Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
913/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on labor law application and rejects request to restore case status.

Geschäftsnummer 913/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a labor court judgment regarding salary calculations. The court found the lower court correctly applied the mandatory collective agreement covering the disputed period without requiring a specific contractual clause. Consequently, the appeal and the request to restore the case status were rejected, and the appellant was ordered to pay court costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 307, 559, 579 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a mandatory collective agreement remains binding on parties after its expiration until superseded by a new agreement, and an appeal based on alleged misapplication of such law is inadmissible if the lower court's reasoning aligns with the law.

Schlagwörter

KI-generiert
labor law application mandatory collective agreement appeal dismissal restoration of case court costs liability Opt-out-Klausel Beitragsbefreiung Einstellung von Leistungen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 913 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 913/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ISS Facility Services Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών" και το διακριτικό τίτλο "ISS Facility Services Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, διατηρεί υποκατάστημα στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-2-2024 δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δήλωσε την αλλαγή διεύθυνσης της εταιρείας και κατέθεσε συμπληρωματικές προτάσεις. Κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2023 ο ίδιος ως άνω δικηγόρος είχε δηλώσει ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία μετονομάσθηκε σε "UNISON Facility Services Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών" και είχε καταθέσει προτάσεις και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση στις 22-11-2021.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κωστίκα, η οποία καταθέσει προτάσεις στις 23-11-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9657/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 1083/2018 μη οριστική και 1083/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15-12-2020 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 369/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 15.12.2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ISS Facility Services Ανώνυμος Εταιρία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών" και το δ.τ. "ISS Facility Services Α.Ε.", της οποίας η επωνυμία άλλαξε σε "UNISON Facility Services Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορικής και Αντιπροσωπειών" και με δ.τ. "UNISON Facility Services Α.Ε" κατά της Σ.

Ζ., για αναίρεση της με αριθμό 1083/6.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 23.11.2021, που ορίστηκε με την πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Μαρίας Νικολακέα, επέσπευσε η αναιρεσείουσα, η οποία επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό ....2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Λ.

Κ. Στη συνέχεια, όμως, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, αντιμωλία των διαδίκων, επειδή διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου, στη σύνθεση της οποίας είχε μετάσχει ως Εισηγήτρια αυτή, λόγω και της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υπόθεσης που είχε ορισθεί με την ανωτέρω πράξη για τις 23.11.2021, η υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση και ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27.2.2024), με τη με αριθμό 369/22.11.2023 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Νικολάου Πιπιλίγκα.

Ακριβές αντίγραφο της πράξης αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 23.11.2021, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από 28.11.2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κ.

Δ. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, να θεωρηθεί ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενη, αφού η παρούσα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία είχε παραστεί.

2.- Με την από 15.12.2020 και με αριθμό κατ. 105/10/14.1.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1083/6.5.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 9657/25.6.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν άσκησης της από 20.6.2016 και με αριθμό κατ. 1779/29.7.2016 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Σ.

