Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
914/2014 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence and court composition errors.

Geschäftsnummer 914/2014
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final decision. The appellant argued that the lower court improperly admitted a sworn affidavit as evidence under outdated procedural rules and that the appellate panel lacked legal composition. The court rejected these claims, ruling that the evidence was admissible for indirect proof and the court's composition was lawful since the 2009 decision was not final. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559(14) C.Pol.D.; Art. 527 C.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the court of first instance declared an objection inadmissible without applying statutory exceptions, and a court composition defect is not established if the prior decision was not final.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissibility of appeal sworn affidavit evidence court composition defect indirect proof admissibility final decision requirement bisheriger Rechtsstatus türkische Staatsangehörige Luftfahrtrecht

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559(14) C.Pol.D.
Art. 527 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 914 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 914/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ε. Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Σ., ως καθολικού διαδόχου του Γ. Κ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους: α)Δημήτριο Γιουλιέλμο και β)Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2)Α. Ν. του Α., κατοίκου ... 3)Α. Κ., χήρας Α. Ν., κατοίκου ..., 4)Τ. Ν. του Α., κατοίκου ... και 5)Α. Π. του Ι., κατοίκου .... Η 1η, ο 2ος ατομικά και ως πληρεξούσιος του 4ου βάσει του …/11-5-2013 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σεβαστής Αδαμοπούλου και η 3η εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρο τους α)Όλγα Ζυγούρα και β)Ναούμα Τζήκα. Ο 5ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βασιλακάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 12/11/2013 δήλωσή του και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4681/1995 μη οριστική, 8025/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1225/2009 μη οριστική και 1772/2012 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2012 αίτησή του, τους από 12/7/2013 προσθέτους λόγους και το από 31/10/2013 2ο δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 26/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό τους της από 5-12-2012 αίτησης, των επ' αυτής από 12-7-2013 και 31-10-2013 προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αρ. 1772/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι απαράδεκτα προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον αυτού κάποια ένσταση ως είναι και η περί πλαστότητος κάποιου εγγράφου, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες από το άρθρο 527 ΚΠολΔ εξαιρέσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και ειδικότερα ότι παράνομα απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση του περί πλαστότητας της επίμαχης μυστικής διαθήκης της Λ.

χήρας Τ. Ν., που πρότεινε αυτός (αναιρεσείων) ως εκκαλών το πρώτον στο Εφετείο κατά τη δικάσιμο της 24-10-2008 με τις από 22-10-2008 προτάσεις του καίτοι είχε υπεισέλθει στη δίκη στη θέση του αρχικού πρώτου εναγομένου Γ. Κ. του Ν. στον πρώτο βαθμό. Για το λόγο αυτόν της αίτησης αναίρεσης λεκτέα τα ακόλουθα: Κατά την διάταξη του άρθρου 460 Κ.Πολ.Δ "κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό.

Τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια". Κατά την διάταξη δε του άρθρου 461 του Κ.Πολ.Δ, "αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας".

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 463 του αυτού Κώδικα "όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι".

Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ενταγμένη στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει της θέσεως της, κανόνα της αποδεικτικής μόνον διαδικασίας, ο εισαγόμενος δε με αυτή περιορισμός τείνει στην ανατροπή της στρεψοδικίας και της παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (Ολ. ΑΠ 23/1999). Eνόψει τούτων, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζονται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή.

Ο κατ' ένσταση δε προβαλλόμενος ισχυρισμός, χωρίς την προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (αρ. 461), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος. Εξ άλλου, για το παραδεκτό του περί πλαστότητας εγγράφου ισχυρισμού, απαιτείται η κατά το άρθρο 98 του Κ.Πολ.Δ ειδική πληρεξουσιότητα.

Τέτοια ειδική πληρεξουσιότητα δεν απαιτείται όταν το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί. Στην περίπτωση, όμως, αυτήν (παραγραφής του αδικήματος), αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, ο περί αυτής ισχυρισμός δεν μπορεί να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, αλλά πρέπει να προταθεί, επί ποινή απαραδέκτου, κατά την συζήτηση, κατά την οποία προσήχθη το έγγραφο.

Και τούτο γιατί εκλείπουν οι ποινικές συνέπειες που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και επέβαλαν την εν λόγω ρύθμιση (ΑΠ 979/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση περί πλαστότητος της επίμαχης μυστικής διαθήκης με την ακόλουθη αιτιολογία: "ο εκκαλών (ο οποίος ως εκ διαθήκης Κληρονόμος του αρχικού πρώτου εναγομένου) δήλωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στον 1° βαθμό ότι συνεχίζει την διακοπείσα με το θάνατο του τελευταίου δίκη), για πρώτη φορά προέβαλε ενώπιον του παρόντος κατ' έφεση Δικαστηρίου, την ένσταση ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της διαθέτιδος Λ.

χας Τ. Ν.-δικαιοπαρόχου των τεσσάρων πρώτων εναγόντων-στην από 15 Οκτωβρίου 1977 μυστική διαθήκη της, την οποία (διαθήκη) οι τέσσερις πρώτοι των εναγόντων επικαλούνται προς στοιχειοθέτηση του παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από αυτούς, Ειδικότερα, την ένσταση αυτή ο εκκαλών προέβαλε με τις από 22-10-2008 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε στις 24-10-2008, ενώπιον του παρόντος κατ' έφεση Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης του κατά τη δικάσιμο της 24-10-2008.

Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι η από 15-10-1977 μυστική διαθήκη της Λ. χας Τ. Ν., επί της οποίας στηρίζουν το δικαίωμα της συγκυριότητας τους οι τέσσερις πρώτοι των εναγόντων-εφεσιβλήτων, είναι πλαστή, διότι δεν έχει γραφεί ούτε υπογραφεί από την διαθέτιδα, αλλά έχει γραφεί εξ'ολοκλήρου και υπογραφεί από την κόρη της Έ.

Κ., μητέρα της 1ης ενάγουσας, την οποία και κατονόμασε ως πλαστογράφο. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 1225/2009 μη οριστική του απόφαση, αφού έκρινε ότι παραδεκτά προτάθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός από τον εκκαλούντα για πρώτη φορά με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της έφεσης του, αφού η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 461 ΚΠολΔ μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, και επίσης ότι η διαθήκη αποτελεί κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, δέχθηκε τυπικά την έφεση, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και υποχρέωσε τον εκκαλούντα να αποδείξει ότι δεν είναι γνήσια υπογραφή της διαθέτιδος Λ.

χας Τ. Ν., η υπογραφή που τέθηκε στο τέλος της από 15-10-1977 μυστικής διαθήκης, καθώς και ότι το έγγραφο της ίδιας διαθήκης, εκτός της υπογραφής, δεν είναι γραμμένο από την ίδια τη διαθέτιδα, αλλά συντάχθηκε ολικά, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από άλλο πρόσωπο, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες που θα εξετασθούν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού, για τα ίδια δε ως άνω γεγονότα διέταξε και τη διενέργεια

γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες, ήτοι τους Δ. Σ. και Ι. Κ., δικαστικούς γραφολόγους. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, η ως άνω ένσταση πλαστογραφίας απαράδεκτα προβλήθηκε το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, ενώ θα έπρεπε να προβληθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου είχε προσαχθεί η ως άνω από 15 Οκτωβρίου 1977 μυστική διαθήκη, διότι η αποδιδομένη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, τελεσθείσα το έτος 1977, κατέστη ανέγκλητη λόγω παραγραφής και δεν συνιστά ένσταση πλαστογραφίας δυναμένη να προβληθεί κατ'αρθρ. 461 ΚΠολΔ σε οποιαδήποτε στάση της δίκης.

Ειδικότερα, στην παρούσα περίπτωση, ο εκκαλών προέβαλε τον ισχυρισμό περί πλαστότητας της από 15 Οκτωβρίου 1977 μυστικής διαθήκης της Λ. Ν., αποδίδοντας την πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο (την κόρη της Έ. Κ., μητέρα της 1ης ενάγουσας), στις 24-10-2008, ημερομηνία κατά την οποία ήδη το αδίκημα της πλαστογραφίας στην κακουργηματική του μορφή (αρθρ. 216 ΠΚ), είχε παραγραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 ΠΚ, αφού από την ημερομηνία σύνταξης της ως άνω μυστικής διαθήκης (15-10-1977), μέχρι και το χρόνο προβολής της ένστασης πλαστογραφίας της επ' αυτής υπογραφής της διαθέτιδος (24-10-2008), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 30 ετών, ήτοι μεγαλύτερο των 15 ετών που αποτελεί το χρόνο παραγραφής του κακουργήματος της πλαστογραφίας, και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός του εκκαλούντος ήταν απαράδεκτος, προτεινόμενος για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη.

