Supreme Court dismisses appeal against monastery property title acquisition via Byzantine usucapion and 1933 decree.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision confirming the monastery's property title. The State argued that the 1933 partition decree did not grant ownership of forest land and relied on specific laws excluding such titles. The court rejected this as inadmissible because the lower judgment rested on two independent grounds: acquisition via Byzantine usucapion and the 1933 decree. Since the first ground was already successfully defended, the second ground became irrelevant, rendering the State's arguments superfluous.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 564(1) and 144(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible as superfluous when the contested judgment relies on multiple grounds, one of which has already been successfully defended, thereby rendering the remaining grounds irrelevant to the final decision.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 913 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 913/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γυναικείας Κοινοβιακής Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου "Καραϊσκάκη", που εδρεύει στο Δημοτικό Διαμέρισμα Μαυρομματίου Δήμου Μουζακίου Νομού Καρδίτσας της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, με Α.Φ.Μ. ..., Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Βρεττού, που ανακάλεσε την από 3-2-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2022 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη από 15-9-2022 και με αρ. καταθ. 31/22-9-2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η με αρ. 23/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε κατ ουσίαν η από 5-2-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αρ. 37/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Με την τελευταία αυτή απόφαση, έγινε δεκτή ως κατ ουσίαν βάσιμη η από 15-5-2017 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου έκτασης 3.421 τ.μ. που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Μουζακίου της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας, αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την επικουρική αγωγική βάση της κτήσης κυριότητας με τον πρωτότυπο τρόπο ήτοι της έκτακτης χρησικτησίας καθώς και με βάση το ειδικό διαχωριστικό προεδρικό διάταγμα της 3/8/1933 "Περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ι. Μονής Καραϊσκάκη-Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων" (ΦΕΚ 234/3-8-1933) που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 8 του κωδικοποιημένου διατάγματος της 14/21-9-1931, το οποίο είχε εκδοθεί κατ εξουσιοδότηση του ν. 4684/1930.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26- 6/10.7.1944 "Περί δικών του Δημοσίου", σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1135/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 1337/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 8 Ιουνίου 2022, γεγονός που δεν αμφισβητείται και η ασκηθείσα από μέρους του με αριθμ. κατάθεσης 31/22-9-2022 αίτηση αναίρεσης, κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 22 Σεπτεμβρίου 2022. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών) εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.- α) Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας μέχρι της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από καμιά όμως διάταξη του δικαίου αυτού ή άλλου νεωτέρου νόμου, από αυτές που ίσχυσαν μέχρι της 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ' αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα, (πράγμα το οποίο συνέβαινε για τις εθνικές βοσκήσιμες εκτάσεις, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3 επ του Ν.
ΝΘ/1864 και 3 του Ν ΨΠΖ/1882). Αντίθετα από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των ν.8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 2 Πανδ (41-4), ν6 πρ. Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ (23.3), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν 21-6/6.3.1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από, ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος αυτός (ιδιώτης) δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (ν 18, 24 παρ. 1 (41.3), παρ. 9 Εισ. (2-9) ν2 Κωδ. (7.30) Βασ 50.10).
Όμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται εφεξής σε καμιά παραγραφή, η δε παραγραφή που άρχισε δεν έχει καμιά συνέπεια, εάν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν συμπληρώθηκε η 30ετής κατά τους προϊσχύσαντες νόμους παραγραφή.
Με τη διάταξη αυτή αποκλείστηκε έκτοτε για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η κτητική παραγραφή, δηλαδή η έκτακτη χρησικτησία, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η λήξη κάθε παραγραφής δικαιώματος του αστικού δικαίου ανεστάλη με τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του Ν ΔΞΗ/1912 μέχρι της χρονολογίας εκδόσεως του ανωτέρω ΝΔ, έπεται ότι η απόκτηση κυριότητας σε δημόσιο κτήμα με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι της 12.9.1915.
Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν είχαν καμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εάν δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 2173/2014). Ως "καλή πίστη", κατά τις ανωτέρω διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16), νοείται, η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού.
Η καλή πίστη του νεμομένου πρέπει να υπάρχει στην αρχή, κατά την κτήση της νομής, και δεν είναι αναγκαίο να εξακολουθεί αδιάκοπη καθ' όλο το χρόνο της χρησικτησίας (όμοια είναι και η ρύθμιση του άρθρου 1044 ΑΚ), ενώ τη συνδρομή της συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στηρίζοντας την κρίση του αυτή ακόμη και σε έγγραφο που δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κυριότητας (ΑΠ 1075/2024, ΑΠ 1411/2023).
Περαιτέρω προκειμένου περί των κειμένων στη Θεσσαλία δασών, επί Τουρκοκρατίας η κυριότητά τους ανήκε στο Τούρκικο Δημόσιο, όπως τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του από 7 Ραμαζάν 1274 (1834) Τουρκικού Νόμου περί Γαιών, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 των Οδηγιών της 13 Μουχαρέμ περί εξελέγξεως τίτλων δασών.
Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, κατά το έτος 1881, στο Ελληνικό Κράτος, με τη σύμβαση της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου 1881) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με τον Ν. ΠΛΖ της 11/13 Μαρτίου 1882, η κυριότητά τους περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, από του χρόνου όμως αυτού τα εν λόγω δάση υπόκεινται σε έκτακτη χρησικτησία εφόσον μέχρι τις 12-9-1915 έχει συμπληρωθεί καλόπιστη 30ετής νομή (ΟΛ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 2202/2013, ΑΠ 2173/2014).
Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013), ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 769/2020, ΑΠ 384/2014, ΑΠ975/2008).
β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 4684/1930, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 5141/1931 και 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 14/22-4-1931, "Η περιουσία των μονών διαιρείται εις δύο κατηγορίας. α) εις διατηρουμένην και β) εις εκποιητέαν (παρ. 1). Διά Π. Διαταγμάτων εφάπαξ εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού της Παιδείας κλπ.
μετά σύμφωνον γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου, στηριζομένης επί ητιολογημένης υποδείξεως της οικείας Μονής και του Τοπικού Συμβουλίου, ορίζεται ως περιουσία παραμένουσα εις τηv διαχείρισιν εκάστης Μονής όση θεωρηθή ως απαραίτητος προς χρήσιν αυτής αναλόγως του αριθμού των μοναχών και της Ιστορικής και Προσκυνηματικής σημασίας των Μονών.