Ζ. Αρχικά εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η με αριθμό 1083/30.4.2018 μη οριστική απόφασή του, με την έγινε τυπικά δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αλλά διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης με σκοπό να συμπληρωθούν οι αναφερόμενες ελλείψεις της αγωγής. Μετά τη συμπλήρωση των ελλείψεων, με κλήση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η έφεση και εκδόθηκε η προαναφερόμενη προσβαλλόμενη με αριθμό 1083/6.5.2019 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 20.6.2016 και με αριθμό κατάθεσης 1779/29.7.2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία Α) είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγή α) ως προς τις αξιώσεις που αφορούσαν την περίοδο από 1.1.2010 έως 31.10.2011, με το σκεπτικό ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ίσχυσε η υπ' αριθμ. 51/2010 Δ.Α., η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, καθόσον ενώ η εναγομένη αμφισβήτησε ότι τόσο η ίδια όσο και η ενάγουσα υπήρξαν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων που προσέφυγαν στη διαιτησία επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω διαιτητική απόφαση, εν τούτοις η ενάγουσα επικαλέσθηκε με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών της μόνον ότι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία η ίδια ανήκε ήταν μέλος της αντίστοιχης δευτεροβάθμιας οργάνωσης που προσέφυγε στη διαιτησία, ενώ σε σχέση με την εναγομένη εργοδότρια ουδέν ανέφερε και β) ως προς το υπολοιπόμενο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2009 και από 1.11.2011 έως 31.12.2012 και ως προς αμφότερες τις αγωγικές βάσεις αναφορικά με τα αιτήματά της περί καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, υπερεργασιακής αμοιβής, κατ' εξαίρεση υπερωρίας, αμοιβής για την εργασία τα Σάββατα και αμοιβής και προσαύξηση για την εργασία την Κυριακή, με το σκεπτικό ότι στο αγωγικό δικόγραφο, μετά την άθροιση των επί μέρους μικτών ποσών, στα οποία ανέρχονταν συνολικά οι απαιτήσεις της για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, καθώς και για απασχόληση τα Σάββατα και τις Κυριακές και την αναγωγή του συνολικού αυτού ποσού σε καθαρό, εν συνεχεία αναφέρεται απλώς το συνολικό ανά μήνα καθαρό ποσό που καταβλήθηκε στην ενάγουσα και ζητούνται οι προκύπτουσες μηνιαίες διαφορές, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατο να προσδιορισθεί που καταλογίζονται τα ποσά που καταβάλλονταν στην ενάγουσα από την εργοδότριά της και κατ' επέκταση να διακριβωθεί σε ποιες από τις απαιτήσεις αυτές αντιστοιχούν τελικά οι αιτούμενες μηνιαίες διαφορές, καθώς και το ακριβές ύψος των απαιτήσεων αυτών και Β) έκρινε (ορισμένη και) νόμιμη την αγωγή ως προς τα αιτήματά της περί καταβολής διαφορών δώρων εορτών Πάσχα 2008, 2009 και 2012, διαφορών δώρων Χριστουγέννων και επιδομάτων αδείας 2008, 2009, 2011, 2012 και αποδοχών αδείας 2008, 2009, 2011, 2012 και δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, για τις αιτίες αυτές το συνολικό ποσό των 3.416,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο έγινε απαιτητό.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού κατά παραδοχή λόγων έφεσης έκρινε την αγωγή ορισμένη (εν μέρει), κράτησε και δίκασε την ως άνω από 2.12.2013 και με αριθμό κατ. 30554/10.12.2013 αγωγή, και ακολούθως δέχθηκε αυτή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.694,79 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 14.1.2021, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσίβλητη (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δημοσιεύτηκε στις 6.5.2019, δεν επιδόθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης.

Τέλος, στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ' άρθρο 216 παρ. 1α KΠολΔ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από τον εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας κτλ. είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα.

4.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 9 παρ. 1, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (2010-2011), συνάγεται ότι (α) κατά τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ.16 ν.1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζόμενους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας, (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν μόνο τους εργοδότες και εργαζόμενους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, από την ημερομηνία δε έκδοσης της απόφασης του Υπουργού ή από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης (εφ' όσον υπάρχει αίτηση) εκ μέρους της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων ή των εργοδοτών για την κήρυξη ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής, η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΟλΑΠ 2/2002).

