Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
914/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against embassy diplomat's housing allowance increase ruling.

Geschäftsnummer 914/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an embassy diplomat against a court ruling denying her housing allowance increase. The court found the lower court correctly applied statutory criteria limiting such increases to diplomats seconded abroad, noting the diplomat was hired locally in Bucharest. Consequently, the appeal was rejected as the facts did not support the claim for a higher allowance.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 131(10), 131(11) of Law 419/1976; Article 69 of Law 419/1976: The Supreme Court held that the statutory framework authorizes the Ministry to grant housing allowance increases only to diplomats seconded abroad, and local hiring disqualifies an employee from such increases.

Schlagwörter

KI-generiert
housing allowance increase embassy diplomat status secondment abroad requirement local hiring disqualification administrative appeal dismissal statutory interpretation diplomatic service benefits

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Law 419/1976, Article 131, paragraphs 10 and 11
Law 419/1976, Article 69, paragraph 1
Law 419/1976, Article 69, paragraph 4
Law 2954/1998, Article 12, paragraph 1
Law 1884/1990, Article 25, paragraph 1
Law 1256/1982, Article 12, paragraph 1
Law 2954/1998, Article 129, paragraph 2 and 5
Law 2954/1998, Article 150, paragraph 1

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 914 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 914/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Ν. του Σ., υπηρετούσης στην Ελληνική Πρεσβεία Βουκουρεστίου Ρουμανίας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Γαρυφαλία Σκιάνη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2091/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4595/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Ιουνίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 10-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τις, εξουσιοδοτικές, διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου 131 του Ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυσε μέχρι τις 23-3-1998 (άρθρ. 150 παρ. 1 του νέου οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το Ν. 2954/1998), δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 παρ. 1 Ν. 1256/1982, Α' 65), όπως, με κοινή υπουργική απόφαση τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στέγασης - η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής - σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραγρ. 10 του ίδιου άρθρου 131 Ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια.

Με βάση δε την παρεχόμενη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στέγασης στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδότησης, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής η κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη αύξηση λόγω στέγασης του επιδόματος αυτού μόνο για μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, στην οποία προέβη η ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ. 2900/ 5-4-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών.

Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 Ν. 419/1979) με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στέγασης σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο - πλην απόσπασης - νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγούμενου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της προσαύξησης αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν πρόσληψης ή μετάθεσης ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο (ΑΕΔ 14/2005).

Εξάλλου τα άρθρα 68 και 69 του Ν. 419/1976 πρόβλεπαν την χορήγηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και στους προσλαμβανόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου ιδιαίτερους γραμματείς και βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας , οι οποίοι εξακολουθούν να λαμβάνουν το εν λόγω επίδομα και υπό την ισχύ του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 2594/1998) εφόσον το ελάμβαναν μέχρι τότε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129 παρ. 5 τούτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 19-3-2001 αγωγή της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο την 1-10-1996, ως κλητήρας, με έγγραφη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του πρέσβη της Ελληνικής Πρεσβείας στη Ρουμανία (Βουκουρέστι) και, κατόπιν απόσπασής της, στο Ελληνικό Γενικό Προξενείο Βουκουρεστίου, στο οποίο και υπηρετεί με την άνω ιδιότητα της.

Ότι με την σύμβασή της συμφωνήθηκε ότι αυτή θα ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές, αποτελούμενες από τον εκάστοτε μηνιαίο μισθό του κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, ενώ ορίστηκε (άρθρ. 4 της σύμβασης) ότι οι ισχύουσες διατάξεις περί οδοιπορικών εξόδων και ημερήσιας αποζημίωσης που ισχύουν για το μόνιμο προσωπικό του Υπ.

Εξωτερικών εφαρμόζονται και γι' αυτή, και ότι το αναιρεσίβλητο αρνείται να της καταβάλει την επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαύξηση για στέγαση, από 1-10-1996 μέχρι 31-3-2001. Κατόπιν αυτών ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να της καταβάλει την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για στέγαση, που ανέρχεται στο αναφερόμενο χρηματικό ποσό με βάση τις διατάξεις των ισχυουσών σχετικών Κ.Υ.Α. , των άρθρων 69 παρ. 4 και 131 παρ. 10 του Ν. 419/1976, 135 του Ν. 2594/1998, ως και αυτές των άρθρων 4 παρ. 1, 22 του Συντάγματος, 119 της Συνθ.ΕΟΚ, την Οδηγία 75/117/ΕΟΚ και τις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται το ως άνω επίδομα (προσαύξηση) στέγασης, γιατί το επίδομα αυτό - που προβλέπεται από τις ισχύουσες Κ.Υ.Α. Φ083-58/11-3-1988, 2001800/185/022/17-3-1993 και ΣΤ1/Μ/ΦΟ83/ΑΣ2900/21-1-1993 - καταβάλλεται μόνο στους υπηρετούντες στην αλλοδαπή μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών (για τα οικογενειακά βάρη) και στους διπλωματικούς υπαλλήλους του(για στέγη) και όχι στους προσλαμβανόμενους επιτοπίως από τις Αρχές του εξωτερικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, όπως η αναιρεσείουσα.