Πάσα η λοιπή περιουσία εκποιείται προς μείζον όφελος κατά τα εν τω παρόντι νόμω οριζόμενα (παρ. 2). Δι` αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου, κατόπιν γνώμης του Τοπικού Συμβουλίου και της οικείας Μονής, δύνανται να εξαιρεθώσιν εφ` ωρισμένον χρόνον της εκποιήσεως αστικά κτήματα, εφ` όσον ταύτα ήθελον αποδίδει καθαράν πρόσοδον ανωτέραν του ανωτάτου τόκου των εθνικών χρεωγράφων (παρ. 3).
Τα εις εκάστην μονήν διατηρούμενα ακίνητα αγροτικά κτήματα καλλιεργούνται ή εκμισθούνται υπ` αυτής αι δε εκ των κτημάτων τούτων πρόσοδοι ανήκουσιν εις την μονήν (παρ. 4). Ο τρόπος της διαχειρίσεως της διατηρούμενης περιουσίας των μονών, ο έλεγχος αυτής και η διάθεσις των τυχόν περισσευόντων εσόδων της ετησίας διαχειρίσεώς των θέλει κανονισθή διά Π.Δ., δυναμένου να τροποποιήση τα άρθρα 32, 33 και 36 του νόμου ΓΥΙΔ' περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου κλπ.
ως και πάσαν άλλην υφισταμένην σχετικήν διάταξιν μετά σύμφωνον γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου (παρ. 5)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τίτλους εκ του νόμου για τα κτήματα των Ιερών Μονών, αποτελούν και τα Διαχωριστικά Διατάγματα της μοναστηριακής περιουσίας, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου, και μάλιστα, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή των εν λόγω Διαχωριστικών Διαταγμάτων, διότι αυτά αποκτούν με τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την απαιτούμενη από τις διατάξεις της μεταγραφής δημοσιότητα.
Ειδικότερα, τα διαχωριστικά αυτά διατάγματα συνιστούν ex lege τίτλο κυριότητας υπέρ της αναφερόμενης σ' αυτά Μονής, μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, διότι η διαπίστωση της κυριότητας επί της Μονής έγινε αυθεντικά από τον ίδιο το νομοθέτη. Γι' αυτό ισχύουν erga omnes και όχι μόνο έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, δεν αφορούν δε σύμβαση μεταξύ της Εκκλησίας και του Δημοσίου.
Έτσι, κατ' εξουσιοδότηση του νομοθέτη κατ' αρχή καταγράφηκε η ανήκουσα σε κάθε Ιερά Μονή ακίνητη περιουσία και στη συνέχεια έγινε ο διαχωρισμός, που αναγκαστικά προϋπέθετε τον προσδιορισμό της ανήκουσας σε κάθε Μονή περιουσίας, δεδομένου ότι η Πολιτεία με τη νομοθετική αυθεντία της διαπίστωσε την προϋπάρχουσα κυριότητα κάθε Μονής, που είχε αποκτηθεί στο παρελθόν (ΑΠ 6/2020, ΑΠ 7/2019, 8/2019, ΑΠ 473/2015, ΑΠ 1338/2010).
Προς επίρρωση δε των ανωτέρω πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 7 του Ν. 4301/2014, " Τα εκδοθέντα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930 (Α' 150), όπως κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα της 14/22-4-1931 (Α' 328) διαχωριστικά διατάγματα και οι Πίνακες Α-Ε της Σύμβασης της 18-9-1952 (βασιλικό διάταγμα της 26-9-1952, Α' 289), όπως τροποποιήθηκε με την από 27-12-1968 Σύμβαση (Α' 161), συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ιερών Μονών και του Δημοσίου έναντι παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται η μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία".
Με τη διάταξη αυτή, που συγκεντρώνει τα εννοιολογικά στοιχεία γνήσιου ερμηνευτικού νόμου, καθώς αναφέρεται σε έννομες σχέσεις που συντελέστηκαν "άπαξ" κατά το παρελθόν και πριν την έναρξη της ισχύος του με την έκδοση περί το έτος 1933 των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 εφάπαξ διαχωριστικών προεδρικών διαταγμάτων για κάθε συνεστημένη τότε μονή, έπαυσε η όποια αμφισβήτηση και ασάφεια υπήρχε μέχρι την έκδοση του εν λόγω νόμου σχετικά με το εάν τα κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4648/1930 εκδοθέντα προεδρικά διατάγματα συνιστούν ή όχι εκ του νόμου τίτλους κυριότητας υπέρ της μονής για την οποία το καθένα είχε εκδοθεί. 'Ετσι, με αυθεντική ερμηνεία με την ανωτέρω νομοθετική παρέμβαση καθίσταται πλέον σαφές ότι τα εκδοθέντα ως άνω διαχωριστικά προεδρικά διατάγματα συνιστούν εκ του νόμου (ex lege) τίτλους κυριότητας για τα κτήματα των Ιερών Μονών, μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση, και, επομένως παρέχουν πλήρη απόδειξη έναντι παντός τρίτου, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς την προϋπάρχουσα κυριότητα κάθε μονής επί των αναφερομένων στα διαχωριστικά διατάγματα ακινήτων (ΑΠ 461/2023, ΑΠ 6/2020, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 1756/2009, ΑΠ 320/2004).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ' αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 360/2024, ΑΠ 1032/2023, ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021).
3.- Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περί τα πράγματα και κατά το ενδιαφέρον αναιρετικά τμήμα αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"........Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, εμβαδού 3.421,00 στρεμμάτων βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Μουζακίου της Π.Ε. Καρδίτσας, αποτελεί δάσος και συνορεύει βόρεια με δάσος Μαυρομματίου και με αρδευτικό ρύακα χειμάρρου Παμίσου - Μαυροματίου, νότια με δημοτικό δάσος Ελληνοκάστρου, ανατολικά με έκταση της Δ.Κ.
Μαυροματίου και δημόσιο δάσος Ελληνοπύργου (ισοϋψή καμπύλη των 600 μέτρων) και δυτικά με μέσο κοίτης χειμάρρου Παμίσου, όπως αυτό εμφαίνεται και στο από Δεκέμβριο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου Σ. Π. Από το υπ' αριθμ. ...-1907 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κ. Π., προκύπτει ότι την αυτή ημέρα (28-12-1907) κατατέθηκε σε αυτόν από τον τότε ηγούμενο της ενάγουσας Ν.
Δ., το από 5-10-1870 έγγραφο των κατοίκων - δημογερόντων και προκρίτων - των χωριών Βούνιστας, Μαυρομματίου, Γράλιστας και Μουζακίου, το οποίο αναφέρεται στην επίδικη έκταση και συγκεκριμένα την οριοθετεί ως εξής "από κλαπάτσα και επάνω του ζυγού του πριόνι ράχι ράχι από διάσυλον έως σταυρόν και εκείθεν μελιστράτι και Παλαιογκουρτζιά, και ολόραχα μέχρι τον Σταυρόν και από του Σταυρού κάτω έως εις τα χωράφια του ιδίου Μοναστηριού και των Μύλων και εκ των Μύλων δια της ποταμιάς, φθάνει εις την καμαρίτζα, σύμφωνα με την κλαπάτσα και πριόνι".
