Supreme Court allows second appeal and remands case for new substantive trial to ensure full review.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece allowed the second appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision of 2175/2012. The appellants argued that the lower court failed to properly address the case, while the respondent maintained the original judgment was correct. The court ruled that a new substantive trial must be held before the appellate chamber to fulfill its duty of reviewing the case in depth after a second appeal.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must conduct a new substantive trial after a second appeal to ensure a full review of the case, rather than combining the appeal request with the merits discussion.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 914 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 914/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014 με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1)Γ. χας Α. Κ., το γένος Φ. Π., 2)Λ. Κ. του Α., κατοίκων ... και 3)Φ. Κ. του Α., 2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 31/10/2014 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Μπασδέκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/1982 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, την από 8/9/1982 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του αρχικού διαδίκου Απόστολου Κλάψα και την 24/10/1988 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/1989, 856Ν/1989 μη οριστικές, 24212/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 908/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 1653/2009 του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2175/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 16/1/2013 αίτησή τους και τους από 22/7/2013 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 286/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλλε τη συζήτηση προκειμένου να συνταχθεί εισηγητική έκθεση για το παραδεκτό και βάσιμο όλων των λόγων της παραπάνω αίτησης αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 27/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του Κώδικα αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Η αποδοχή δε της απόφασης επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 553 παρ.1 και 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 15/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσίβλητος με τις έγγραφες, προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 30-10-2013, ήτοι είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο κατά την 20-11-2013 που έχει οριστεί για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της αίτησης αυτής, λόγω της πλήρους αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αναιρεσείοντες, που έγινε μετά την άσκηση της κύριας αίτησης αναίρεσης με την υπ’ αριθμ. ...28-1-2013 πράξη εμφάνισης και δηλώσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Ιωάννου Κοτσανίδη από την οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες παρέδωσαν σ’ αυτόν το επίδικο ακίνητο (το υπ’ αρ.
…οικόπεδο του ... ΟΤ εμβαδού 192 τετ. μέτρων που βρίσκεται στον προσφυγικό συνοικισμό ... του δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης) και κατέβαλαν σ’ αυτόν το ποσό των 2500 ευρώ ως δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το διατακτικό της υπ’ αρ. 2175/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης (προσβαλλόμενης). Όμως η φερομένη ως αποδοχή τα ως άνω απόφασης γενομένη μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, μπορούσε να γίνει ρητώς, τηρουμένων των οριζομένων στο άρθρο 297 ΚΠολΔ διατυπώσεων και όχι σιωπηρώς, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από την εκούσια πληρωμή των με τελεσίδικη απόφαση επί δικασθεισών απαίτησης και δικαστικής δαπάνης δεν συνάγεται αποδοχή της απόφασης αυτής αφού συγχωρείται κατά νόμο η μη αναγκαστική εκτέλεση είσπραξή τους.
Επομένως η ως άνω ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη.
Εξάλλου είναι απορριπτέα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτού, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτό είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων για να υποστηρίξει τα προβαλλόμενα δικαιώματα τους, η οποία όμως είχε απορριφθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του Ελληνικού Δημοσίου για άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων. Σε κάθε όμως περίπτωση η απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να εκτιμηθεί ως κλήση αυτού ως προσθέτως παρεμβαίνοντος.
Ο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται για παραβίαση της δεσμευτικότητας της απόφασης του Αρείου Πάγου, από το δικαστήριο της παραπομπής, μετ’ αναίρεση. Η δέσμευση αφορά τα κριθέντα νομικά ζητήματα, ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης, ενώ αντίθετα, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 1653/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά παραδοχή ως βασίμου λόγου αναίρεση από τον αρ.10 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν.2915/2001, αναιρέθηκε η 908/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο.
Ειδικότερα το Δικαστήριο τούτο δέχτηκε τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου, ενώπιον του (πρωτοβαθμίου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων, αυτός (εναγόμενος), κατά της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, πρότεινε ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία, ισχυρισθείς, ειδικότερα, ότι αυτό (επίδικο) η δικαιοπάροχος μητέρα του το κατέλαβες το έτος 1959 και το νεμόταν, έκτοτε, με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1965 ότε υπεισήλθε σ’ αυτό ο ίδιος και το νεμόταν, με διάνοια κυρίου, μέχρι ασκήσεως της αγωγής (1982), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, δια της προσμετρήσεως στο χρόνο χρησικτησίας του και του χρόνου χρησικτησίας της ανωτέρω δικαιοπαρόχου του.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 189/1991 πράξη του, για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, έταξε τις σχετικές αποδείξεις. Συγκεκριμένα, υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδείξει, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, ότι το επίδικο κατέλαβε η μητέρα του (δικαιοπάροχός του) το έτος 1959, η οποία το νεμόταν, με διάνοια κυρίου, μέχρι 24-11-1965 και έκτοτε (24-11-1965) και μέχρι ασκήσεως της ένδικης αγωγής, το νεμόταν, με διάνοια κυρίου ο ίδιος χωρίς να αναφέρεται η αιτία της διαδοχής.
Ακολούθως, με την 24212/2006 οριστική απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της προαναφερόμενης ένστασης. Κατά της εν λόγω απόφασης ο ήδη αναιρεσείων - ενάγων άσκησε έφεση. Με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι η μητέρα του εναγομένου απεβίωσε την 1-10-1961 και ότι τη νομή της επί του επιδίκου έκτοτε (1.10.1961) συνέχισε ο εναγόμενος, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, μέχρι ασκήσεως της αγωγής, καταστάς έτσι κύριος με έκτακτη χρησικτησία, με συνέπεια να απορριφθεί η αγωγή, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος νεμόταν το επίδικο, και για το χρονικό διάστημα από 1.10.1961 μέχρι 24.11.1965, χωρίς να έχει διαταχθεί η σχετική απόδειξη, για το ζήτημα αυτό, που αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι χωρίς να νέμεται το επίδικο ο εναγόμενος και κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν συμπληρώνεται ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του.
Συνακόλουθα ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ ορθή υπαγωγή η από τον αρ.18 του άρθρου 55 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο ως δικαστήριο παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την 1653/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και παρέλειψε να διατάζει αποδείξεις ότι ο εναγόμενος νεμόταν το επίδικο ακίνητο και για το χρονικό διάστημα από 1-10-1960 μέχρι 29-11-1965, είναι βάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν.4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δε γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.
και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσον της αίτησης αναίρεσης όσον και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ1 αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1588/2013, 1517/2013, 1393/2014).
Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων που κατατέθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, στους αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν ο πρώτος αναιρεσίβλητος ως ηττηθής διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρέσει όντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2175/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει ην επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