Ενόψει της παραπάνω παραγραφής του αδικήματος της πλαστογραφίας (το οποίο μάλιστα είχε ήδη παραγραφεί και κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο 1° βαθμό, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 25-11-1994, λόγω διαμεσολαβούντος χρονικού διαστήματος άνω των 15 ετών από τη ημερομηνία σύνταξης της μυστικής διαθήκης ήτοι από 15-10-1977 μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής), για το παραδεκτό του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος, θα έπρεπε αυτός (ισχυρισμός) υποχρεωτικά να προταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία το έγγραφο αυτό (η από 15-10-1977 μυστική διαθήκη), είχε προσαχθεί, ήτοι κατά τη δικάσιμο της 25-11-1994, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 4681/1995 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση κατά την μετ'απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 6-10-2006, κατά την οποία ο εκκαλών παραστάθηκε και κατέθεσε τις με ημερομηνία 6-10-2006 προτάσεις του.

Επομένως, η ένσταση αυτή του εκκαλούντος, εφόσον απαραδέκτως προβάλλεται για πρώτη φορά στο Εφετείο πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό, διότι η ανωτέρω διαθήκη, στην οποία αναφέρεται, είχε προσαχθεί από τους ενάγοντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τα άνω τόσο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης της 25-11-1994, όσο και κατά την μετ'απόδειξη συζήτηση της 6-10-2006, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της, ούτε να προσβληθεί αυτή ως πλαστή κατά την υπογραφή της (καθόσον αναφορικά με το περιεχόμενο της αυτό μπορεί να είναι γραμμένο από το διαθέτη ή και από τρίτο πρόσωπο ή με γραφομηχανή, πλην όμως πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη).

Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, εφόσον το αδίκημα της πλαστογραφίας είχε ήδη παραγραφεί κατά την ως άνω πρώτη συζήτηση της υπόθεσης (24-11-1994), έπρεπε η σχετική ένσταση να προβληθεί κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό κατά την οποία προσήχθη η εν λόγω διαθήκη, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Ούτε μπορεί ο ως άνω ισχυρισμός περί πλαστότητος να εκτιμηθεί εν προκειμένω ως ισχυρισμός αμφισβήτησης της γνησιότητας του παραπάνω ιδιωτικού εγγράφου-μυστικής διαθήκης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δοθέντος ότι ο εκκαλών δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής της διαθέτιδος Λ.

χας Τ. Ν., όταν αυτή προσήχθη στον πρώτο βαθμό, ήτοι τουλάχιστον κατά τη δικάσιμο της 6-10-2006 (που αυτός παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις), οπότε κατά το νόμο (άρθρο 457 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ) θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του, που καλύπτεται από την υπογραφή, τεκμήριο που δεν ανατρέπεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού απαράδεκτα κατά τα άνω προσβάλλεται η εν λόγω μυστική διαθήκη ως πλαστή", Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο ενεργώντας σύννομα (άρθρο 309 εδ.β ΚΠολΔ) προέβη με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του σε ανάκληση της μη οριστικής υπ'αρ.1225/2009 απόφασης του με την οποία είχε κριθεί ότι η παραπάνω ένσταση περί πλαστότητας της επίμαχης μυστικής διαθήκης είχε προβληθεί παραδεκτά (λόγω παράλειψης να εξετασθεί η παραγραφή του σχετικού εγκλήματος και η επιρροή του επί της αντίστοιχης ένστασης περί πλαστότητας της επίμαχης διαθήκης), στην κατ'ουσία εξέταση και απόρριψη της από 14-5-2007 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ.80251/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η από 19-7-1993 ένδικη αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες δικονομικές διατάξεις ως προς την ένσταση μόνο περί πλαστότητας της επίμαχης μυστικής διαθήκης. Γι'αυτό είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της κύριας αίτησης ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο ( υπ'αρ.6.3) των από 31-10-2013 πρόσθετων λόγων ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμ.8 του άρθρου ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα έλαβε υπόψη του πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτεπαγγέλτως, χωρίς να τα προτείνουν οι αντίδικοι του. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παράνομα δέχθηκε αυτεπαγγέλτως ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας της επίμαχης μυστικής διαθήκης της Λ.

έχει ήδη παραγραφεί κατά το χρόνο που προτάθηκε στο Εφετείο από τον εκκαλούντα η σχετική ένσταση περί πλαστότητας (24-10-2008). Όπως όμως έχει κριθεί η παραγραφή ενός ποινικού αδικήματος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της δίκης ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ως θεσμός δημόσιας τάξης, με συνέπεια όταν διαπιστώνεται η επέλευση της τότε παύει το δικαστήριο οριστικά την ποινική δίωξη (βλ.Ολ.ΑΠ 7/2005 και ΑΠ 339/2013).

Με βάση την παραπάνω διαπίστωση από το Εφετείο ως προς την παραγραφή του αντίστοιχου εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας προχώρησε στην απόρριψη ως απαράδεκτα προτεινόμενης της ένστασης περί πλαστότητος που το πρώτο πρόβαλε στο Εφετείο ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να αποδείξει ότι συνέτρεχε κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι αυτός είχε καταστεί διάδικος από τον πρώτο βαθμό υπεισελθών στη θέση του πρώτου εναγομένου.

Το απαράδεκτο δε της προβολής κάποιου ισχυρισμού για πρώτη φορά στο Εφετείο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 527 εδ.τελευταίο ΚΠολΔ), όπως έκρινε και στην προκειμένη περίπτωση επί της απαραδέκτως ένστασης πλαστότητας της επίμαχης διαθήκης της Λ. Ν.. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι δηλαδή το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ενώ δεν προτάθηκε από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, αλλά και ως αόριστος λόγω της μη αναφοράς από τον αναιρεσείοντα πως θα ευνοούσε αυτόν η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης και η ένεκα αυτής διαφοροποίηση του κληρονομικού δικαιώματος των τετιμημένων από την εν λόγω διαθήκης προσώπων -κληρονόμων της Λ.

Ν. τεσσάρων (4) πρώτων αναιρεσιβλήτων ως εξ αδιαθέτου πλέον κληρονόμων της. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης που εμπεριέχεται στον ίδιο ως άνω πρόσθετο λόγο περί κήρυξης παρά το νόμο απαραδέκτου της ένστασης περί πλαστότητος της επίμαχης μυστικής διαθήκης της Λ.

Ν., καθόσον το Εφετείο δεν έσφαλε κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη την ένσταση αυτή, κατά τα προεκτιθέμενα. Επειδή η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο (άρθρο 216 ΚΠολΔ) για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ.8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ'εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο (υπ' αρ.6.4) των από 31-10-2013 πρόσθετων λόγων αναίρεσης διατείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας της ως προς τη βάση της της κτήση της πληρεξουσιότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία λόγω της μη αναφοράς των επί μέρους υλικών πράξεων συννομής τους.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της από 19-7-1993 ένδικης αναγνωριστικής αγωγής και ειδικότερα στην έκτη (6) σελίδα αυτού αναφέρονται συνοπτικώς μεν επαρκώς δε οι πράξεις σύννομης (καλλιέργεια του από τους ίδιους, εκμίσθωση και χρησιδάνειο σε τρίτους) επί του επιδίκου.

Δηλονότι η ένδικη αγωγή περιέχει πάντα τα κατ'αρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία που την καθιστούν ορισμένη. Επομένως ορθά κρίθηκε ως τοιαύτη (ορισμένη) από τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) και ο περί του αντιθέτου τελευταίος λόγος των προσθέτων λόγων για μη κήρυξη απαράδεκτου του εν μέρει της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού (άρθρο 974 ΑΚ). Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος.