Σύμφωνα με την από Δεκέμβριο 2013 έκθεση του περιβαλλοντολόγου - δασολόγου Σ. Π., η περιοχή (X) κλαπάτσα είναι θέση πλησίον Βούνιστας - Ελληνόκαστρου, η δε έκφραση "προς ράχι ράχι τον Ζυγό του Πριόνι" είναι τμήμα μεταξύ Ελληνόκαστρου και βουνοκορφής Κρανιώτη στο μονοπάτι από Ελληνόκαστρο προς Κρανιώτη. Το τμήμα "από Διάσυλο προς Σταυρό" είναι δεξιά από τον Αχνό, ενώ το τμήμα "μετά τον Σταυρό προς Μελίστρατη" είναι πλαγιά του Κρανιώτη, με παλαιότερη ονομασία "Κοκκινοπύλια" λόγω του ερυθρού χρώματος που έχει το χώμα της περιοχής.
Τέλος, το τμήμα "προς Χωράφια Μονής και Μύλοι" είναι η περιοχή που αρχίζει η κάθοδος από τον Σταυρό προς το Μαυρομμάτι, το τμήμα "μετά ποταμιά" είναι ο αύλακας που συνδέει το Μαυρομμάτι με τον ποταμό Πάμισσο, η δε αναφορά "έως καμάριτζα" αφορά την περιοχή που ο ποταμός Πάμισσος συναντά το κατέβασμα της ράχης κακαβάκια.
Όλα τα ανωτέρω αποτελούν τοπωνύμια που βρίσκονται στον υφιστάμενο Δήμο Μουζακίου και ειδικότερα στη συγκεκριμένη περιοχή. Στο από Δεκέμβριο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του περιβαλλοντολόγου - δασολόγου Σ. Π., η διεκδικούμενη από αυτήν έκταση ορίζεται από τα στοιχεία Α1-Α2 (πλευρά μήκους 120,2 μέτρων), Α2- Α3 (πλευρά 117, 91 μήκους μέτρων), .........
Α149-Α150 (πλευρά μήκους 52,22 μέτρων), Α150-Α151 (πλευρά μήκους 127,56 μέτρων), Α151-Α152 (πλευρά μήκους 145,57 μέτρων), Α152-Α153 (πλευρά μήκους 80,24 μέτρων), Α153-Α154 (πλευρά μήκους 108,2 μέτρων) και Α154-Α1 (πλευρά μήκους 87,05 μέτρων). Πρόκειται δηλαδή για ένα πολύγωνο με 154 κορυφές εμβαδομετρημένο σε 3.421 στρέμματα και εικονιζόμενο με το σύστημα ΕΣΓΑ '87, με υπόβαθρο τα γεωαναφερμένα φύλλα χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και κλίμακα 1 : 5.000.
Στο ίδιο διάγραμμα μνημονεύονται ρητά η περιοχή του Μαυρομματίου, το δημόσιο δάσος Ελληνόπυργου, το δημοτικό δάσος Ελληνόκαστρου (βόρεια, ανατολικά και νότια σύνορα) και το δημοτικό δάσος Μουζακίου (δυτικά σύνορα). Από το προαναφερθέν ιδιωτικό έγγραφο του 1870, συνταχθέντος και υπογραφέντος από τους δημογέροντες των ομόρων της μονής κοινοτήτων, επί Εκκλησιαστικού Γράμματος του Μητροπολίτου τότε Φαναρίου και Φερσάλων Μελετίου, που φέρει το λογότυπό του και βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής των δημογερόντων, προκύπτει ότι ήδη από το έτος 1870 αναγνωρίζεται από την τοπική κοινωνία δικαίωμα φυσικής εξουσιάσεως της Μονής, επί βοσκοτόπου επί του οποίου όμως απαγορεύεται η ξύλευσις αυτού (άρα πρόκειται για δάσος) από τους κατοίκους της περιοχής.
Ακολούθως, από την υπ' αριθμ. πρωτ. 965/12-3- 1892 αίτηση του ηγουμένου της ενάγουσας ιεράς μονής Νεόφυτου Δημητρίου προκύπτει ότι ο τελευταίος αιτείται άδεια για έγερση αγωγής κατά μισθωτή τμήματος του επιδίκου ακινήτου, αίτηση, η οποία, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. 965/5217/17-3-1892 εγγράφου του Έπαρχου Καρδίτσας, διαβιβάστηκε προς το τότε Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως, το οποίο με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 521/28-4-1892 τηλεγράφημά του χορήγησε τη σχετική άδεια, το δε αυτό έπραξε και ο Έπαρχος Καρδίτσας με το υπ' αριθμ. πρωτ. 8784/11-5-1892 έγγραφό του, μετά τη σχετική βεβαίωση δικηγόρου παρά τω Πρωτοδικείο Καρδίτσης, ο οποίος γνωμοδότησε για τη βασιμότητα της εγερθησόμενης αγωγής. Ο ίδιος ηγούμενος της ενάγουσας ζήτησε, ως εκπρόσωπος αυτής, την άδεια για έγερση έτερης αγωγής κατά καταπατητή παραπήγματος της ενάγουσας μονής εντός της επίδικης έκτασης όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.
πρωτ. 2186/15-3-1893 έγγραφο, το οποίο διαβιβάστηκε στο αρμόδιο υπουργείο (δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1893 εγγράφου του Νομάρχη Καρδίτσας), χορηγηθείσας σχετικής άδειας δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. 6871/1-4-1893 εγγράφου του. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι υδρόμυλος που ανήκε στην ενάγουσα Ιερά Μονή, ευρισκόμενος εντός της επίδικης έκτασης εκμισθώνεται σύμφωνα το υπ' αριθμ. ...-1899 έγγραφο του Υπουργού Εκκλησιαστικών και το υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-1899 έγγραφο του Νομαρχούντος διευθυντού, καθώς και με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1899 έγγραφο του ιδίου ως άνω Υπουργού με το οποίο ορίστηκε η σχετική δημοπρασία (βλ και το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1899 έγγραφο του Νομαρχούντος Διευθυντή). Δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1902 έγγραφου του Υπουργείου Εκκλησιαστικών, ο αρμόδιος Υπουργός, απευθυνόμενος προς τον Νομάρχη Καρδίτσας, ζητά από το ηγουμενοσυμβούλιο της ενάγουσας όπως προβεί στις απαραίτητες δικαστικές ενέργειες για να προστατεύσει την παρακείμενη του ποταμού Παμίσου ιδιοκτησία της από τους αδελφούς Ζωγράφου, που καταπατούσαν τμήμα της περιοχής (με καθαρισμό αύλακα).