Για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα, ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής ή υποβολής της σχετικής αίτησης κατά τα προαναφερθέντα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 ν.1876/1990, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 2 παρ. 5 της ΠΥΣ 6/2012 (ΦΕΚ Α 38), εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 ν.4046/2012, οι οποίες ορίζουν αντίστοιχα ότι "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας" συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ, οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν τόσο κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου αυτοδικαίως (εκ του νόμου), όσο και μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου, ήτοι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ ή τον παραμερισμό τους (προς ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση), με την κατάρτιση νεότερης ατομικής συμφωνίας.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 2 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζόμενους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, χωρίς γι' αυτές (κηρυχθείσες υποχρεωτικές ΣΣΕ) να απαιτείται επιπλέον η κατάρτιση μεταξύ των μερών σχετικής συμφωνίας (άρθρο 361 ΑΚ) για την εφαρμογή τους κατά το στάδιο αυτό.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί διαιτητικής απόφασης που κατά νόμο (άρθρο 16 παρ. 3 Ν.1876/1990) εξομοιώνεται με ΣΣΕ. Η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι μετά τη λήξη καθ' οιονδήποτε τρόπο της ισχύος της έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ, οι κανονιστικοί όροι αυτής τόσο κατά το στάδιο του αρχικού εξαμήνου μετά τη λήξη, όσο και κατά το στάδιο της μετενέργειας (μετά την πάροδο του εξαμήνου), δεν εφαρμόζονται πλέον ως προσωρινά ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι και στις εν ισχύει ήδη ατομικές συμβάσεις εργασίας, στις οποίες οι εργαζόμενοι ή οι εργοδότες ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν αυτές [εκτός εάν υπάρχει ρητή περί του αντιθέτου συμφωνία], δεν έχει έρεισμα στις προαναφερθείσες διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990, από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι τόσο κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία της ΣΣΕ, όσο και μετά την πάροδο του εξαμήνου (μετενέργεια) οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας, χωρίς καμία διαφοροποίηση στο νόμο σχετικά με την εξακολούθηση της ισχύος των κανονιστικών όρων της έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ αναλόγως του εάν τα μέρη της ατομικής σύμβασης εργασίας έχουν ή όχι την ιδιότητα του μέλους της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Η διαλαμβανόμενη στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 8 του ίδιου νόμου που αναφέρεται στη δέσμευση από κανονιστικούς όρους κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ ή ΔΑ των μελών των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, αφορά ειδικά την περίπτωση μόνο των νεοπροσλαμβανομένων μισθωτών κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου από τη λήξη ή καταγγελία αυτής, οπότε οι κανονιστικοί όροι αυτής εφαρμόζονται επί της καταρτισθείσας το πρώτον εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος (εξαμήνου) ατομικής σύμβασης εργασίας του νεοπροσληφθέντος μισθωτού υπό την προϋπόθεση ότι αυτός ήταν μέλος της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης και δεν αφορούν τις ήδη υφιστάμενες κατά τη λήξη αυτής ατομικές συμβάσεις εργασίας.

Τούτο συνάγεται και από το ότι αντίστοιχη επιφύλαξη δεν διαλαμβάνεται στην παρ. 5 του άρθρου 9 του νόμου αυτού που αφορά το στάδιο της μετενέργειας (μετά την παρέλευση του εξαμήνου). Η κατά τα άνω αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή άγει συνήθως σε δυσμενείς για το μισθωτό - μη μέλος της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, - μισθολογικές συνέπειες από την παύση της εφαρμογής των κανονιστικών όρων της έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ, χωρίς σαφή περί τούτου νομοθετική ρύθμιση.

Τούτο, αφού, σκοπός της μετενέργειας είναι να μην παραμένουν οι μισθωτοί (εργαζόμενοι) που δεσμεύονταν ήδη από ΣΣΕ/ΔΑ που έληξε είτε ως μέλη της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, είτε λόγω κήρυξης αυτής ως γενικά υποχρεωτικής [και όχι όσους έγιναν μέλη των συμβαλλομένων οργανώσεων ή προσλήφθηκαν μετά τη λήξη της ισχύος της ΣΣΕ/ΔΑ] χωρίς προστασία μετά τη λήξη της ΣΣΕ, μέχρις ότου προκύψει μία νέα συλλογική ή ατομική ρύθμιση των όρων εργασίας, ήτοι σκοπός της μετενέργειας είναι η κάλυψη του παραπάνω ελλείμματος προστασίας και η προστασία του εργαζομένου από μονομερείς ενέργειες του εργοδότη κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου οι κοινωνικοί εταίροι συνάψουν νέα ΣΣΕ, ή οι συμβαλλόμενοι στην ατομική σύμβαση εργασίας ρυθμίσουν διαφορετικά από κοινού τους όρους εργασίας.