Η καταβολή δε της προσαύξησης αυτής στους ως άνω υπαλλήλους δικαιολογείται ενόψει των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες τελούν, λόγω των καθηκόντων τους, και έγκεινται στις αυξημένες υποχρεώσεις τους προς αξιοπρεπή διαβίωση και κοινωνική παράσταση. Από την μη χορήγηση αυτής στους εργαζόμενους της τελευταίας κατηγορίας δεν δημιουργείται περίπτωση αντίθετη προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, ούτε προς το άρθρο 119 της Συνθ.

ΕΟΚ και την Δ.Σ. 100, αφού πρόκειται για αντιμετώπιση ανόμοιων, ως προς τη βασική σχέση που διέπει την εργασία, περιπτώσεων, διότι οι προσλαμβανόμενοι επιτοπίως με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δεν τελούν υπό την ίδια υπηρεσιακή κατάσταση με τους μονίμους και διπλωματικούς υπαλλήλους από άποψη πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης και αμοιβής, καθώς και λύσης της υπηρεσιακής σχέσης.

Ανήκει δηλαδή σε άλλη κατηγορία, διαφορετική εκείνης των μονίμων συνδεομένων με σχέση δημοσίου δικαίου, και, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντίθετα εν μέρει ( ήτοι για το μετά την 23-3-1998 επίδικο χρονικό διάστημα), απέρριψε, κατά την κυρία βάση αυτής στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 69 και 131 παρ. 10 και 11 του Ν. 419/1976, 129 παρ. 2 και 5, 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 και της ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ/083.13 ΑΣ 2900/1993. Διότι, παρά τις διαφορετικές και λανθασμένες κατά ένα μέρος αιτιολογίες του - η πιο πάνω ΚΥΑ δεν χορήγησε ποσοστιαία αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για τις δαπάνες στεγάσεως σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν σε αρχές του εξωτερικού, αλλά μόνο σ' αυτούς που αποσπώνται στις αρχές αυτές - κατέληξε σε ορθό διατακτικό, αφού α) η αύξηση του εν λόγω επιδόματος μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχές του εξωτερικού προς αντιμετώπιση των αυξημένων δαπανών στεγάσεώς τους, βρίσκεται μέσα στα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 10 και 11 του Ν. 419/1976, β) ο λόγος για τον οποίο δόθηκε η αύξηση αυτή μόνο στους ανωτέρω υπαλλήλους, δηλαδή η αντιμετώπιση των αυξημένων δαπανών στεγάσεώς τους, δικαιολογεί την διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων αυτών από τους λοιπούς μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν σε αρχές του εξωτερικού ή από το εξομοιούμενο προς τους τελευταίους, ως προς την χορήγηση του άνω επιδόματος, βοηθητικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου (άρθρ. 69 του Ν. 419/1976) και γ) η σχετική με την παραπάνω προσαύξηση ρύθμιση της προαναφερόμενης ΚΥΑ δεν παραβιάζει για τους προεκτεθέντες λόγους, τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος ή το άρθρο 119 της Συνθ.ΕΟΚ, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ ή στην αρχή ης αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 Σ).

Επομένως οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις στις επί της ουσίας αιτιολογίες της αποφάσεως και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Εξάλλου, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι είχε καθορισθεί ρητά στη σύμβαση εργασίας της ότι οι μηνιαίες αποδοχές της θα αποτελούνται και από το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου της, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, για την χορήγηση της αυξήσεως του επιδόματος μόνο στους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχές της εξωτερικής υπηρεσίας, ο παραπάνω ισχυρισμός - που καλύπτεται από την όμοια διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 του Ν. 419/1976 - δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση (κατ' εκτίμηση των προβαλλόμενων με αυτόν ισχυρισμών), αφενός διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αναίρεσείουσα δεν δικαιούται την αύξηση του επιδόματος για δαπάνες στεγάσεως επειδή προσλήφθηκε επιτοπίως στο Βουκουρέστι, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 69 του Ν. 419/1976 και 129 παρ. 2 και 5 του Ν. 2954/1998, και αφετέρου διότι δέχθηκε χωρίς να έχει προταθεί, ότι προσλήφθηκε επιτοπίως ως μόνιμος κάτοικος Βουκουρεστίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559, διότι από την αναφερόμενη στην αγωγή και το αναιρετήριο πρόσληψη της αναιρεσείουσας στο Βουκουρέστι από τον εκεί πρέσβη, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, προέκυψε ότι δεν είχε αποσπασθεί στην εξωτερική αυτή υπηρεσία, ώστε να τεθεί θέμα παραβιάσεως των άνω διατάξεων και της προαναφερόμενης ΚΥΑ από την μη χορήγηση σ' αυτή της αυξήσεως του επιδόματος και κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559, διότι η επιτόπια πρόσληψη της αναιρεσείουσας στο Βουκουρέστι αναφερόταν, όπως εκτέθηκε, στην αγωγή και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Aπορρίπτει την από 30-6- 2004 αίτηση της Β. Ν. για αναίρεση της 4595/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