Με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1904 έγγραφό του προς τον Νομάρχη Καρδίτσας ο Υπουργός Εκκλησιαστικών έδωσε την έγκριση για την εκμίσθωση κτημάτων της ενάγουσας, την αποστολή δε των πρακτικών της σχετικής δημοπρασίας διενήργησε ο Νομάρχης Καρδίτσας, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1904 εγγράφου προς τον Υπουργό Εκκλησιαστικών.
Το φθινόπωρο του έτους 1906 ο ηγούμενος της ενάγουσας Ιεράς Μονής απαγόρευσε στους χωρικούς του γειτονικού χωρίου Βούνιστα να βόσκουν τα αιγοποίμνιά τους, με αποτέλεσμα μερικοί εξ αυτών να ζητήσουν με αίτησή τους από τον Υπουργό Εκκλησιαστικών να επιληφθεί του θέματος (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1906 έγγραφο).
Από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι θεωρημένα, με υπογραφή δικηγόρου, γνήσια αντίγραφα από τα τηρούμενα πρωτότυπα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, με επίσημη επί ενός εκάστου σφραγίδα της ανωτέρω υπηρεσίας, αποδεικνύεται η αδιάλειπτη άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους της ενάγουσας στην επίδικη έκταση για το χρονικό διάστημα ήδη από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881) και μέχρι το 1915, έχουσα διάνοια κυρίας.
Η ενάγουσα Ιερά Μονή προέβαινε σε περίφραξη και οριοθέτηση του ακινήτου, παραχώρηση τμήματος αυτού προς βοσκή, εκμίσθωση τμήματος αυτού ή και ανεγερθέντων ακινήτων (λ.χ. υδρόμυλοι) σε έτερους μισθωτές είτε απευθείας είτε με δημοπρασία, παραχώρηση τμήματος του δάσους σε υλοτόμους, ζητούσε άδεια από τον Νομάρχη και τον αρμόδιο υπουργό για έγερση ενδίκων βοηθημάτων κατά καταπατητών, ήγειρε δε τέτοιες αγωγές, υπερασπιζόμενη την περιουσία της, ενώ την αυτή αντίληψη για προστασία της περιουσίας της από τρίτους καταπατητές είχε και το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, αναγνωρίζοντας την κυριότητά της επί του ακινήτου, είχε ζητήσει από αυτή να επιληφθεί, όπως προεκτέθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-1902 εγγράφου του Υπουργείου Εκκλησιαστικών. Σημειώνεται ότι ακίνητο, ως δάσος ανήκον στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, κατά την προσάρτηση των διαμερισμάτων της Θεσσαλίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και ο νομός Καρδίτσης, το έτος 1881 δια της σύμβασης της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν.
ΠΛΖ' της 11/13 Μαρτίου 1882. Οι ανωτέρω πράξεις, οι οποίες συνιστούν πράξεις νομής, δεδομένου ότι φανέρωναν τη θέληση της ενάγουσας να κατέχει και να εξουσιάζει φυσικώς την επίδικη έκταση με διάνοια κυρίας και καλή πίστη λάμβαναν χώρα όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, χωρίς ποτέ να εκδιωχθεί η ενάγουσα από τη νομή του ακινήτου, ούτε να παύσει να νέμεται αυτό.
Επομένως, η προπεριγραφόμενη έκταση που είχε πάντα χαρακτήρα δασικό, χωρίς να καλλιεργηθεί στο παρελθόν, αποτελούσε οργανικό σύνολο, ως ιδιωτικό δάσος, το οποίο οι κάτοικοι της περιοχής Μαυρομματίου θεωρούσαν ότι ανήκε στην ενάγουσα Ιερά Μονή. Η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεδομένου ότι αυτή το είχε, όπως προεκτέθηκε, στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίας από το έτος 1881 και μέχρι της άσκησης της κρινόμενης αγωγής ασκώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1881 και μέχρι τις 11-9-1915 είχε στη φυσική της εξουσία το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Σε κάθε δε περίπτωση, η ενάγουσα Ιερά Μονή κατέστη κυρία του ακινήτου και με το από 14-6-1933 Διαχωριστικό Διάταγμα, του τότε Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Α. Ζ., που αποτελεί ex lege τίτλο κυριότητας, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 3β-γ νομική σκέψη. Την όποια ασάφεια του προγενέστερου άρθρου 8 § 2 Ν 4684/1930 ως προς το αν τα, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθέντα προεδρικά διατάγματα συνιστούν ή όχι εκ του νόμου τίτλους κυριότητας υπέρ της μονής για την οποία το καθένα εκδόθηκε, αίρει το άρθρο 51 § 7 Ν. 4301/2014, επιβεβαιώνοντας την ορθότητα της αξιολόγησης των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 § 2 Ν 4684/1930, εκδοθέντων προεδρικών διαταγμάτων ως εκ του νόμου τίτλων κυριότητας.
Ορίζοντας ότι αυτά "συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ιερών Μονών και του Δημοσίου έναντι παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία". Ο νόμος αυτός, είναι γνήσιος ερμηνευτικός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού αναφέρεται σε έννομες σχέσεις που συντελέστηκαν "άπαξ", πριν την έναρξη της τυπικής ισχύος του, με την έκδοση περί το έτος 1933 των, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 § 2 Ν 4684/1930, διαχωριστικών προεδρικών διαταγμάτων εφάπαξ για κάθε συνεστημένη τότε μονή.
Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι ή ισχύς του ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος της ερμηνευόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 2 Ν 4684/1930, με την οποία και ενσωματώνεται σε ένα σύνολο. Άρα, η ρύθμιση του άρθρου 51 § 7 Ν. 4301/2014 καταλαμβάνει και την ένδικη υπόθεση, στην οποία και πρέπει να εφαρμοσθεί.
Συνεπώς ο ανωτέρω υπέρ της Μονής τίτλος κυριότητας, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 § 7 Ν. 4301/2014 αποτελεί πλήρη απόδειξη της κυριότητας αυτής έναντι παντός τρίτου υπό την έννοια ότι το διάταγμα αυτό, προσκομιζόμενο ενώπιον του δικαστηρίου (αλλά και δημόσιας αρχής ή παντός τρίτου) αποτελεί πλήρη απόδειξη για την κυριότητα της Μονής επί των αναγραφομένων σε αυτό ακινήτων.