Επί διεκδικητικής δε της κυριότητας ακινήτου αγωγής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία έγινε δεκτό, ότι ο διάδικος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά το άρθρο 1045 του Αστικού Κώδικα, γιατί νεμήθηκε αυτό με διάνοια κύριου επί είκοσι τουλάχιστον έτη, στερείται νόμιμης βάσης, εάν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία .

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ν. Χ., εξουσίαζε δυνάμει του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου του τουρκικού κτηματολογίου (ταπίου) του βιβλίου Γιοκλαμά με αριθμό εγγραφής Γ20 μηνός Φεβρουαρίου τουρκικού έτους 1288 (καθ' ημάς 1873), έναν αγρό (δημόσια γαία), εμβαδού οκτώ (8) στρεμμάτων παλαιών, που βρίσκεται στην τοποθεσία "Σπαχή" της κτηματικής περιοχής Πυλαίας Θεσσαλονίκης και συνορεύει κατά τον τίτλο με θάλασσα, Α., Χ., Α..

Ο αγρός αυτός μετά το θάνατο του ως άνω εξουσιαστή, που συνέβη την εποχή της τουρκοκρατίας, περιήλθε κληρονομικώ δικαίω στα τέκνα του Γ. Χ. και Μ. συζ. Κ., οι οποίοι καλλιεργούσαν το ακίνητο αυτό εξ'ημισείας, και συγκεκριμένα ο Γ. το τμήμα προς τη θάλασσα και η Μ. συζ. Κ., το τμήμα προς την ιδιοκτησία Α.. Έτσι, στις φορολογικές εγγραφές του έτους 1907 της περιοχής (Γ Βιλίο Εσάς), καταγράφονται δύο αγροί, ένας στο όνομα Γ.

Χ. (γυιού του αρχικού εξουσιαστή) και ένας στο όνομα Κ. (συζ. της κόρης του αρχικού εξουσιαστή Μ.), ενόψει του γεγονότος ότι οι κληρονόμοι του αρχικού εξουσιαστή κατείχαν και καλλιεργούσαν κατά τα άνω ξεχωριστά τμήματα του ενιαίου ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου. Ειδικότερα, στις φορολογικές εγγραφές του έτους 1907 υπάρχουν καταγεγραμμένοι α) με γενικό αριθμό 1046

και αριθμό μετώπου 1, αγρός στο όνομα Γ. γιου Χ" Ν. Τ., έκτασης 7 στρεμ. 2 αυλ. 100 πήχεις, ήτοι 6.952,20 τμ, δεδομένου ότι το φορολογικό στρέμμα, δηλαδή το στρέμμα στις φορολογικές εγγραφές, την εποχή της τουρκοκρατίας ανέρχεται σε 919 τ.μ, (σε αντίθεση με τα στρέμματα των τίτλων (ταπιά), τα οποία έχουν έκταση, ανάλογα με το είδος του ακινήτου και την περιοχή που βρίσκεται αυτό, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω) και όρια ανατ.

Σ. Κ. (δηλαδή υπόλοιπο τμήμα του αγρού του 1777 τίτλου), δυτ. χείλος θαλάσσης, βόρ. έμπορος Α. και νότ. Α. Χ. και β) με γενικό αριθμό 1047 και αριθμό μετώπου 2, αγρός στο όνομα Σ. Κ., ίσης έκτασης με τον προηγούμενο, ήτοι 7 στρεμ. 2 αυλ. 100 πήχεις, ήτοι 6.952,20 τμ. και όρια ανατ. Π. και Σ., δυτ. Γ. γιος Ν. Τ. (δηλαδή υπόλοιπο τμήμα του αγρού του 1777 τίτλου), βόρ.

έμπορος Α. και νοτ. Α. Μ.. Ο ως άνω αγρός του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου του τουρκικού κτηματολογίου, τον οποίο εξουσίαζε ο Ν. Χ., έχει εμβαδόν 12.800 τμ περίπου, με βάση την αντιστοιχία του παλαιού τουρκικού στρέμματος με 1600 τμ και το είδος του επιδίκου ακινήτου ως δημόσια γαία, και ταυτίζεται με τους δύο αγρούς που αναφέρονται και καταγράφονται ως κατεχόμενοι από τους κληρονόμους του, στις παραπάνω μεταγενέστερες του τίτλου, 2 φορολογικές εγγραφές.

Οι αγροί των δύο παραπάνω φορολογικών εγγραφών, οι οποίοι ταυτίζονται με τον ενιαίο αγρό του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου (ταπίου), συνορεύουν α) ανατ. με Π. και Σ. Πρόκειται για την ιδιοκτησία που εμφανίζεται στα κατωτέρω συμβόλαια των δικαιοπαρόχων των εναγόντων ως ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. Α. (στα συμβόλαια της Λ.

Ν.) και ακίνητο Δ. Α. στα συμβόλαια της Α. Π.), όριο το οποίο και δεν αμφισβητείται, β) δυτ. με θάλασσα (όριο που δεν αμφισβητείται), γ) νότια με Α. Χ. και Α. Μ.. Πρόκειται για την ιδιοκτησία που εμφανίζεται στα κατωτέρω συμβόλαια των δικαιοπαρόχων των εναγόντων ως ιδιοκτησία πρώην Μ. και ήδη Α. Η. (στα συμβόλαια της Λ.

Ν.) και ακίνητο ιατρού Η. (στα συμβόλαια της Α. Π.), στον οποίο (Α. Η.) περιήλθε με αγορά από τον Α. Γ. και σ' αυτόν με αγορά από την Α. Χ. και με αγορά από τους κληρονόμους της Α. συζ. Α. Μ. θυγ. Α. Μ., όριο το οποίο και δεν αμφισβητείται, και δ) βόρεια με ιδιοκτησία εμπόρου Α.. Πρόκειται για την ιδιοκτησία που εμφανίζεται στα κατωτέρω συμβόλαια των δικαιοπαρόχων των εναγόντων ως αγρός Α. (στα συμβόλαια της Λ.

Ν.) και γήπεδο αεροδρομίου (στα συμβόλαια της Α. Π.), δεδομένου ότι ο αγρός αυτός περιλήφθηκε στην έκταση που απαλλοτριώθηκε για την επέκταση του Αεροδρομίου Μίκρας με το ΠΔ 28-4-1931 (ΦΕΚ 123Α/6-5-1931), αλλά στη συνέχεια ανακλήθηκε (ΦΕΚ 6/2-1-1960). Ο αγρός αυτός Α. είναι ο αγρός που εμφανίζεται με γενικό αριθμό 1050 και αριθμό μετώπου 5 στις παραπάνω φορολογικές εγγραφές του έτους 1907, με έκταση 34 στρ. 1 αυλ. 100 πήχεις και όρια ανατ.

Λεωφόρος, δυτ. θάλασσα, βόρ. Ε. (αγρός μετώπου ριθμ. 8 των φορολογικών εγγραφών) και νοτ. Γ. και Σ. (πρόκειται για τους Γ. Χ. και Σ. Κ., ήτοι τους αγρούς μετώπου 1 και 2 των φορολογικών εγγραφών που ταυτίζονται με τον αγρό του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου), ο οποίος αγρός ταυτίζεται με τον υπ' αριθμ. 693 τίτλο του τουρκικού κτηματολογίου Νοεμβρίου 1326 (καθ' ημάς 1910) της Ανώνυμης Κτηματικής και Γεωργικής Εταιρίας, έκτασης 16 παλαιών στρεμμάτων, που κατέληξε στον Χ.

Μ. Κατά το χρόνο έκδοσης του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου Φεβρουαρίου 1288, καθ' ημάς 1873, δεν μπορούσε να αναγράφεται ως όριο αυτού η ιδιοκτησία Α., δεδομένου ότι η ιδιοκτησία αυτή μεταβιβάστηκε μετά την έκδοση του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου, στον Α. Α. Φ. Τ., στην οποία είχε περιέλθει από τον Μ. Α., ο οποίος μεταβίβασε προς αυτήν ακίνητο έκτασης 16 παλιών στρεμμάτων με όρια θάλασσα, Τ.