Ενόψει των παραπάνω, η ιδιότητα του μέλους των πιο πάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.

Το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσης των Σ.Σ.Ε. δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του.

Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.

β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Μπορεί επίσης να επικαλεσθεί στην αγωγή του ότι μεταξύ αυτού και του εργοδότη του έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 ΑΚ) η εφαρμογή των όρων ΣΣΕ συγκεκριμένου κλάδου ή επαγγέλματος, προκειμένου με βάση την ως άνω ατομική συμφωνία να εφαρμοσθούν στην επίδικη εργασιακή σχέση οι ρυθμίσεις των ΣΣΕ, οι οποίες άλλως δεν θα εφαρμόζονταν, εξ αιτίας του ότι ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης του δεν ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν την ΣΣΕ.

Στην περίπτωση αυτή οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική ισχύ. Τα ανωτέρω όμως δεν απαιτούνται στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύς της Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση, και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α., ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα, ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεως της ως γενικώς υποχρεωτικής. Επομένως, τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής όχι μόνο κατά το χρόνο ισχύος της έχουσας κηρυχθεί υποχρεωτικής ΣΣΕ αλλά και κατά το μεταγενέστερο διάστημα, τόσο κατά το στάδιο του αρχικού εξαμήνου μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της ΣΣΕ, όσο και κατά το στάδιο της μετενέργειας (Ολ ΑΠ 4/2024).

Τέλος, οι αποδοχές του προσωπικού καθαριότητας των επιχειρήσεων των δραστηριοποιουμένων στον καθαρισμό κτηρίων και χώρων εν γένει, ρυθμίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009 (χρόνος ισχύος αυτής) από την διετούς διάρκειας Δ.Α. 11/2008 "Για τους όρους αμοιβής εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική από 6ης Ιουνίου 2008 με την υπ' αριθμόν 51871/2440 από 11ης Ιουλίου 2008 Απόφαση της Υφυπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας (Φ.Ε.Κ.

Β' 1448/23 Ιουλίου 2008), και από 1ης Ιανουαρίου 2010 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2010 (χρόνος ισχύος αυτής) από την όμοια Δ.Α. 51/2010 (πράξη καταθέσεως 27/23 Νοεμβρίου 2010), [της οποίας οι ρυθμίσεις είναι ταυτόσημες με την προηγούμενη ΔΑ 11/2008], η οποία δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική (Ολ ΑΠ 4/2024). 5.-Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 2.12.2013 και με αριθμ.

εκθ. κατάθ. 30554/10.12.2013 αγωγή η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι στις 10.4.2001, προσλήφθηκε ως καθαρίστρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την Ε. Σ., η οποία διατηρούσε ατομική επιχείρηση συνεργείου καθαρισμού. Ότι ακολούθως η ως άνω εργοδότρια συνέστησε μαζί με άλλους επιχειρηματίες του κλάδου την επιχείρηση με την επωνυμία SHELLAS NORTH, στην οποία η ίδια εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της.

Ότι στη συνέχεια η επιχείρηση αυτή εξαγοράσθηκε από την εναγομένη εταιρία, η οποία έχει το ίδιο ως άνω αντικείμενο δραστηριότητας και ότι από την μεταβίβαση αυτή, η εναγομένη υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των προηγούμενων εργοδοτών της από την εργασιακή τους σχέση. Ότι από την πρόσληψη της τοποθετήθηκε στο συνεργείο καθαριότητας του Αεροδρομίου Θεσσαλονίκης, του οποίου την καθαριότητα είχε αναλάβει εργολαβικά η εναγόμενη.

Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι από το έτος 2008 και μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2012, οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές της, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, υπολείπονταν των προβλεπομένων για την ειδικότητά της από τις οικείες συλλογικές ρυθμίσεις για τους εργαζομένους σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και ακόμη ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα απασχολήθηκε επί επτά (7) ώρες ημερησίως και ειδικότερα από ώρα 14.00 μμ έως ώρα 21.00 μμ, και επιπλέον τρεις (3) φορές το μήνα επί τρεις (3) επί πλέον ώρες πριν από την έναρξη της βάρδιας της και τέλος ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα απασχολήθηκε κατά μέσο όρο τουλάχιστον 2 Σάββατα το μήνα και 3 Κυριακές το μήνα, επί επτά (7) ώρες κάθε φορά, αν δε εργαζόταν ένα μήνα λιγότερα Σάββατα και Κυριακές σίγουρα τους επόμενους μήνες εργαζόταν και 3 και 4 Σάββατα ή Κυριακές.

Επικαλούμενη δε, κυρίως τη σύμβαση εργασίας της και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ειδικότερα δε και τις συλλογικές ρυθμίσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, άλλως, σε περίπτωση που δεν ευδοκιμήσει η κύρια βάση της αγωγής της, τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων επικαλέσθηκε και ειδικά όσον αφορά την εργασία της κατά τα Σάββατα, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 29.546,19 Ευρώ, από το οποίο ποσό 14.099,37 Ευρώ αντιστοιχεί σε διαφορές επιδομάτων εορτών, επίδομα άδειας και αποδοχές αδείας, το δε υπολειπόμενο ποσό σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία, εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, πλέον της αναλογούσας προσαύξησης λόγω κυριακάτικης εργασίας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής με την πρόσθετη σημείωση ότι για την αμοιβή για τα Σάββατα, αν και ανέφερε τον αριθμό τους κατά μέσο όρο κατά μήνα, δεν ζήτησε την προσαύξηση του 30% από 11.5.2010, δεδομένου ότι συμπεριελάμβανε τα Σάββατα στα κατά μήνα ημερομίσθια χωρίς εξειδίκευση του αριθμού τους κατά μήνα χωριστά.

Ως νομική βάση όσον αφορά το δικαιούμενο ημερομίσθιο επικαλέσθηκε για μεν τις αξιώσεις των ετών 2008 έως 1.11.2011 την υπ' αριθ. 11/2008 Διαιτητική απόφαση "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας" η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51871/2440/11.7.2018, τόσο για αυτές του χρόνου πριν την κήρυξη αυτής ως υποχρεωτικής, ήτοι επικαλούμενη εμμέσως πλην σαφώς δέσμευση της εναγομένης και για το χρόνο πριν την κήρυξη της υποχρεωτικότητας όσο και για το διάστημα που η ως άνω ΔΑ βρισκόταν στο στάδιο μετενέργειας μετά τη λήξη της (διετούς διάρκειας με λήξη το έτος 2009), δεδομένου ότι οι σχετικοί υπολογισμοί στην αγωγή όσον αφορά το δικαιούμενο ημερομίσθιο γίνονται με βάση τις ρυθμίσεις της ως άνω ΔΑ.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 9.657/2015 οριστική του απόφαση, απέρριψε σαν αόριστη την αγωγή: Α) ως προς τις αγωγικές αξιώσεις, που αφορούν την περίοδο από 1.1.2010 έως 31.10.2011, με το σκεπτικό ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ίσχυσε η υπ' αριθ. 51/2010 Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", η οποία δεν κηρύχτηκε γενικώς υποχρεωτική, καθόσον ενώ η εναγομένη αμφισβήτησε ότι τόσο η ίδια όσο και η ενάγουσα υπήρξαν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, που προσέφυγαν στη διαιτησία επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω διαιτητική απόφαση, εν τούτοις η ενάγουσα επικαλέσθηκε με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών της μόνο ότι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση στην οποίαν η ίδια ανήκε ήταν μέλος της αντίστοιχης δευτεροβάθμιας οργάνωσης που προσέφυγε στη διαιτησία, ενώ σε σχέση με την εναγομένη εργοδότρια εταιρία ουδέν ανέφερε και Β) ως προς το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα και ως προς αμφότερες τις αγωγικές βάσεις αναφορικά με τα αιτήματά της περί καταβολής διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, υπερεργασιακής αμοιβής, κατ' εξαίρεση υπερωρίας, αμοιβής για την εργασία τα Σάββατα και αμοιβής και προσαύξηση για την εργασία την Κυριακή, με το σκεπτικό ότι στο αγωγικό δικόγραφο, μετά την άθροιση των επιμέρους μικτών ποσών, στα οποία ανέρχονται συνολικά οι απαιτήσεις της για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, καθώς και για απασχόληση τα Σάββατα και τις Κυριακές και την αναγωγή του συνολικού αυτού μικτού ποσού σε καθαρό, εν συνεχεία αναφέρθηκε απλώς το συνολικό ανά μήνα καθαρό ποσό που καταβλήθηκε στην ενάγουσα και ζητήθηκαν οι προκύπτουσες μηνιαίες διαφορές, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατο να προσδιορισθεί που καταλογίζονται τα ποσά που καταβάλλονταν στην ενάγουσα από την εργοδότριά της και κατ' επέκταση να διακριβωθεί σε ποιες από τις απαιτήσεις αυτές αντιστοιχούν τελικά οι αιτούμενες μηνιαίες διαφορές, καθώς και το ακριβές ύψος των απαιτήσεων αυτών.

