Supreme Court annuls appeal court verdict for lack of legal basis regarding fault in traffic accident case.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court annulled the appeal court's decision due to insufficient legal reasoning regarding fault allocation in a traffic accident. The plaintiffs argued the lower court failed to clearly establish the factual circumstances necessary to apply the law on liability. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A verdict lacks legal basis if the factual circumstances constituting the rule of substantive law are not clearly derived from the reasoning, rendering appellate review of the application of law impossible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 914 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 914/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σαμαρά και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 641/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/4/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 27/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του τέταρτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση όλου του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 2-5-2003 και ώρα 21.00' περίπου η πρώτη ενάγουσα οδηγούσε ένα ποδήλατο, ιδιοκτησίας της, κινούμενη επί της Ε.Ο. ..., πλάτους 8 μέτρων και για τα δύο ρεύματα πορείας, με κατεύθυνση πορείας προς ...
κινούμενη στο δεξιό της οδού με πρόθεση φθάνοντας στη χ.θ. 9+000 της οδού αυτής, όπου υπάρχει διασταύρωση, να στρίψει αριστερά σε σχέση με την πορεία της και να εισέλθει σε τσιμεντένια κοινοτική οδό, που βρισκόταν εκεί προκειμένου να επιστρέψει στην οικία της, διασχίζοντας το δικό της και το αντίθετο ρεύμα πορείας.
Την ίδια ώρα προς την αυτή κατεύθυνση, πίσω από την ενάγουσα εκινείτο η με αριθ. κυκλ. ... μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο ...και η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Την ώρα εκείνη ο φωτισμός της περιοχής ήταν περιορισμένος. Υπήρχαν μόνον οι φωτιστικές πινακίδες του Μίνι Μάρκετ καταστήματος της ιδιοκτησίας ....
Το ποδήλατο που οδηγούσε η πρώτη ενάγουσα δεν έφερε εμπρόσθιο και πίσω φως. Έφερε μόνο αντανακλαστικά στοιχεία στους ποδομοχλούς, ένα αντανακλαστικό στο οπίσθιο μέρος του και στον πίσω τροχό του. Όταν η πρώτη ενάγουσα έφθασε στην χ.θ. 9+000 της οδού αυτής, μέσα στην κωμόπολη της ... και έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά σε σχέση με την πορεία της και να εισέλθει στην τσιμεντένια κοινοτική οδό που βρισκόταν εκεί, όπως προειπώθηκε, δεν ήλεγξε προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων που εκινούντο πίσω από αυτήν, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να εκτελέσει τον προς τα αριστερά ελιγμό χωρίς να παρακωλύει την κίνηση των οχημάτων αυτών, ούτε έτεινε το αριστερό της χέρι, ώστε να καταστήσει γνωστή στους όπισθεν αυτής κινούμενους επί της οδού οδηγούς την πρόθεσή της να στρίψει αριστερά, ούτε τέλος επιχείρησε να πλησιάσει προοδευτικά στον άξονα της οδού, όπως είχε υποχρέωση, αλλά εντελώς ξαφνικά από το δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της, όπου εκινείτο επιχείρησε να διασχίσει διαγώνια το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα που οδηγούσε κανονικά σε μικρή απόσταση πίσω από αυτήν (κατά πολύ μικρότερη των 100 μέτρων σύμφωνα με την από 3-5-2005 κατάθεση της ίδιας της ενάγουσας κατά την προανάκριση) προς την αυτή κατεύθυνση ο ...
να επιπέσει επί του ποδηλάτου και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος είναι η ενάγουσα η οποία λόγω έλλειψης της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, απότομα και παράνομα έκαμε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή της στους οδηγούς που εκινούντο όπισθεν αυτής να στρίψει αριστερά, και να βεβαιωθεί, ότι μπορούσε να προβεί σε αλλαγή πορείας χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, καθώς και να επιχειρήσει να πλησιάσει προοδευτικά στον άξονα της οδού (άρθρα 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 23 παρ. 2 και 4 του ΚΟΚ).
Τα παραπάνω προκύπτουν και από την κατάθεση κατά την προανάκριση της αυτόπτου κατά την έκθεση αυτοψίας μάρτυρος ..., η οποία χαρακτηριστικά αναφέρει ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο που επιχειρούσε κατά τα παραπάνω ελιγμό προς τα αριστερά κρατούσε με τα δύο χέρια της το τιμόνι. Αντίθετα η κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος δεν κρίνεται πειστική, διότι όπως η ίδια καταθέτει βρισκόταν σε απόσταση 100 μέτρων από τον τόπο του ατυχήματος.
Στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος δεν συνετέλεσε καμία υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας, αφού αυτός εκινείτο με τη νόμιμη ταχύτητα (50 χιλιόμετρα ανά ώρα λόγω της κατοικημένης περιοχής), ενώ το αιφνίδιο της παρεμβολής του ποδηλάτου της ενάγουσας και το ελάχιστο της μεσολαβούσας αποστάσεως καθιστούσαν αδύνατο οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων πριν επιχειρήσει να στρίψει αριστερά, αντιλήφθηκε την κίνηση της μοτοσικλέτας σε αρκετή απόσταση πίσω από αυτήν, αλλά παρ' όλα αυτά λόγω της υπερβολικής ταχύτητας αυτής συνέβη το ατύχημα δεν αποδεικνύεται, διότι εφόσον κατά τους ισχυρισμούς της η μοτοσικλέτα εκινείτο σε αρκετή απόσταση πίσω από αυτήν, και με μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης ταχύτητα αν εκινείτο, θα είχε προλάβει να διανύσει η ενάγουσα με το ποδήλατο την απόσταση των 4 περίπου μέτρων του πλάτους του ρεύματος πορείας της".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας ασφαλισμένος της, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας, για τον οποίο δέχεται ότι οδηγούσε κανονικά με τη νόμιμη ταχύτητα (50χιλ/ώρα) σε μικρή απόσταση, κατά πολύ μικρότερη των 100 μέτρων, πίσω από την ενάγουσα, είναι ασαφής διότι δεν προσδιορίζει επακριβώς την κίνηση του οχήματος αυτού πριν από τη σύγκρουση και συγκεκριμένα αν η μοτοσικλέτα κινούνταν σε ευθεία γραμμή πίσω από το μοτοποδήλατο ή πίσω και πλάγια, και σε πόση απόσταση από το ποδήλατο βρισκόταν, όταν ο οδηγός αυτής αντιλήφθηκε την κίνηση του ποδηλάτου να αλλάξει κατεύθυνση και να διασχίσει διαγώνια την οδό, ώστε να κριθεί αν μπορούσε να τροχοπεδήσει ή να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Επιπροσθέτως, δεν προσδιορίζει τα σημεία συγκρούσεως των επιφανειών των δύο οχημάτων, καθώς και το σημείο του οδοστρώματος στο οποίο έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων, καθώς και πόσα μέτρα διήνυσε το ποδήλατο από τη στιγμή που επιχείρησε να διασχίσει διαγώνια την οδό από το άκρο δεξιό αυτής, όπου εκινείτο, μέχρι τη σύγκρουση, γεγονότα που είναι αναγκαία για να διαφωτιστούν πλήρως οι συνθήκες του ατυχήματος και να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας του μοτοσυκλετιστή.
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο Λάρισας, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 641/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Λάρισας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