Προσδίδει δηλαδή ο νόμος στα, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 Ν. 4684/1930, εκδοθέντα διαχωριστικά προεδρικά διατάγματα αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική δύναμη για τα βεβαιούμενα σ αυτά. Το εκκαλούν επικαλείται και προσκομίζει το υπ αρ. πρωτ. .../2011 πρωτόκολλο εγκαταστάσεως υλοτομίας του δασαρχείου Μουζακίου, το υπ αριθμ.
πρωτ. ...-2013 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-11 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2012 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, όπου γίνεται χρήση του όρου "διακατεχόμενο" πλην όμως πρόκειται για πρόσφατο αποδιδόμενο χαρακτηρισμό προφανώς στηριζόμενο στην λανθάνουσα ερμηνεία της Σύμβασης του Ν. 1811/1988, καθώς ο όρος αυτός απουσιάζει παντελώς από οποιοδήποτε έγγραφο του εναγομένου πριν το 1974.
Το εναγόμενο προσκομίζει μετ' επίκλησης δύο πρωτόκολλα εγκατάστασης υλοτόμων των ετών 1926 και 1927, όπου αναφέρεται ότι το δάσος είναι διακατεχόμενο, πλην, αμφότερα τα έγγραφα αφορούν οιοινεί συμβάσεις, ήτοι πράξεις με τις οποίες το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο που διαχειριζόταν το ευρύτερο δάσος της περιοχής έδινε την άδεια υλοτομίας σε κάποιους υλοτόμους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Πέρα, από το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, στο οποίο δεν υπάρχει κάποια βούληση του εναγομένου για εξουσίαση του ακινήτου, απουσιάζουν επίσημες σφραγίδες ή αριθμοί πρωτοκόλλου, οι οποίοι να αποδεικνύουν την έκδοση των ανωτέρω εγγράφων από το κατάστημα της υπηρεσίας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έγγραφα που συνέτασσε στο ύπαιθρο το όργανο της υπηρεσίας (συνήθως αρχιφύλακας δασών) με τα οποία ο μνημονευόμενος ιδιώτης υλοτόμος αποκτούσε το δικαίωμα υλοτομίας, ώστε να μη διωχθεί για κάποιο ποινικό αδίκημα από έτερο όργανο φύλαξης (αγροφυλακή, θηροφυλακή, χωροφυλακή κτλ.), με την απλή επίδειξη του εγγράφου, (βλ.
το υπ' αριθμ. 19 σχετικό, στο οποίο ως τόπος σύνταξης μνημονεύεται το ίδιο το δάσος). Αντιθέτως από την από 30-4-1920 έκθεση της Επιθεωρήσεως Δασών Λαμίας προς το Υπουργείο Γεωργίας, την υπ'αρ. ...-1964 πράξη του Υπουργείου Γεωργίας, όπου γίνεται έμμεση αναφορά σε "μοναστηριακόν δάσος Αγ. Γεωργίου", το από 1-12-1966 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασάρχη Τ.
αλλά και από το π.δ. της 22ας Ιανουάριου 1974 προκύπτει ότι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δια των οργάνων του, αναγνώριζε διαχρονικά την κυριότητα της εφεσίβλητης μονής επί του επιδίκου ακινήτου. Επίσης, στο υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1973 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, μνημονεύεται ρητώς ότι το "εν θέματι δάσος ανήκει αποδεδειγμένως εις την Ιεράν Μονήν Αγίου Γεωργίου και ως εκ τούτου διαχειρίζεται υφ' ημών", η δε ενάγουσα αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο ως "ιδιοκτήτρια" του δάσους, η οποία προτίθεται να προσφέρει αυτό στο κοινωνικό σύνολο.
Κατόπιν τούτων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε δεκτή την αγωγή δεχόμενο ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, ούτε σε πλημμελή εκτίμηση του αποδείξεων και ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί αβάσιμος. 5.
Με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διατείνεται ότι η διεκδικούμενη από την ενάγουσα Μονή έκταση είναι μεγαλύτερη από αυτήν που ήθελε θεωρηθεί ότι της ανήκει, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, η διακατεχόμενη από την ενάγουσα έκταση έχει εμβαδό 2.187,50 στρέμματα και όχι 3.421 στρέμματα, όπως η τελευταία ισχυρίζεται.
Συγκεκριμένα, επικαλείται ότι σύμφωνα με την από Αύγουστο 1976 μελέτη διαχειρίσεως και αξιοποιήσεως αισθητικού δάσους της I. Μονής Αγίου Γεωργίου Καραϊσκάκη το εν λόγω δάσος εκτείνεται επί των ανατολικών απολήξεων προς τη Θεσσαλική πεδιάδα της νότιας Πίνδου και δυτικών προσβάσεων της κορυφογραμμής "Κρανιώτη" των Αγράφων, κείται δε δυτικώς της πόλεως Καρδίτσας και νοτιοδυτικώς της κωμόπολης Μουζακίου σε απόσταση περί τα 33 χιλιόμετρα από Καρδίτσα και περί τα 2 χιλιόμετρα από Μουζάκι και περικλείεται μεταξύ των παραλλήλων γεωγραφικού πλάτους 39° 24' 20" έως 39° 25' 10" και του γεωγραφικού μήκους -2° 2' 50" έως -2° 4' 30" από του μεσημβρινού του διερχόμενου δια του Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Τα γενικά όρια του δάσους από την ανωτέρω έκθεση ορίζονται ως ανατολικώς με το κοινοτικό δάσος Ελληνόκαστρον, το δημόσιο δάσος Ελληνόπυργου και το συνδιακατεχόμενο Μαυρομματίου, βόρεια με το συνδιακατεχόμενο δάσος Μαυρομματίου και με περιφέρεια του συνοικισμού Μαυρομματίου, δυτικώς με κοίτη χειμάρρου Παμίσσου και νότια με δημόσιο δάσος Ελληνοκάστρου.
Το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το εκκαλούν έγγραφο με τίτλο "Μελέτη Διαχειρίσεως και αξιοποιήσεως αισθητικού δάσους I. Μονής Αγίου Γεωργίου Καραϊσκάκη" αναφέρει ως ειδικότερα όρια του ακινήτου το ότι "Άρχονται από της θέσεως Κακαβάκια και με κατεύθυνσιν Ανατολικήν ακολουθούν τα όρια του δάσους Ελληνοκάστρου μέχρι της θέσεως Αχνός, εκείθεν με κατεύθυνσιν βορείαν ακολουθούν τα όρια του δάσους Ελληνοκάστρου μέχρι της θέσεως Σταυρός, ένθα συναντούν τα όρια δάσους Ελληνοπύργου.
