Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
914/2013 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal, ruling it violated substantive law on indefinite term contracts.

Geschäftsnummer 914/2013
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's dismissal of the plaintiff's labor dispute. The plaintiff argued that successive fixed-term contracts should be treated as a single indefinite-term contract due to the employer's continuous needs and abuse of authority. The Court found the lower court violated substantive law by failing to recognize the indefinite-term nature of the employment relationship under Article 8 of Law 2112/1920.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 8 paragraph 3 of Law 2112/1920; Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure: A violation of substantive law occurs when a court dismisses a claim that should have been accepted based on the nature of successive fixed-term contracts constituting an indefinite-term relationship.

Schlagwörter

KI-generiert
indefinite term contract successive fixed term contracts substantive law violation labor dispute appeal abuse of authority Code of Civil Procedure Labor Law 2112

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 648 of the Civil Code
Article 649 of the Civil Code
Article 669 of the Civil Code
Article 672 of the Civil Code
Article 8 paragraph 3 of Law 2112/1920
Article 281 of the Civil Code
Article 25 paragraphs 1 and 3 of the Constitution
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court 8/2011
Supreme Court 7/2011
Supreme Court 28/1998

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 914 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 914/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Ο. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΧΑΪΑΣ", καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΟΒΡΗΣ", που εδρεύει στην Κάτω Αχαΐα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κυριαζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 657/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1313/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 21/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και του πρώτου μέρους του τρίτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 1-9-2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.Α.Π. 8/2011, 7/2011, 28/1998).

Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρι την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Εποµένως, η διάρκεια της συµβάσεως εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.

Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669 παρ.1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το Δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθρ. 8 παρ.3 Ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθρα 281, 671 Α.Κ., 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα και ορίζει, ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων, που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας, ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο, διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσεως, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της συµβάσεως έργου ή εργασίας, ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσεως ως ορισµένου χρόνου (Ολ.Α.Π. 7 και 8/2011) χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του Δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.Α.Π. 18/2006).

Ακόμη, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται, ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού, απαγορεύεται δε η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.

και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται, ότι στα κράτη µέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόµενο αυτής έως τις 10-7-2001 µε δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται, ότι εφαρµόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύµβαση ή σχέση εργασίας ορισµένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νοµοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους µέλους, ενώ µε τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται, ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που µπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νοµοθετικά µέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαµβάνουν κατά τρόπο, που να λαµβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τοµέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα µέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη µέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, γ) τον αριθµό των ανανεώσεων τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισµένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης µετεγγραφής αυτής στην εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα µε το Π.Δ. 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το Π.Δ. 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω Οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν, όπως προεκτέθηκε, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (Φ.Ε.Κ.

Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟΛ.Α.Π. 7 και 8/2011).

Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού των Ο.Τ.Α. με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν από την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτών δικαιώματος, ως εργοδοτών, εκ μέρους των οργάνων τους γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής συμβάσεως, κατά παραβίαση των εκ των άρθρων 1 του άνω νόμου και 5 παρ.3 Ν. 3198/1955 υποχρεώσεων προς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και κατά προφανή υπέρβαση από μέρους των εργοδοτών των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτών δικαιώματος, ως εκ τούτου δε είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994.

Αντίθετα, διαδοχικές συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος µε τους Ο.Τ.Α., δεν µπορούν να µετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συµβάσεων αυτών, κατ' ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της έννοµης σχέσεως, ως συµβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συµβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 η εφαρμογή στις ανωτέρω συµβάσεις της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. - Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής της, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, η αναιρεσείουσα-ενάγουσα εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο-εναγόμενο Δήμο (Ο.Τ.Α.) στις 22-11-1999 και έκτοτε με διαδοχικές συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν από εκείνον, κατά καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920, ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου, οι οποίες ανανεώνονταν κατά τη λήξη τους, πλην όμως υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία της κάλυπτε μόνιμες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντιδίκου της, προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες της σ' αυτόν, ως υπάλληλος γραφείου με καθήκοντα διοικητικής και γραμματειακής υποστήριξης, μέχρι τις 31-12-2002, οπότε έληξε η τελευταία σύμβαση εργασίας της και ο αναιρεσίβλητος στις 2-1-2003 κατήγγειλε ατύπως και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως αλλά και καταχρηστικά, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, την εργασιακή της σύμβαση και σταμάτησε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να αναγνωρισθεί, ότι η απασχόλησή της στον εναγόµενο αποτελεί μία ενιαία σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί, ότι η καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως είναι άκυρη για τους προεκτεθέντες λόγους, γ) να υποχρεωθεί ο εναγόµενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την καταβολή των νόμιμων αποδοχών της, δ) να υποχρεωθεί ο ίδιος να της καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, ως μισθούς υπερημερίας μετά των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, επικουρικά δε, για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως, να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει την αναφερόμενη αποζημίωση απολύσεως και ε) να της επιδικασθεί το αναφερόμενο ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της περιγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου εις βάρος της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 657/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία, αφού απέρριψε το ανωτέρω υπό στοιχείο ε' αγωγικό αίτημα, δέχθηκε αυτήν κατά τα λοιπά, ως και ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την κύρια βάση της. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο εναγόμενος άσκησε έφεση με πρόσθετους λόγους αυτής και το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εντός του πλαισίου του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, όσον αφορά τα πιο πάνω υπό στοιχεία α', β', γ' και δ' αιτήματά της, τα οποία μεταβιβάσθηκαν σ' αυτό δια της εφέσεως, με τις παραδοχές, ότι "οι επικαλούμενες με την αγωγή διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου Δήμου, υπό το κράτος της ισχύος των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες κι όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες, δεδομένου ότι στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920.

Εξάλλου, ενόψει αφενός των πιο πάνω Συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της........προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (19-7-2004), κατά το οποίο (μεσοδιάστημα) έληξε η τελευταία σύμβαση εργασίας της ενάγουσας (31-12-2002).

Επομένως, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας έπαυσε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 του Α.Κ., όταν έληξε ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε η τελευταία σύμβαση εργασίας της, δηλαδή στις 31-12-2002, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως". Όμως, η ανωτέρω αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ως εκ των χρονικών ορίων, εντός των οποίων εκτείνονται οι επίδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, με βάση τους ισχύοντες κανόνες δικαίου κατά τον αρχικό χρόνο καταρτίσεως της επικαλούμενης εργασιακής συμβάσεως, ήτοι το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος). Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, αφού καταρτίστηκαν αρχικά πριν από τις 18-4-2001, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον εκτίθεται, ότι από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου και ότι ο καθορισμός του είδους τους ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας μισθωτής από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας φέρεται ότι συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι η εξεταζόμενη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος). Ως εκ τούτου, οι συναφείς, από το άρθρο 559 αριθ.1 K.Πολ.Δ., δεύτερος και τρίτος (κατά το οικείο πρώτο μέρος του) λόγοι αναιρέσεως, µε τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιµοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού (μετά την παραδοχή των πιο πάνω λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει το σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως) παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, μετά την κατά τα άνω παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 Ν. 3463/2006 (Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1313/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν πενήντα (1.150) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