και Χ'' Α., εκδοθέντος του υπ'αριθμ. 1778 τίτλου του Βιβλίου Γιοκλαμά με αριθμό εγγραφής 1789. Κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα και του κτηματολογικού διαγράμματος των ιδιοκτησιών της υπό απαλλοτρίωση επιδίκου περιοχής για την επέκταση του Αεροδρομίου Μίκρας (η οποία τελικά απαλλοτρίωση ανακλήθηκε κατά τα άνω), αποτυπώνεται ως βόρειο σύνορο του επιδίκου ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου (ταυτιζομένου με τα δύο ακίνητα με αριθμούς μετώπου 1 και 2 των ως άνω φορολογικών εγγραφών), έκταση με αριθμό 5 επ' ονόματι Γ.

Μ., στην οποία περιλαμβάνεται η ως άνω ιδιοκτησία Α., ήτοι ο αγρός με αριθμό μετώπου 5 των φορολογικών εγγραφών (που αποτελούσε το βόρειο όριο του αγρού του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου), καθώς και η βορειότερα αυτής ιδιοκτησία Ε. της υπ'αριθμ. μετώπου 8 φορολογικής εγγραφής, ως νότιο δε όριο της ιδιοκτησίας αυτής του Γ.

Μ., αποτυπώνεται αγρός επ' ονόματι Σ. Κ., ο οποίος περιλαμβάνει τους με αριθ. μετώπου 1 και 2 αγρούς των φορολογικών εγγραφών, ταυτιζόμενους με το αγρό του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η βορείως του επιδίκου ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου ευρισκόμενη ιδοκτησία Α., περιήλθε μεταξύ άλλων ιδιοκτησιών στον Γ.

Μ. και ότι μεταξύ της ιδιοκτησίας του τελευταίου και αυτής του αγρού του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου, δεν παρεμβάλλεται άλλη ιδιοκτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Περαιτέρω με την Ε 1708/721 απόφαση (ΦΕΚ 24Δ/18-2-1966) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησιών της περιοχής του επιδίκου για την ανέγερση Νοσοκομείου ΙΚΑ και από την ως άνω ιδιοκτησία Μ., ευρισκόμενη και αποτελούσα το βόρειο όριο του ακινήτου του υπ'αριθμ. 1777 τίτλου, απαλλοτριώθηκε έκταση ευρισκόμενη σε επαφή με το όριο αυτό προοριζόμενη για οδό προσπέλασης.

Έτσι, στους νεώτερους τίτλους των εναγόντων εμφανίζεται ορθά ως βόρειο όριο της ιδιοκτησίας τους, του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου, η ιδιοκτησία ΙΚΑ και όχι ιδιοκτησία Α., αφού η τελευταία είχε ήδη περιέλθει στον Γ. Μ. και μετά την απαλλοτρίωση στο ΙΚΑ. Έτσι ο ως άνω αγρός του υπ'αριθμ.1777 τίτλου - ταπίου, ο οποίος αποτελεί δημόσια γαία, έχει έκταση 1600 τμ ανά στρέμμα και συνολική 12.800 τμ περίπου.

Μετά το θάνατο του Γ. Χ. το έτος 1924 (γυιού του αρχικού εξουσιαστή Ν. Χ.), οι κληρονόμοι του Ν. Χ. και Μ. Φ. και μετά το θάνατο της Μ. το γένος Ν. Χ. και του συζύγου της Κ., οι κληρονόμοι τους, Ι., Α. και Σ., έλαβαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους ιδανικά μερίδια του ως άνω ενιαίου αγρού του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου (ταπίου), τα οποία στη συνέχεια μεταβίβασαν κατά κυριότητα και παρέδωσαν τη νομή στη δικαιοπάροχο των τεσσάρων πρώτων εναγόντων, Λ.

Ν., και στους Ι. Σ. και Ν. Σ., καθώς και στη δικαιοπάροχο του πέμπτου ενάγοντος, Α. Π.. Μάλιστα, οι ως άνω κληρονομούμενοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, εφόσον είχαν αποκτήσει δικαίωμα δεκαετούς εξουσίασης μέχρι το 1917, το οποίο δικαίωμα είχε μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά τα 4/5 εξ' αδιαιρέτου και στη συνέχεια και κατά το 1/5 που είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του αρθρ. 2 του 2468 Διατάγματος της προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, αρθρ. 49, 50 του Ν. 2052/1920, αρθρ. 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα αρθρ. 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938.

Και συγκεκριμένα ; Α. α) δυνάμει του υπ' αριθμ. …/23-9-1940 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Φωκίωνος Δούμα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο …και με αριθμό …, η δικαιοπάροχος των 1ης, 2ου, 3ης και 4ου των εναγόντων (γιαγιά των 1ης, 2ου και 4ου και πεθερά της 3ης), Λ.

χα Τ. Ν., αγόρασε από τον προηγούμενο κύριο, Ι. Κ. του Σ. (κληρονόμο της Μ. συζ. Κ., κόρης του αρχικού εξουσιαστή Ν. Χ.), ποσοστό 1/6 εξ' αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης 6 παλαιών στρεμμάτων (ή όσης επί πλέον έκτασης και αν είναι εντός των ορίων του), που βρίσκεται στη θέση "Παληόμυλος ή Σπαχίτικα" της κτηματικής περιοχής Πυλαίας, που συνορεύει κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο όρια "έμπροσθεν" με θάλασσα, "όπισθεν" με αγρό κληρονόμων Θ.

Α. (πρόκειται για το ακίνητο των Π. και Σ. στις υπ' αριθμ. μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές), "αριστερόθεν επί πλευράς ενός Τ. Τ. Ν. και κατά την υπόλοιπον έκτασιν της αριστερής πλευράς με άμπελον ιδιοκτησίας περίπου μέτρου με άμπελον μετ'εξοχικής οικίας ιδιοκτησίας κληρονόμων προτερον Γ. Μ. και νυν οφθαλμιάτρου Α.

Η. (πρόκειται για την ιδιοκτησία Α. Χ. και Α. Μ. στις υπ' αριθμ. μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές), και "δεξιόθεν με αγρόν Α." (πρόκειται για τον αγρό Α. με αριθμό μετώπου 5 στις φορολογικές εγγραφές, που στη συνέχεια κατά τα προαναφερόμενα περιήλθε στον Γ. Μ., περιλήφθηκε στην υπέρ του Αεροδρομίου Μίκρας απαλλοτρίωση που ανακλήθηκε καθώς και στην υπέρ του ΙΚΑ συντελεσθείσα απαλλοτρίωση) και έλαβε ταυτόχρονα στη νομή της το μεταβιβασθέν ακίνητο και κατά το ανωτέρω ποσοστό από τον πωλητή-συνομέα με παράδοση.

Ο αγρός αυτός περιήλθε στον πωλητή κατά τα αναγραφόμενα στο ως άνω συμβόλαιο με δωρεά από τον πατέρα του Σ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ. …/26-8-1938 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Όπως προκύπτει από τα ως άνω περιγραφόμενα όρια, με το παραπάνω υπ'αριθμ…/1940 συμβόλαιο, μεταβιβάσθηκε στην Λ.

Ν. ποσοστό του ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, εμβαδού 8 παλαιών στρεμμάτων, και όχι μόνον το τμήμα του αγρού που καλλιεργούσε ο Κ. συζ. Μ. με αριθμό μετώπου 2 των φορολογικών εγγραφών, δεδομένου ότι το μεταβιβασθέν στην Λ. Ν. ακίνητο συνορεύει "έμπροσθεν με θάλασσα", όριο το οποίο δεν αμφισβητείται και που αποτελεί το δυτικό όριο του αγρού του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, β) δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/9-10-1941 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Φωκίωνος Δούμα, που μεταγράφηκε νόμιμα η ίδια ως άνω δικαιοπάροχος των 1ης, 2ου, 3ης και 4ου των εναγόντων, Λ. χα Τ. Ν., αγόρασε από τους προηγούμενους κυρίους, Α. Κ. του Σ. και Σ. Κ. του Σ. (κληρονόμους της Μ. συζ. Κ., κόρης του αρχικού εξουσιαστή Ν. Χ.), ποσοστό 2/8 εξ'αδιαιρέτου συνολικά, ήτοι 1/8 από τον καθένα, ενός αγρού έκτασης 8 παλαιών στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "Παληόμυλος ή Σπαχίτικα" της κτηματικής περιοχής Πυλαίας, που συνορεύει κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο όρια "έμπροσθεν" με θάλασσα, "όπισθεν" με αγρό κληρονόμων Θ.