Ακολούθως πάντα με κατεύθυνσιν Βορείαν διέρχονται δια των θέσεων Λούτσα και Χωράφι ένθα συναντούν τα όρια του συνδιακατεχόμενού δάσους Μαυρομματίου εν τη θέσει Μελίστρα. Στρεφόμενα προς δυσμάς διέρχονται δια των θέσεων Καρακοφωλιά και Σπηλιά Καραϊσκάκη και εκείθεν με κατεύθυνσιν Βορειοδυτικήν ακολουθούν τα όρια του συνδιακατεχόμενού δάσους Μαυρομματίου μέχρι των πεδινόν καλλιεργουμένων εκτάσεων.
Εκείθεν με κατεύθυνσιν Νοτιοδυτικήν ακολουθούντο την αμαξιτήν οδόν την άγουσαν προς Ιεράν Μονήν κατέρχονται εις την κοίτην του χειμάρρου Παμίσσου, ην και ακολουθούν μέχρι της θέσεως Κακαβάκια ένθα και ήρξαντο". Από την ανάγνωση της περιγραφής του ακινήτου και την επισκόπηση του από Δεκέμβριο 2013 τοπογραφικού διαγράμματος του περιβαλλοντολόγου - δασολόγου Σ.
Π. προκύπτει ότι όλα τα ανωτέρω τοπωνύμια είναι εικονιζόμενα στο διάγραμμα, τα οποία και οριοθετούν το όλο ακίνητο, με αποτέλεσμα η διαφορά στην έκταση, η οποία αγγίζει τα 1.016 στρέμματα να είναι το ανατολικό τμήμα που ακολουθεί την κατεύθυνση του "Μεγάλου Ρέματος", περικλειόμενη, κατά το ίδιο διάγραμμα από το πολύγωνο με πλευρές Α75 - Α76 - Α77 - Α78 - Α79 - Α80 - Α81 - Α82 - Α83 - Α84 - Α85 - Α86 - Α87 - Α88 - Α89 - Α90 - Α91 - Α92 - Α93 - Α94 - Α95 - Α96 - Α97 - Α98 - Α99 - Α100 - Α101 - Α102 - Α103 - Α104 - Α105 - Α106 - Α107 - Α108 - Α109 - ΤΜΑ110 - Α111 - Α112 - Α113 - Α114 - Α115 - Α116 - Α117 - Α118 - Α119 -Α120 - ΑΙ21 - Α122 - Α123 - Α124 - Α125 - Α126 - Α127 - Α128 -Α129 - Α130 - Α131 - Α132 - Α133 - Α134 - Α135 - Α136 - Α137 -Α138 - Α139 - Α140 - Α141 - Α142 - Α143 - Α144 - Α145 - Α146 -Α147 - Α148 - Α149 - Α150 - Α151 - Α152 - Α153 - Α154 - Α75, ήτοι τα γενικά όρια του ακινήτου ταυτίζονται εν πολλοίς με τα ιστορούμενα στην κρινόμενη αγωγή και στο τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου -περιβαλλοντολόγου.
Από τη σύγκριση του προαναφερομένου τοπογραφικού και του από Αύγουστο 1976 διαγράμματος του δασολόγου Σ. Μ., προκύπτει ότι το όλο ακίνητο έχει τα ίδια κατά προσέγγιση δυτικά, βόρεια και ανατολικά όρια, διαφοροποίηση δε υπάρχει μόνο ως προς τα ανατολικά και συγκεκριμένα ως προς την απόληξη του μεγάλου ρέματος.
Προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, το εκκαλούν επικαλείται τα εξής έγγραφα: α) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, στο οποίο μνημονεύεται ότι το εν λόγω δάσος δεν έχει αναγνωριστεί ως ιδιωτικό και διαχειρίζεται ως διακατεχόμενο, β) το υπ' αριθμ. πρωτ. 84756/1093 6/4-9-1990 έγγραφο του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών του Υπουργείου Γεωργίας με το ίδιο περιεχόμενο, γ)στο υπ' αριθ.
πρωτ ...-2012 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, στο οποίο αναφέρεται ότι η έκταση του διακατεχόμενου δάσους είναι 2.187, 50 στρέμματα και δ) το υπ' αριθμ. 93/1974 προεδρικό διάταγμα (προσκομιζόμενο με το Φ.Ε.Κ. 31/6-2-1974),δυνάμει του οποίου το μοναστηριακό δάσος Αγίου Γεωργίου - Καραϊσκάκη, περιοχής Μουζακίου - Καρδίτσης κηρύσσεται "αισθητικό δάσος".
Όμως, παρά το γεγονός ότι στο υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1973 έγγραφο του Δασαρχείου Μουζακίου, υπάρχει περιγραφή της έκτασης, χωρίς να συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα με ακριβή υπολογισμό του συνολικού εμβαδού, το ότι κηρύσσονται 2.530 στρέμματα ως αισθητικό δάσος δεν σημαίνει ότι η συνολική δασική έκταση είναι αυτή, όπως το εναγόμενο διατείνεται.
Σημειώνεται ότι η από Αύγουστο 1976 μελέτη διαχειρίσεως και αξιοποιήσεως αισθητικού δάσους της I. Μονής Αγίου Γεωργίου Καραϊσκάκη, έχει διενεργηθεί το έτος 1976, ήτοι σε χρονικό σημείο μετά την έκδοση και δημοσίευση του υπ' αριθμ. 93/1974 προεδρικού διατάγματος, χωρίς συνάμα να προκύπτει ότι η ενάγουσα αποξενώθηκε από την κυριότητά της επ' αυτού ή παραιτήθηκε από κάποιο δικαίωμά της.
Περαιτέρω, το μετ' επίκλησης νομίμως προσκομιζόμενο από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1990 έγγραφο του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο αναφέρεται ότι η έκταση είναι διακατεχόμενη είναι συντεταγμένο σε χρονικό σημείο (1990) πολύ μεταγενέστερο από το προεκτεθέν (1973) έγγραφο, όπου αναφερόταν η κυριότητα της ενάγουσας στο δάσος.
Από τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι α) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1920 έγγραφο της Επιθεώρησης Δασών Λαμίας, β) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1920 έγγραφο της Επιθεώρησης Δασών Λαμίας και πρωτίστως το γ) το από 14-6-1933 διαχωριστικό προεδρικό διάταγμα, εκ των οποίων τα δύο πρώτα έγγραφα έχουν συνταχθεί επισήμως από την αρμόδια αρχή (Επιθεώρηση Δασών Λαμίας) με αριθμό πρωτοκόλλου και επίσημη σφραγίδα προκύπτει ότι η έκταση του διεκδικούμενου εκ μέρους της Ιεράς Μονής δάσους ανέρχεται τουλάχιστον στα 3.421 στρέμματα, και όχι στα 2.405 ή 2.187,50 στρέμματα που το εναγόμενο διατείνεται, καθώς σε αυτά μνημονεύεται σαφώς ως έκταση του δάσους αυτή των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) στρεμμάτων.
