε την κατάσταση του ακινήτου της και την ανάγκη διενέργειας επισκευών ήδη από το 1999, όταν μεταβίβασε το πρώτο τμήμα αυτού στον εναγόμενο και προσυμφώνησε την πώληση του δεύτερου τμήματος και
(ε) ότι δεν είχε υποχρέωση να αποκαλύψει ο εναγόμενος στην ενάγουσα πωλήτρια τη συμφωνία του για μεταπώληση με μεγαλύτερο τίμημα στο πλαίσιο δικών του ενεργειών και διαπραγματεύσεων με τη νέα αγοράστρια, ενόψει του ότι δεν έγιναν διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα για το τίμημα πώλησης του ενιαίου ακινήτου, αφού αυτό είχε ήδη συμφωνηθεί και καταβληθεί, εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναιρούν την αποδιδομένη στον αναιρεσίβλητο αδικοπρακτική ευθύνη.
Ωσαύτως, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής για ακυρότητα της επίδικης μεταβίβασης ως αισχροκερδούς (με επίκληση εκμετάλλευσης από τον εναγόμενο της απειρίας της ενάγουσας και της επείγουσας ανάγκης της να πωλήσει το ακίνητο), υπό τις παραδοχές ότι:
(α) η αρχική ενάγουσα ήταν πολύ καλής οικονομικής κατάστασης, καταγόμενη από εύπορη εφοπλιστική οικογένεια, με μεγάλη κοινωνική επιφάνεια και αντίστοιχη κοινωνική θέση, διαχειριζόταν επί σειρά ετών η ίδια την περιουσία της, με παράθεση των προς τούτο ενεργειών με αυτοπρόσωπη παρουσία στις διαπραγματεύσεις με τον αντισυμβαλλόμενο εναγόμενο για την κατάρτιση των μεταξύ τους συμβάσεων μισθώσεως, των παρατάσεών τους και των σημαντικού ύψους αναπροσαρμογών του μηνιαίου μισθώματος από το 1999 ως το 2006, σχετικές εντολές προς την πληρεξούσια δικηγόρο της Δ.Ρ. προς υποβολή αντιρρήσεων για αποχαρακτηρισμό του δασικού μέρους του επιδίκου ακινήτου και συμπαράσταση της τελευταίας στις επίμαχες συμβάσεις (πώλησης, προσύμφωνο και ιδιωτικό συμφωνητικό) με τον εναγόμενο και
(β) ότι η ενάγουσα επιθυμούσε έντονα να πωλήσει το επίδικο ακίνητο για να απαλλάξει τους κληρονόμους της από το φόρο κληρονομίας, πλήν όμως μόνη η επιθυμία της αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί επείγουσα ανάγκη, το Εφετείο με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις κατέληξε στο σαφές πόρισμα ότι αποκλείεται η εφαρμογή της ΑΚ 179, αφού υπό τα προεκτεθέντα δεν συνέτρεχαν αθροιστικά οι προϋποθέσεις της άνω διάταξης.
Επομένως οι περί του αντιθέτου τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στην εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των αναφερομένων σ’ αυτούς ζητημάτων, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 εδ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη «τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους, ότι ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ούτε απάντησε στα θεμελιωτικά περιστατικά της κύριας βάσης της αγωγής, αλλά προέβη μόνο σε μια γενική άρνηση», είναι απαράδεκτος, καθόσον η άρνηση της αγωγής δεν έχει αυτοτέλεια και δεν αποτελεί πράγμα.
Επίσης απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ομοίως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διαλαμβάνοντας την παραδοχή «ότι όσον αφορά το δεύτερο τμήμα εμβαδού 16.655τ.μ, το αρχικά προσυμφωνηθέν τίμημα των 166.800.000 δρχ.
ή 489.508,44 ευρώ, αυξήθηκε κατά την κατάρτιση του .../6-3-2003 συμβολαίου σε 665.867,66 ευρώ, ισούμενο με την κατά το χρόνο σύνταξης του τελευταίου συμβολαίου (6-3-2003) αντικειμενική του αξία (665.867,66 ευρώ) ως αγροτικής έκτασης πλέον μετά τον αποχαρακτηρισμό του» έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη «ισχυρισμό περί αύξησης του τιμήματος όταν αποχαρακτηρίστηκε η έκταση από δασική σε αγροτική», καθόσον τα ως άνω περιστατικά, πέραν του ότι δεν έγιναν αντικείμενο επίκλησης στο δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό (πράγμα).
Κατά το δεύτερο μέρος του ο αυτός ως άνω λόγος (δεύτερος), με τον οποίον μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και δη τα με αρ. 818/2016 πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και την .../15-3-2011 ένορκη βεβαίωση της Δ.
Ρ. είναι αβάσιμος . Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από τη ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (με την ειδικότερη επισήμανση ότι τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης συνιστούν διαδικαστικά έγγραφα και όχι αποδεικτικά μέσα), ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα (το Εφετείο) κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη «...τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου, την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ήδη ενάγοντες -εκκαλούντες με αριθμό .../15-3-2011 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος του εναγόμενου Δ.
Ρ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μ. Α. που λήφθηκε νομότυπα και από όλα γενικά τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι ήδη ενάγοντες-εκκαλούντες είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς...», σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της μη τελέσεως της εν λόγω αδικοπραξίας σε βάρος της αρχικής διαδίκου (ενάγουσας), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αλλά και τις περιεχόμενες στα διαδικαστικά της (πρωτοβάθμιας) δίκης έγγραφα των πρακτικών, ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριό του μαρτύρων.
Ο έκτος αναιρετικός λόγος τέλος, κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής εκ του άρθρου 919ΑΚ είναι απαράδεκτος, εφόσον ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται στην υπό κρίση περίπτωση που το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς διατυπώνοντας αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά δε το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του αρ. 8 εδ.α' (και όχι εδ.β') του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι «δεν έλαβε υπόψη το παράπονο που διατύπωσαν με τον τρίτο λόγο εφέσεως ως προς την απόρριψη της βάσεως της αγωγής εκ του άνω άρθρου (919 ΑΚ)», ο αυτός ως άνω λόγος (έκτος) είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση των οικείων νομικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης «...η αγωγή κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωσή της στην αυτοτελή δικαιοπραξία με προσβολή των χρηστών ηθών (άρθ.919 ΑΚ) είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον η ενάγουσα δεν διαλαμβάνει στο δικόγραφό της συγκεκριμένα περιστατικά για τη θεμελίωση της αδικοπραξίας του τελευταίου άρθρου η οποία γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση επαγωγής ζημίας, ήτοι δόλο κατευθυνόμενο στην επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου (δόλου)...» προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης.
Επί πλέον, όλες οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω λόγους αναιρέσεως ανάγονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείoυ Πάγου και συνεπώς οι λόγοι αυτοί κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.04.2019 αίτηση αναιρέσεως των: 1. Σ. Ρ.- Β., 2.Ά.-Φ. Β., 3.Κ. Β. κατά της με αριθμό 5724/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