Α. (πρόκειται για το ακίνητο των Π. και Σ. στις υπ' αριθμ. μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές), "αριστερόθεν με άμπελον κληρονόμων Τ. Τ. Ν. και εν μέρει με άμπελον ιδιοκτησίας πρότερον Γ. Μ. και νυν Α. Η. οφθαλμιάτρου (πρόκειται για την ιδιοκτησία Α. Χ. και Α. Μ. στις υπ' αριθμ. μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές), και "δεξιόθεν με αγρόν Α." (πρόκειται για τον παραπάνω αγρό Α.

με αριθμό μετώπου 5 στις φορολογικές εγγραφές, που στη συνέχεια κατά τα προαναφερόμενα περιήλθε στον Γ. Μ., περιλήφθηκε στην υπέρ του Αεροδρομίου Μίκρας απαλλοτρίωση που ανακλήθηκε καθώς και στην υπέρ του ΙΚΑ συντελεσθείσα απαλλοτρίωση) και έλαβε ταυτόχρονα στη νομή της το μεταβιβασθέν ακίνητο και κατά το ανωτέρω ποσοστό από τους πωλητές-συννομείς με παράδοση.

Ο αγρός αυτός περιήλθε στους πωλητές κατά τα αναγραφόμενα στο ως άνω συμβόλαιο με δωρεά από τον πατέρα τους Σ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ…/26-8-1938 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Όπως προκύπτει από τα ως άνω περιγραφόμενα όρια, με το παραπάνω υπ' αριθμ. …/9-10-1941 συμβόλαιο, μεταβιβάσθηκε στην Λ.

Ν. ποσοστό του ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, εμβαδού 8 παλαιών στρεμμάτων, και όχι μόνον το τμήμα του αγρού που καλλιεργούσε ο Κ. συζ. Μ. με αριθμό μετώπου 2 των φορολογικών εγγραφών, δεδομένου ότι το μεταβιβασθέν στην Λ. Ν. ακίνητο συνορεύει "έμπροσθεν με θάλασσα", όριο το οποίο δεν αμφισβητείται και που αποτελεί το δυτικό όριο του αγρού του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, γ) δυνάμει της υπ' αριθμ.

……/7-4-1956 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Παναγιώτη Σγουρού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό …, η δικαιοπάροχος των 1ης, 2ου, 3ης και 4ου των εναγόντων, Λ. χα Τ. Ν., αποδέχθηκε (μαζί με τις αδελφές της Ε. θυγ. Α.

Σ., Α. χα Ε. Δ., και τα τέκνα της προαποβιώσασας αδελφής της Ε. , Σ. Σ., ήτοι τους Α. συζ. Κ. Σ., Ν. και Μ. ή Π. Σ.), την κληρονομιά του αδελφού της Ι. Σ. του Α., που πέθανε στις 22-5-1954, κατά ποσοστό 1/4 των 2/6 εξ' αδιαιρέτου, που είχε αυτός επί του ως άνω με στοιχείο (α) ακινήτου, ήτοι περιήλθε σ' αυτήν το εν λόγω ακίνητο κατά ποσοστό 1/12 εξ' αδιαιρέτου, ενώ μετά το θάνατο του αδελφού της ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του παρέλαβε τη νομή του ως άνω ποσοστού επί του ως άνω ακινήτου της κληρονομιαίας περιουσίας.

Στον κληρονομούμενο αδελφό της το ποσοστό αυτό των 2/6 εξ'αδιαιρέτου περιήλθε κατά τα αναγραφόμενα στη δήλωση αποδοχής δυνάμει του υπ' αριθμ. …/18-11-1949 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Φωκίωνος Δούμα, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αγορά από τους προηγούμενους κυρίους, έλαβε δε στη νομή του το μεταβιβασθέν σ' αυτόν ποσοστό των 2/6 εξ' αδιαιρέτου, δ) δυνάμει του υπ' αριθμ.

…20-4-1960 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Φωκίωνος Δούμα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια παραπάνω βιβλία στον τόμο … και με αριθμό …, η ίδια ως άνω δικαιοπάροχος των 1ης, 2ου, 3ης και 4ου των εναγόντων, Λ. χα Τ. Ν., αγόρασε από την προηγούμενη κυρία Ε. θυγ. Α. Σ., αδελφή της, το ποσοστό του 1/12 εξ' αδιαιρέτου, που είχε περιέλθει σ' αυτήν επί του ως άνω με στοιχείο (α) ακινήτου, από κληρονομιά του αδελφού της Ι.

Σ. του Α., την οποία (κληρονομιά) είχε αυτή αποδεχθεί με την ίδια ως άνω υπ' αριθμ. …/7-4-1956 δήλωση αποδοχής, ταυτόχρονα δε έλαβε στη νομή της το μεταβιβασθέν ακίνητο και κατά το ανωτέρω ποσοστό από την πωλήτρια-συνομέα με παράδοση, η οποία (πωλήτρια αδελφή της) είχε λάβει τη νομή του εν λόγω ποσοστού επί του ως άνω ακινήτου μετά το θάνατο του αδελφού της ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του, και ε) δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/14-7-1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γ. Τυλαρίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια παραπάνω βιβλία στον τόμο … και με αριθμό … η ίδια ως άνω δικαιοπάροχος των 1ης, 2ου, 3ης και 4ου των εναγόντων, Λ. χα Τ. Ν., αγόρασε από την προηγούμενη κυρία Α. Δ., το γένος Α. Σ., αδελφή της, το ποσοστό του 1/12 εξ' αδιαιρέτου, που είχε περιέλθει σ' αυτήν επί του ως άνω με στοιχείο (α) ακινήτου, από κληρονομιά του αδελφού της Ι.

Σ. του Α., την οποία (κληρονομιά) είχε αυτή αποδεχθεί με την ίδια ως άνω υπ' αριθμ. …/7-4-1956 δήλωση αποδοχής, ταυτόχρονα δε έλαβε στη. νομή της το μεταβιβασθέν ακίνητο και κατά το ανωτέρω ποσοστό από την πωλήτρια-συννομέα με παράδοση, η οποία (πωλήτρια αδελφή της) είχε λάβει τη νομή του εν λόγω ποσοστού επί του ως άνω ακινήτου μετά το θάνατο του αδελφού της ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του.

Όπως προκύπτει από τα ως άνω περιγραφόμενα όρια, με όλα τα παραπάνω συμβόλαια, μεταβιβάσθηκαν στην Λ. Ν. τα ως άνω ποσοστά εξ' αδιαιρέτου του ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, εμβαδού 8 παλαιών στρεμμάτων, και σημερινών 12.800 τμ. περίπου, συμποσούμενα σε ποσοστό 5/8 εξ' αδιαιρέτου, ο οποίος αγρός κατά τα προαναφερόμενα περιστατικά έχει ως βόρειο όριο την ιδιοκτησία ΙΚΑ και όχι ιδιοκτησία Α., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών.

Με βάση τα παραπάνω συμβολαιογραφικά έγγραφα η δικαιοπάροχος των 1ης, 2ου, 3ης και 4ου των εναγόντων, Λ. χα Τ. Ν., η οποία απεβίωσε στις 29-5-1984, είχε αποκτήσει κατά το χρόνο του θανάτου της με παράγωγο τρόπο από τους προηγούμενους συγκυρίους και έλαβε στην συγκυριότητα και σύννομη της συνολικά ποσοστό 5/8 εξ' αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στον υπ' αριθμ. 1777 τίτλο (ταπί) και στις με αριθμούς μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές έτους 1907, ακινήτου, Β', α) δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/6-10-1941 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Στυλιανού Ραδινού, σε συνδυασμό με το συνταχθέν κατά τις διατάξεις του ΑΝ 1323/1949 "περί κατοχικών αγοραπωλησιών" υπ' αριθμ. …/1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Ευαγγελόπουλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό … και στον τόμο … και με αριθμό …, η άμεση δικαιοπάροχος του πέμπτου ενάγοντος-μητέρα του, Α.

συζ. Ι. Π., αγόρασε από τους προηγούμενους κυρίους, Ν. Χ. του Γ. και Μ. Φ. το γένος Γ. Χ., ποσοστό 2/8 εξ' αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, εμβαδού 8 παλαιών στρεμμάτων, που συνορεύει (κατά τα αναγραφόμενα στο ως άνω συμβόλαιο όρια) ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Α. (πρόκειται για το ακίνητο των Π.