Τα ανωτέρω έγγραφα αναφέρουν την επίδικη έκταση ως ανήκουσα στην ενάγουσα ιερά μονή ("ιδιοκτήτρια μονή"), με αναλυτικό χαρακτηρισμό της βλάστησης και του είδους του ακινήτου. Ειδικώς, στο από 14-6-1933 διαχωριστικό διάταγμα γίνεται σαφής μνεία ότι "δασώδης έκτασις μετ' αγρών και αμπέλου" 4.000 στρεμμάτων θεωρείται "διατηρητέα" και "παραμένουσα εις την διαχείρισιν της Μονής Καραϊσκάκη ως απαραίτητος προς χρήσιν αυτής", χωρίς να μπορεί να περιέλθει στον συσταθέντα Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.), στον οποίο πρόκειται να περιέλθει η τυχόν απομένουσα λοιπή ακίνητη περιουσία της.
Ήδη δηλαδή το έτος 1933, το Ελληνικό Δημόσιο είχε συστήσει τον Ο.Δ.Ε.Π. για τη διοίκηση και διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας, έχοντας δε σταθμίσει ότι η ανωτέρω έκταση των 4.000 στρεμμάτων ανήκει στην ενάγουσα Ιερά Μονή, προέβη στην έκδοση του ανωτέρω διαχωριστικού διατάγματος, προκειμένου να αρθεί κάθε αμφιβολία και να διαχωριστεί η ανωτέρω έκταση από την λοιπή τυχόν περιουσία της ενάγουσας που θα περιερχόταν στον ανωτέρω οργανισμό.
Η σαφήνεια του ανωτέρω διατάγματος, το οποίο αποτελεί και αυτοτελή τίτλο κτήσης κυριότητας, αίρει κάθε αμφιβολία για την κυριότητα της ενάγουσας ως προς την επίδικη έκταση. Τέλος, από το υπ'αριθμ. ...-1964 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας και της υπ'αριθμ. ...-1963 αναφερόμενης σε αυτό γνωμοδότησης του Α' Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών σε συνδυασμό με το συναπτόμενο σε αυτό θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα, προκύπτει ότι βόρεια του Δημοτικού δάσους, εκτείνεται το Μοναστηριακό δάσος του Αγίου Γεωργίου, με εκτενή αναφορά στην υψομετρική καμπύλη των 600 μέτρων.
Βάσει των προαναφερομένων εγγράφων, το δημοτικό δάσος Ελληνοκάστρου συνορεύει με το επίδικο δάσος της ενάγουσας Μονής βόρεια και με όριο τον υδροκρίτη κατά μήκος της ράχης Κακαβάκια, στην συνέχεια με όριο υπάρχον μονοπάτι έως το μέγα Ρέμα και στην συνέχεια έως το όριο της υψομετρικής καμπύλης των 600 μέτρων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του εκκαλούντος- εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δεν έσφαλε περί την απόδειξη και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος έφεση πρέπει να απορριφθεί.". Το Εφετείο στη συνέχεια, αφού περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του και σκέψη ως προς ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου για το λόγο ότι με την με αρ. 23-9-1988 πράξη της Διαχειριστικής Επιτροπής της Ιεράς Μονής με την οποία αποφάσισε και εξουσιοδότησε την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος να παραχωρήσει την αγροτική, λιβαδική και δασική περιουσία της στο εναγόμενο κατά τους όρους του υπογραφέντος προσυμφώνου που επικυρώθηκε με το ν. 1811/1988 (που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε εκτιμήσει ως ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και τον απέρριψε) τον οποίο εκτίμησε ως ένσταση ιδίας κυριότητας και αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες απέρριψε ως νόμω αβάσιμο, απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση.
4.- Το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση , με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, για τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ήτοι για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν του 1274 (1856) , της από 20-6/2-7/1881 Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπό τις αιτιάσεις ειδικότερα :
α) με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων δέχθηκε ότι η ενάγουσα ασκούσε πράξεις νομής επί του επίδικου με καλή πίστη και διανοια κυρίου από το έτος 1881 μέχρι την άσκηση της αγωγής και επομένως μέχρι την 12-9-1915, ενώ ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά αυτές, θα έπρεπε να δεχθεί ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο δάσος, που περιήλθε στην κυριότητα του ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου και β) με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών περί την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο της ενάγουσας και του τρόπου κτήσης της νομής από αυτήν.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, με το πρώτο σκέλος αυτού το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης από την ενάγουσα εμφανών υλικών πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου, διανοία κυρίου και με καλή πίστη από το 1881 έως το 1915, αιτιώμενο ότι από τα έγγραφα που διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν αποδεικνύονται υλικές πράξεις νομής πριν από το 1892 και ότι δεν εκθέτει από ποιά συγκεκριμένα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Με το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου προσάπτει στην απόφαση του Εφετείου την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της έναρξης του χρόνου άσκησης των εμφανών υλικών πράξεων που διαλαμβάνει ήτοι της περίφραξης, οριοθέτησης του ακινήτου της παραχώρησης τμημάτων προς βοσκή και υλοτομία και της έγερσης αγωγών ώστε να έχει συμπληρωθεί τριακονταετία από το 1881 έως το 1915 , ισχυριζόμενο ότι οι πράξεις νομής σε κάθε περίπτωση άρχισαν μετά το 1885 και μάλιστα το 1892.
Το Εφετείο με την ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα με τις παραδοχές της: α) ότι το επίδικο ακίνητο είναι δασικό, έκτασης 3.421 τ.μ. που αποτυπώνεται λεπτομερώς στα προσκομισθέντα με επίκληση σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα και τα γενικά του όρια ταυτίζονται εν πολλοίς με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, β) ότι περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος το 1881, γ) ότι την κυριότητα επί του όλου επιδίκου ακινήτου, απέκτησε η ενάγουσα Ιερά Μονή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, νεμόμενη τούτο διανοία κυρίου και με καλή πίστη για τριάντα έτη από το 1881 έως το 1915 χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν ούτε από το Ελληνικό Δημόσιο, θεμελιώνοντας την ανωτέρω κρίση του στις ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της Ιεράς Μονής προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων της επί του επιδίκου ακινήτου με την έκδοση εγγράφων σχετικά με την εκμίσθωση και την εκμετάλλευση του δάσους και αιτήσεων παροχής αδείας του αρμόδιου Υπουργού περί εγέρσεως αγωγών κατά τρίτων καταπατητών αλλά και σε ενέργειες των κάτοικων των ομόρων κοινοτήτων, οι οποίοι αναγνωρίζοντας από το 1870 την εξουσίαση της Ιεράς Μονής επί του επιδίκου ακινήτου, εκμεταλλεύονταν το δάσος για την βοσκή των ποιμνίων τους υπό τους όρους που τους έθετε η Ιερά Μονή, δ) ότι η ενάγουσα από το 1881, ασκούσε υλικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο, με τη βούληση να το κατέχει και να το εξουσιάζει, χωρίς να εκδιωχθεί ποτέ από κανέναν δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου Ν8 κωδ. (7.39.), 9 παρ.1Β6 (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), της 7ης Ραμαζάν του 1274 (1856) και της από 20-6/2-7/1881 Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι μόνο τη φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου είχε η Ιερά Μονή από το έτος 1870, την οποία αναγνώρισαν γραπτώς και οι κάτοικοι των ομόρων κοινοτήτων ενώ περαιτέρω δέχθηκε ότι κατά το έτος 1881, που το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, η ενάγουσα άρχισε να ασκεί σε αυτό διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως έως το 1915 οπότε συμπληρώθηκε η τριακονταετής νομή και απέκτησε την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.
