Supreme Court quashes lower court verdict for insufficient legal reasoning on traffic accident liability.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final traffic accident judgment, ruling that the lower court's reasoning was insufficient and contradictory regarding liability. The plaintiffs argued the court failed to clarify the distance between vehicles, the exact collision points, and the specific traffic violations causing the crash. Consequently, the court set aside the original verdict and remanded the case for retrial with a different panel of judges.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 559(19) C.Pol.D.; Art. 561(1) C.Pol.D.; When a judgment lacks clear reasoning on facts essential for applying the law or contains contradictory justifications regarding legal characterizations, the appeal is admissible, whereas deficiencies in evidence evaluation are not grounds for annulment.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 914 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 914/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντη Τόλια.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γουνοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστομένη Λαγιανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 3. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 20.161/1998, 24.729/1998 και 45.501/1998 κύριες και παρεμπίπτουσα αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29.461/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 23 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για στην κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αναφερόμενα σ'αυτήν αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την υπαιτιότητα των οδηγών των αναφερομένων σ'αυτήν σχημάτων στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος και του εντεύθεν θανασίμου τραυματισμού του Χ, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εκ των αναιρεσειόντων:
Στις 22-8-1997 και περί ώρα 02.30΄ (νυκτερινή) ο Ψ1 έβαινε, οδηγώντας το .... ΙΧΕ αυτοκίνητό του (που ήταν ασφαλισμένο στην εταιρεία "NATIONALE NEDERLADEN"), στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Ν. Μουδανιών, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ήταν 62 χιλιόμετρα, ανά ώρα και στο όχημά του, συνεπέβαιναν, η Ζ1 και η Ζ2.
Όταν έφθασε στο 10ο χιλιόμετρο της ως άνω οδού, δέχθηκε κτύπημα στο πίσω και δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του, με συνέπεια, να του "φύγει", αρχικά προς τ' αριστερά, το όχημα και ακολούθως, να καταφέρει να το ακινητοποιήσει, δεξιά, ανάβοντας και τα "αλάρμ" (φώτα σταθμεύσεως). Τότε, διεπιστώθη ότι το κτύπημα είχε προέλθει από την πρόσκρουση στο ΙΧΕ αυτοκίνητο της δίκυκλης μοτ/τας, με αρ.
κυκλοφ. ...., που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης της Χ και η οποία ήταν ανασφάλιστη. Ο οδηγός της μοτ/τας έβαινε με ταχύτητα 82 χιλιομέτρων ωριαίως και όταν είδε, μπροστά του, το ΙΧΕ αυτοκίνητο, τροχοπέδησε (επί 9,20 μ.), πλην όμως, η μοτ/τα, ξέφυγε από την πορεία της, σύρθηκε στο οδόστρωμα και επέπεσε με το μπροστινό τμήμα της, στο προπορευόμενο όχημα.
Έτσι, ο οδηγός της, παρασύρθηκε, υποστάς τραύματα (κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα διαφύσεως αριστερού βραχιονίου, επιπεπλεγμένο κάταγμα κνήμης και περόνης, δεξιά και κάταγμα κάτω 3 μορίου κνήμης και περόνης αριστερά), από τα οποία, δεν συνήλθε και έπειτα από "καρδιακή ασυστολία", απεβίωσε (συνεπεία αυτών), στις 08.30΄ (π.μ.) της ίδιας ημέρας.
Από τα παραπάνω εναργώς προκύπτει ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος, υπήρξεν ο ίδιος ο θανών. Ειδικότερα, ο τελευταίος παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3, του Κ.Ο.Κ., αφού, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτ/τας, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, κατά τρόπο που να είναι σε θέση να τη διακόψει μπροστά από το εμπόδιο που συνάντησε (προπορευόμενο αυτοκίνητο) και δεν μείωσε την εν λόγω ταχύτητα, ενόψει και της νυκτερινής ώρας.
Αντιθέτως, ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν ευθύνεται καθόλου, αφού, δεν παραβίασε καμμία διάταξη του ΚΟΚ και έβαινε, κανονικά, στην πορεία του. Άλλωστε, δέχθηκε, εκ των όπισθεν κτύπημα, όλως αιφνιδίως και κατάφερε, παρά ταύτα, ν' ακινητοποιήσει, το όχημα που οδηγούσε. Όμως έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται στην απόφαση από ποια απόσταση αντιλήφθηκε ο οδηγός της μοτοσυκλέττας το προπορευόμενο υπ' αριθ. κυκλ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο πριν από τη στιγμή της συγκρούσεως, ποια είναι τα σημεία συγκρούσεως των δύο αυτών οχημάτων και ποια ήταν η θέση των επί της οδού κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, ενόψει μάλιστα και της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο δέχθηκε χτύπημα στο πίσω δεξιό τμήμα του με συνέπεια να "φύγει" του οδηγού του αρχικά προς τα αριστερά, ο οποίος (οδηγός) κατάφερε να το ακινητοποιήσει δεξιά ανάβοντας και τα "αλάρμ" (φώτα σταθμεύσεως), ενέργεια η οποία από πλευράς των εναγόντων συνδέεται με τον ισχυρισμό των ότι ο ανωτέρω επιχείρησε απροειδοποίητη αλλαγή της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας επί της οποίας έβαινε προς τα δεξιά και κατέλαβε τη λωρίδα κυκλοφορίας της δίκυκλης μοτοσυκλέττας αποκόπτοντας την πορεία της με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των δύο αυτών οχημάτων.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απορρέων σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 504/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