και Σ. στις υπ' αριθμ. μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές), δυτικά με θάλασσα, βόρεια με γήπεδο αεροδρομίου (πρόκειται για το ακίνητο εμπόρου Αλλατίνη στις υπ' αριθμ. μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές) και νότια με ακίνητο ιατρού Η. (πρόκειται για το ακίνητο των Α. Χ. και Α. Μ. στις υπ' αριθμ. μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές), και έλαβε ταυτόχρονα στη νομή της το μεταβιβασθέν ακίνητο και κατά το ανωτέρω ποσοστό από τους πωλητές-συνομείς με παράδοση και β) δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/1952 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Δημητρίου Σοφοκλείδη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο …και με αριθμό … η αυτή ως άνω άμεση δικαιοπάροχος ίου πέμπτου ενάγοντος-μητέρα του Α. συζ. Ι. Π., αγόρασε από τον προηγούμενο κύριο Ν. Σ. ποσοστό 1/8 εξ' αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου-ταπίου, εμβαδού 8 παλαιών στρεμμάτων, που έχει τα ίδια ακριβώς όρια με το προηγούμενο συμβόλαιο, το οποίο (ποσοστό) περιήλθε στον παραπάνω πωλητή δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/1946 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ι. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα και έλαβε ταυτόχρονα στη νομή της το μεταβιβασθέν ακίνητο και κατά το ανωτέρω ποσοστό από τον πωλητή-συνομέα με παράδοση. Έτσι η μητέρα του πέμπτου εναγοντος αγόρασε από τους προηγούμενους συγκυρίους και έλαβε στην συγκυριότητα και σύννομη της συνολικά ποσοστό 3/8 εξ' αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στον υπ' αριθμ. 1777 τίτλο (ταπί) και στις με αριθμούς μετώπου 1 και 2 φορολογικές εγγραφές έτους 1907, ακινήτου.

Περαιτέρω, οι ως άνω δικαιοπάροχες των εναγόντων, Λ. χα Τ. Ν. και Α. Π., από τους παραπάνω χρόνους σύνταξης των ως άνω συμβολαίων με τα οποία απέκτησαν σταδιακά την κυριότητα των προαναφερόμενων εξ' αδιαιρέτου ποσοστών επί του εν λόγω ακινήτου, το οποίο ακίνητο ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Ν. Χ. εξουσίαζε δυνάμει του υπ' αριθμ. 1777 τίτλου του τουρκικού κτηματολογίου (ταπίου) Βιβλίου Γιοκλαμά Γ/20 μηνός Φεβρουαρίου του τουρκικού έτους 1288 (καθ' ημάς 1873), παρέλαβαν στη νομή τους συνολικά ποσοστό 5/8 εξ' αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ' αδιαιρέτου η δεύτερη του ακινήτου και άρχισαν να νέμονται και να κατέχουν αυτό και κατά τα ως άνω ποσοστά η κάθε μία με διάνοια κυρίων, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις σύμφωνες με τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, συνεχώς μέχρι και το χρόνο θανάτου τους η κάθε μία, ήτοι μέχρι 29-5-1984 η πρώτη και μέχρι 22-3-1979 η δεύτερη.

Ειδικότερα, επέβλεπαν και επόπτευαν το κτήμα αυτό, είχαν αναθέσει τη φύλαξη του στον φύλακα Δ. Μ., τον οποίο είχε προσλάβει η οικογένεια Ν., προκειμένου να φυλάει την κατοικία τους που ήταν κτισμένη σε παρακείμενη του κτήματος αυτού ιδιοκτησία. Ο φύλακας αυτός, ο οποίος σημειωτέον διέμενε μόνιμα .στην περιοχή, σε μία μικρή κατοικία στην παρακείμενη άλλη ιδιοκτησία της οικογένειας Ν., εκτός από την επίβλεψη, καλλιεργούσε και το κτήμα, είτε ο ίδιος, είτε με τη βοήθεια ενός γεωργού από το Τριάδι ονόματι Γ.

Π., προς τον οποίο μάλιστα η Λ. το έτος 1981 κατέβαλε το ποσό των 9000 δρχ. για το όργωμα και την σπορά του εν λόγω ακινήτου. Επίσης, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο γυιός της Λ. Ν., Γ. Ν., μαζί με τα τέκνα του όμορου ιδιοκτήτη Η., φύτεψαν κατά μήκος των ορίων των ακινήτων τους κυπαρίσσια, δεδομένου ότι τα παλαιά τα είχαν εκριζώσει οι Γερμανοί για τη λειτουργία αεροδρομίου στη περιοχή, ενώ στην άλλη πλευρά προς την μετέπειτα ιδιοκτησία ΙΚΑ τοποθέτησαν συρματόπλεγμα, το οποίο αποξηλώθηκε στη συνέχεια όταν μετά την απαλλοτρίωση έγινε στο σημείο εκείνο δρόμος του ΙΚΑ.

Ακόμη από το έτος 1952 η Λ. είχε παραχωρήσει σε έναν αλιέα ονόματι Σ. Κ., με σύμβαση χρησιδανείου ένα τμήμα του όλου ακινήτου προς τη θάλασσα, εμβαδού 700 τμ, στο οποίο ο αλιέας εγκατέστησε ξύλινο παράπηγμα για την αποθήκευση των εργαλείων του και των ειδών αλιείας, ενώ διατηρούσε στο έμπροσθεν θαλάσσιο χώρο περιφραγμένη έκταση (νταλιάνι) προς παγίδευση ψαριών.

Έτσι, οι ως άνω δικαιοπάροχες των εναγόντων απέκτησαν την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, αφού κατά τα προαποδειχθέντα περιστατικά αυτές νέμονταν και κατείχαν το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίων και κατά ποσοστό 5/8 εξ' αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ' αδιαιρέτου η δεύτερη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών υπό την ισχύ του ΑΚ, ήτοι από το έτος 1946 και εντεύθεν που άρχισαν να αποκτούν τη νομή των μεταβιβαζόμενων ποσοστών εξ' αδιαιρέτου κατά τις παραπάνω διακρίσεις, μέχρι και τους χρόνους θανάτου τους, ήτοι τα έτη 1984 και 1979 αντίστοιχα.

Η παραπάνω δικαιοπάροχος των τεσσάρων πρώτων των εναγόντων Λ. Ν., απεβίωσε στις 29-5-1984 και κατέλειπε την με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1977 μυστική διαθήκη της, την οποία η εν λόγω διαθέτης είχε καταθέσει ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κεραμέα, συνταχθείσης προς τούτο από τον τελευταίο της υπ' αριθμ.

…/18-11-1982 πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, και η οποία (διαθήκη) δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με το 1105/9-11-1984 πρακτικό. Με τη διαθήκη αυτή η ως άνω διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους της στο εξ'αδιαιρέτου ποσοστό της επί του ως άνω ακινήτου τους 1η , 2° και 4° των εναγόντων, εγγόνια της, κατά ποσοστό 4/9, 1/9 και 1/9 εξ'αδιαιρέτου αντίστοιχα των 5/8 εξ' αδιαιρέτου που της ανήκε, καθώς και τον γυιό της Α.

Ν., κατά ποσοστό 3/9 των 5/8, ο οποίος στη συνέχεια απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 17-6-1984 και το μερίδιο του στο ως άνω ακίνητο περιήλθε στα τέκνα του, 2° και 4° των εναγόντων κατά ποσοστό 3/8 εξ' αδιαιρέτου στο καθένα και στη σύζυγο του 3η των εναγόντων κατά ποσοστό 2/8 εξ' αδιαιρέτου. Για τη διαθήκη αυτή, την οποία οι ενάγοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής τους στη δικάσιμο της 25-11-1994, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4681/1995 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και στην μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 6-10-2006, ο εκκαλών, προέβαλε απαραδέκτως κατά τα άνω, την ένσταση πλαστότητας το πρώτον ενώπιον του παρόντος κατ' έφεση Δικαστηρίου, με τις από 22-10-2008 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε στις 24-10-2008, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης του.