Επίσης δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) ασκούσε συνεχώς τις διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη (η έννοια της οποίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο είναι ευρύτερη αυτής του άρθρου 1042 ΑΚ) ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού κατά το χρόνο κτήσης της νομής (και όχι της φυσικής εξουσίασης που είχε από το 1870) το 1881 αλλά ακόμη και κατά τη διάρκεια άσκησης των πράξεων της νομής έως το 1915.
Εξάλλου στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών".
Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι η όποια κυριότητα απέκτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της ανωτέρω Συνθήκης επί του επιδίκου ακινήτου, καταλύθηκε στη συνέχεια από την έκτακτη χρησικτησία της ενάγουσας. Επομένως ο πρώτος λόγος τη αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω όπως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (και στη συνέχεια και του Αστικού Κώδικα), κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην εισαγωγική σκέψη της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, όλων των αποδεικτικών μέσων ήτοι των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που προσκομίστηκαν με επίκληση.
Τα έγγραφα (αιτήσεις αδειών από τον αρμόδιο Υπουργό για άσκηση αγωγών και αιτήσεων και άσκηση αυτών) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία φέρουν χρονολογία, συνιστούν έγγραφα αποδεικτικά της εξουσίασης του επιδίκου ακινήτου διανοία κυρίου καθόσον όλες οι δι' αυτών αποδεικνυόμενες πράξεις (έγερση αγωγών περί νομής και μισθωτικών αγωγών) συνιστούν ενέργειες προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων της επί του επιδίκου και οριοθέτησης της έκτασης αυτού ενώ δέχτηκε και υλικές πράξεις νομής όπως περίφραξη, οριοθέτηση, ανέγερση υδρόμυλου, παραχώρηση τμημάτων προς βοσκή και υλοτομία οι οποίες έλαβαν χώρα καθ όλο το χρονικό διάστημα από το 1881 έως το 1915.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης το Εφετείο με σαφή και επαρκή αιτιολογία δέχθηκε την ύπαρξη καλής πίστης κατά την άσκηση των πράξεων νομής για χρονικό διάστημα τριάντα ετών από το 1881 έως το 1915, δεδομένου ότι διέλαβε, τόσον ως προς το ζήτημα της συνδρομής της ενδιάθετης καταστάσεως της καλής πίστεως στο πρόσωπο της Ιεράς Μονής, όσο και ως προς το θέμα της άσκησης διακατοχικών πράξεων από αυτήν επί του επιδίκου και του χρόνου έναρξης άσκησης αυτών, πλήρεις αιτιολογίες περιέχουσες τα περιστατικά από τα οποία ανελέγκτως συνήγαγε την συνδρομή των στοιχείων αυτών, ενώ είναι άνευ εννόμου επιρροής ο ακριβής χρόνος πραγματοποίησης κάθε επιμέρους πράξης νομής που πραγματοποιήθηκαν εντός του χρονικού διαστήματος της τριακονταετούς άσκησης νομής.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος των λόγων αναίρεσης κατά το δεύτερο εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος τους, είναι αβάσιμοι.
Από τα άρθρα 68 και 556 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από απ'αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη με πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες.
Το ίδιο συμβαίνει δε και στην περίπτωση κατά την οποία με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιάς από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1075/2024). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον πλήττει την επάλληλη περί κτήσεως κυριότητας παραδοχή του Εφετείου με την έκδοση, κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του ν. 4684/1930, του από 14-6-1933 Διαχωριστικού Διατάγματος και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης ουσιώδους κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα, της από 20-6/2-7/1881 Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης που κυρώθηκε με το ν.
ΠΛΖ'/1882 σε συνδυασμό με τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν του 1274 (1856), υπό τις αιτιάσεις ότι τα διαχωριστικά διατάγματα δεν ενέχουν αναγνώριση δικαιωμάτων κυριότητας και δεν αποτελούν τίτλο κυριότητας των Ιερών Μονών για τα δασικά ακίνητα όπως το επίδικο, γεγονός που δεν αναιρείται από το άρθρο 51 του ν. 4301/2014, ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν αναγνώριση κυριότητας έναντι του Δημοσίου αλλά μόνο έναντι τρίτων και ότι ακόμη και αν τα διαχωριστικά διατάγματα αποτελούν τίτλο κτήσης κυριότητας, τα ακίνητα που ο νομοθέτης θέλησε να υπαχθούν στο ν. 4684/1930 αναφέρονται μόνο στα αγροτικά ακίνητα και όχι στα δασικά όπως το επίδικο για τα οποία δεν αποτελούν τίτλο κτήσης κυριότητας, τέλος επικαλείται προς επίρρωση των ανωτέρω και το άρθρο 10 του ν. 3208/2003 στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τα διαχωριστικά διατάγματα ως τίτλοι ιδιοκτησίας εκτάσεων επί των οποίων το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα.
Ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη να απορριφθεί ως απαράδεκτος, και συγκεκριμένα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, ήτοι στην απόκτηση κυριότητας εκ μέρους της ενάγουσας, με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915, ο οποίος επλήγη ανεπιτυχώς με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, και στην απόκτηση κυριότητας, με το από 14-6-1933 διαχωριστικό Διάταγμα του τότε προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας ο οποίος (τρόπος κτήσεως κυριότητας) πλήττεται με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, με επακόλουθο ο τελευταίος αυτός λόγος, που πλήττει τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία του εφετείου να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν παραδοχή του δεν επηρρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, που στηρίζεται αυτοτελώς στην ανεπιτυχώς πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.
Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το υποβληθέν νόμιμο αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-9-2022 και με αρ. κατάθεσης 31/2022, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 23/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