Έτσι, η διαθήκη αυτή, που αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 432, 433 και 435 ΚΠολΔ και μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι φέρει την μη αμφισβητηθείσα νομίμως υπογραφή της διαθέτιδος-εκδότου (άρθρο 433 ΚΠολΔ), και εντεύθεν το παραγόμενο από την μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, η οποία (γνησιότητα του περιεχομένου) δεν ανατράπηκε στην προκειμένη περίπτωση με την προσβολή του εγγράφου αυτού ως πλαστού, ενόψει της προαναφερόμενης απαράδεκτης προβολής του εν λόγω ισχυρισμού εκ μέρους του εκκαλούντος.

Περαιτέρω, οι 1η, 2ος και 4ος των εναγόντων, εγγόνια της διαθέτιδος, με την υπ' αριθμ. …/1986 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Καστρινού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … και με αριθμό … και οι 2ος, 3η και 4ος των εναγόντων με την υπ' αριθμ.

…/1986 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο 1398 και με αριθμό 27 αποδέχθηκαν την εκ διαθήκης κληρονομιά της διαθέτιδος Λ. Ν., καθώς και την εξ'αδιαθέτου επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του Α. Ν. και κατά τις παραπάνω διακρίσεις και ποσοστά εξ' αδιαιρέτου, και απέκτησαν την κυριότητα του ως άνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, όπως βάσιμα ισχυρίζονται.

Έτσι, οι τέσσερις πρώτοι των εναγόντων έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα ως άνω εξ' αδιαιρέτου ποσοστά, με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομιά εκ διαθήκης της γιαγιάς τους Λ. χας Τ. Ν. (οι 1η, 2ος και 4ος), και από κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους Α. Ν. (οι 2ος, 3η και 4ος), στον οποίο είχε περιέλθει από εκ διαθήκης κληρονομιά της μητέρας του Λ.

Ν., η οποία κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν συγκυρία κατά ποσοστό 5/8, με αγορές κατά τα άνω από τους προηγούμενους συγκυρίους, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα περιστατικά. Επίσης, η ως άνω δικαιοπάροχος του 5ου ενάγοντος, Α. Π.-μητέρα του, απεβίωσε στις 22-3-1979 χωρίς ν'αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ'αδιαθέτου από το σύζυγο της, ο οποίος αποποιήθηκε την κληρονομιά, και το τέκνο της Α.

Π., 5° ενάγοντα, ο οποίος, μετά και την αποποίηση του πατέρα του, απέκτησε την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου και κατά ποσοστό 3/8 εξ' αδιαιρέτου, ως μόνος εξ' αδιαθέτου κληρονόμος της προηγούμενης συγκυρίας μητέρας του, μετά και την αποδοχή της κληρονομιάς που έγινε με την υπ' αριθμ…./24-3-1980 δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Τσινίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο 1143 και με αριθμό 59.

Έτσι, ο 5ος ενάγων κατέστη συγκύριος του επιδίκου κατά το ως άνω εξ' αδιαιρέτου ποσοστό, με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομιά της μητέρας του Α. Π., η οποία κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν συγκυρία κατά το ίδιο ποσοστό, με αγορές κατά τα άνω από τους προηγούμενους συγκυρίους, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα περιστατικά.

Εξ'άλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδείχθηκαν και τα εξής : Μετά το θάνατο της Λ. χας Τ. Ν., και της Α. Π., συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 5/8 και 3/8 εξ' αδιαιρέτου αντίστοιχα, τη νομή του ακινήτου αυτού έλαβαν οι ως άνω κληρονόμοι τους, ήτοι α) η 1η, 2ος και 3ος των εναγόντων έλαβαν στη νομή τους κατά ποσοστό 4/9, 1/9 και 1/9 αντίστοιχα των 5/8 εξ' αδιαιρέτου που ανήκε στη νομή της γιαγιάς τους Λ.

Ν., ενώ ποσοστό 3/9 των 5/8 εξ'αδιαιρέτου έλαβε στη νομή του ο γυιός της Α. Ν., ο οποίος πέθανε αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας του, ήτοι στις 17-6-1984 χωρίς διαθήκη και το ως άνω εξ' αδιαιρέτου μερίδιο του περιήλθε στη νομή της συζύγου του Α. (3ης ενάγουσας) κατά ποσοστό 2/8 εξ' αδιαιρέτου και κατά ποσοστό 3/8 εξ' αδιαιρέτου περιήλθε στη νομή καθενός των τέκνων του, ήτοι των 2ου και 4ου των εναγόντων και β) ο 5ος των εναγόντων έλαβε στη νομή του το εν λόγω ακίνητο κατά ποσοστό 3/8 εξ' αδιαιρέτου που ανήκαν στην μητέρα του Α.

Π.. Όλοι οι παραπάνω μετά τη λήψη της νομής του ακινήτου και κατά τα ως άνω εξ' αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, συνέχισαν να νέμονται και να κατέχουν αυτό με διάνοια κυρίων ενεργώντας επ' αυτού όλες τις σύμφωνες με τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων μέχρι και την άσκηση της αγωγής (1993).

Και συγκεκριμένα συνέχισαν να επιβλέπουν και να εποπτεύουν το κτήμα αυτό. Το έτος 1988, όταν πλέον δεν υπήρχε φύλακας στο κτήμα, οι ενάγοντες ανέθεσαν στον Β. Ι., έναντι αμοιβής, που ασχολείται με χωματουργικές εργασίες, την εκσκαφή εγκάρσια και προς το μέρος της θάλασσας, μιας προστατευτικής τάφρου βάθους ενός μέτρου, προκειμένου να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους από τη είσοδο σ' αυτήν των ευρισκόμενων στο Ναυπηγείο Κ..

Επίσης οι ενάγοντες στα πλαίσια άσκησης διακατοχικών πράξεων στο εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίων, παραχώρησαν με σύμβαση χρησιδανείου στις 29-12-1988 προσωρινά και μέχρι 30-4-1989, στον Γ. Κ., ένα τμήμα του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 400 τμ. με πρόσοψη προς τη θάλασσα σε μήκος 50 γμ., και σε βάθος 8 γμ, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο τελευταίος για τη διέλευση των φορτηγών αυτοκινήτων και λοιπών τροχοφόρων για μεταφορές κατά την εκτέλεση εργασιών ναυπηγικής, που εκτελούσε σε παρακείμενη ιδιοκτησία του, την οποία αγόρασε το έτος 1989.

Η σύμβαση αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια και μετά τη λήξη της μετά από καταγγελία των εναγόντων ο ως άνω υποχρεώθηκε σε απόδοση του τμήματος αυτού. Έτσι, οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου και κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ'αδιαιρέτου ο καθένας και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους Λ.

Ν. και Α. Π., αφού κατά τα προαποδειχθέντα περιστατικά από το χρόνο εισαγωγής του ΑΚ (26-2-1946) μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής (1993), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, αυτοί (ενάγοντες) και οι ως άνω δικαιοπάροχοι τους, νέμονται και κατέχουν το ακίνητο αυτό, ενεργώντας επ' αυτού τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι το έτος 1992 ο πρώτος εναγόμενος Γ. Κ., πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος απουσίαζε από την Ελλάδα από το έτος 1947 μέχρι το Δεκέμβριο του 1982 που επαναπατρίστηκε, με το υπ' αριθμ. …/14-1-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Δημόπουλου, πώλησε στους λοιπούς εναγόμενους, έναν αγρό έκτασης 10.010 τμ στην τοποθεσία "Σπαχή" της κτηματικής περιοχής του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, που συνορεύει βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Π.

Α., ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας κληρονόμων Τ. Ν., δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Ι. Π. και νότια με θάλασσα, δήλωσε δε στους αγοραστές ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του με έκτακτη χρησικτησία, γιατί το νέμεται και το κατέχει με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1944, οπότε το απέκτησε με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ν.

Κ., ο οποίος το νεμόταν από το έτος 1933 και μετά από δωρεά της μητέρας του Μ. συζ. Ν. Κ. και η οποία το είχε αποκτήσει από τον πατέρα της Ν. Μ., που το εξουσίαζε με βάση τις υπ' αριθμ. 1133 και 1139 εγγραφές στο Γ Βασικό Φορολογικό βιβλία (Εσάς) του τουρκικού έτους 1323 (καθ' ημάς 1907). Μάλιστα, μετά την υπογραφή του παραπάνω συμβολαίου οι αγοραστές επεχείρησαν να περιφράξουν το ακίνητο αυτό και προς τούτο επεχείρησαν να καταλάβουν ίδιας έκτασης διηρημένο τμήμα του προπεριγραφόμενου ακινήτου των εναγόντων από τη νοτιοανατολική πλευρά αυτού, θεωρώντας ότι το τμήμα αυτό τους ανήκε δυνάμει της αγοράς που πραγματοποίησαν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, πλην όμως έγιναν αντιληπτοί από τους ενάγοντες και δεν πραγματοποιήθηκε η περίφραξη.

Το τμήμα αυτό του ακινήτου των εναγόντων, το οποίο κατά τα άνω πώλησε ο 1ος εναγόμενος εμφανιζόμενος ως κύριος αυτού στους λοιπούς εναγόμενους, συνορεύει (μετά και τις μεταβιβάσει/των όμορων ακίνητων που έλαβαν χώρα εν τω μεταξύ), νοτιοδυτικά με θάλασσα σε πλευρά 28 γμ, νοτιοανατολικά σε πλευρά 305,63 γμ με αγρόκτημα-αμπελώνα ιδιοκτησίας κληρονόμων Τ.

Ν. και ιδιοκτησίες κληρονόμων Α. Ν. και Γ. Κ., βορειοανατολικά σε πλευρά 32,06 γμ. με αγρό ιδιοκτησίας Π. Α. και βορειοδυτικά σε πλευρά 295,50 γμ. με υπόλοιπο τμήμα του αγρού των εναγόντων, που στο συμβόλαιο των εναγομένων φέρεται ως αγρός Ι. Π.. Το παραπάνω διαιρετό τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων, ουδέποτε νεμήθηκε ο πρώτος εναγόμενος Γ.

Κ., ούτε οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι του Ν. Κ., Μ. Μ. και Ν. Μ., νέμονταν το τμήμα αυτό ή το εξουσίαζαν με οποιονδήποτε τρόπο. Μάλιστα οι αναφερόμενες στο μεταβιβαστικό των εναγομένων συμβόλαιο υπ' αριθμ. 1133 και 1139 φορολογικές εγγραφές, ενδεικτικές της εξουσίασης του επιδίκου από τον απώτατο δικαιοπάροχο του πρώτου των εναγομένων, δεν αφορούν το επίδικο ακίνητο αλλά δύο άλλα ακίνητα που κατά το παρελθόν εξουσίαζε ο πατέρας του Ν.

Μ., και που απέχουν από το επίδικο περί τα 600 γμ. Τα ακίνητα αυτά των ως άνω φορολογικών εγγραφών με αριθμό μετώπου 82 το πρώτο έχει έκταση 2 στρέμματα και 200 πήχεις και με αριθμό μετώπου 88 το δεύτερο έχει έκταση 3 στρέμματα, 1 αυλ. και 200 πήχεις και τα ακίνητα αυτά ο Ν. Μ. πώλησε με το υπ' αριθμ. …/1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Γκιζέλη προς τον Δ.

Β. του Θ. Δηλαδή, κατά τη σύνταξη του ως άνω υπ' αριθμ. …/1992 συμβολαίου, ο Γ. Κ.-πωλητής, δεν ήταν κύριος του μεταβιβαζομένου διαιρετού τμήματος της ως άνω ιδιοκτησίας των εναγόντων, αφού τόσο ο πρώτος εναγόμενος-πωλητής όσο όσο και οι δικαιοπάροχοι του δεν είχαν καμία σχέση με το ακίνητο αυτό και εντεύθεν κανένα δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου δεν απέκτησαν οι λοιποί εναγόμενοι.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, η αγωγή θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επί του ως άνω επιδίκου τμήματος του ακινήτου τους, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) αλλά και με έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους Λ.

Τ.Ν., Α. Ν. και Α. Π., κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό για τον καθένα". Με βάση τις παραπάνω οριστικές παραδοχές του το Εφετείο και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής δεχθέν ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (από κληρονομιά των προηγουμένων συγκυρίων αυτού) αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κατέληξε στην απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος ως κατ'ουσίαν αβάσιμης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της συγκυριότητας επί του επιδίκου από τους ενάγοντες από κληρονομιά με βάση και την επίμαχη μυστική διαθήκη της Λ. Τ. Ν. και με βάση τις λοιπές κληρονομικές διαδοχές και αγοραπωλησίες, που αναφέρονται στην απόφαση αλλά και με έκτακτη χρησικτησία μνημονεύοντας ειδικότερα τις υλικές πράξεις που ενήργησε καθένας των συγκυρίων και οι προηγούμενοι δικαιοπάροχοι τους, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της συνδρομής των όρων των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051, 1094, 1113, 1193, 1198, 1738, 1741, 1742, 1730 παρ.2, 1846 και 1884 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, που εφαρμόστηκαν, αφού συντρέχουν οι όροι αυτών και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι των από 31-10-2013 πρόσθετων λόγων (υπ'αρ.6.1 και 6.2) με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για στέρηση της απόφασης νόμιμης βάσης) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που κομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε και αυτά υπόψη του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2, 270 παρ.1 και 2, 341 παρ. 1, 2 και 3, και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 2915/2001, προκύπτει ότι επί υποθέσεως δικαζομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η ένορκη βεβαίωση όμως που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης δεν αποτελεί μεν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, προδικαστική απόφαση, αλλά δεν στερείται παντελώς αποδεικτικής αξίας, διότι εκτιμάται εφόσον συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη, ως έγγραφο, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται κατ'εκτίμηση η από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθμ.3004/2006 ένορκη βεβαίωση του Ι. Κ. του Θ. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πολυξένης Τσιβέλη, προσκομισθείσα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του για τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων όπως ρητά αναφέρεται σ'αυτήν, καθόσον οι σχετικές αποδείξεις διετάχθησαν με την υπ'αρ.4681/1995 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με βάση το τότε ισχύον άρθρο 341 ΚΠολΔ, υπό το δικονομικό καθεστώς πριν την ισχύ του νόμου 2915/2001 και των τροποποιήσεων που επήλθαν μ'αυτόν στις διατάξεις του ΚΠολΔ περί αποδείξεων, η δε επίμαχη ένορκη βεβαίωση συνετάγη για να χρησιμοποιηθεί στην προκειμένη δίκη, του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος μη αποδείξαντος ότι αυτή συνετάγη για άλλη δίκη. Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη του παντελώς την ως άνω προσκομισθείσα με επίκληση από τον επικαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν έσφαλε, αφού αυτή ήταν μη νόμιμα αποδεικτικό μέσο προσκομισθέν έστω και για έμμεση απόδειξη και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της κύριας αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω με το μοναδικό από 12-7-20131 πρόσθετο ξεχωριστό δικόγραφο προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση και ότι έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμ.2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ο αναιρεσείων υπολαμβάνοντας ότι με την υπ'αριθμ. 1225/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της από 14-5-2007 έφεσης του κατά της υπ'αρ.8025/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το άρθρο 254 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι έπρεπε να συμμετάσχουν στη σύνθεση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατά τη δεύτερη επαναλαμβανόμενη συζήτηση οι ίδιοι δικαστές που είχαν συμμετάσχει την πρώτη - αρχική συζήτηση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την προμνημονευόμενη υπ'αριθμ. 1225/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αυτή είναι μη οριστική διατάσσουσα συμπληρωματικές

αποδείξεις (γραφολογική πραγματογνωμοσύνη) και δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να συγκροτηθεί στη νεότερη συζήτηση της ως άνω έφεσης από τους ίδιους δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ανεξαρτήτως της επελθούσας εν τω μεταξύ μεταβολής της υπηρεσιακής κατάστασης τους, καθόσον αυτή δεν ήταν επαναλαμβανόμενη της αρχικής, η δε σύνθεση του δικαστηρίου είχε νόμιμα ορισθεί για τη συζήτηση της ένδικης έφεσης κατά τη δικάσιμο της 11-11-2011 που επισημαίνεται ότι προσδιορίσθηκε με επιμέλεια των εφεσίβλητων με τη σχετική από 23-1-2010 κλήση τους.

Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η ένδικη αίτηση αναίρεσης με τους επ'αυτής πρόσθετους λόγους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2012 αίτηση του Ν. Β. του Σ. και τους επ'αυτής από 12.7.2013 και 31-10-2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ'αριθ. 1772/2012 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2/700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