Το αγωγικό δε αίτημα για καταβολή υπερεργασιακής αμοιβής και για τον πρόσθετο λόγο ότι στο αγωγικό δικόγραφο αναφερόταν απλώς, όλως ασαφώς, ότι τρεις ημέρες κάθε μήνα η ενάγουσα εργαζόταν επί τρεις ώρες πλέον του συμβατικού της ωραρίου, χωρίς όμως να προσδιορίζονται ανά εβδομάδα οι επιπλέον αυτές ώρες απασχόλησής της και επομένως, πόση ήταν τελικά η, σε εβδομαδιαία βάση, παρεχόμενη εργασία της, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένου του αγωγικού δικογράφου επί αξίωσης για καταβολή αμοιβής λόγω υπερεργασιακής απασχόλησης.

Στη συνέχεια κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς τα αιτήματά της περί καταβολής διαφορών δώρων εορτών Πάσχα 2008, 2009, 2012, διαφορών δώρων Χριστουγέννων και επιδομάτων άδειας 2008, 2009, 2011, 2012 και αποδοχών άδειας 2008, 2009, 2011, 2012 και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 3.416,25 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Μετά δε την άσκηση της από 20.6.2016 και με αριθμό κατ. 1779/29.7.2016 έφεσης της ενάγουσας, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 1083/30.4.2018 μη οριστική απόφασή του, δέχθηκε την έφεση από τυπική άποψη, αλλά ανέβαλε την επί της ουσίας κρίση του, διατάζοντας την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελλείψεις της αγωγής από την ενάγουσα, συμπλήρωση η οποία και διενεργήθηκε.

Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 1083/6.5.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε, αναφορικά με τον ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:

". . .όσον αφορά το αίτημα της αγωγής της περί καταβολής διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, υπερωριακής αμοιβής, αμοιβής για την εργασία τα Σάββατα και αμοιβής και προσαύξησης για την εργασία τις Κυριακές καθώς ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2010 και 2011 η αγωγή ήταν επίσης ορισμένη, αφού γινόταν μνεία σ' αυτήν των προϋποθέσεων που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ΔΑ 11/2008 και δη και το ότι αυτή, πριν την κήρυξή της ως υποχρεωτικής, δέσμευε τους διαδίκους ως μέλη των οργανώσεων που ευρέθησαν σε διένεξη στη σύναψή της, μετά δε την κήρυξή της ως υποχρεωτικής, από 11.7.2008 και επέκεινα, δέσμευε αυτούς, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις και στο στάδιο της μετενέργειάς της, ήτοι για το έτος 2010 έως στις 31.10.2011, οπότε κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή καταρτίσθηκε νεότερη Ε(πιχειρησιακή)ΣΣΕ με διαφορετικούς όρους.

Είναι γεγονός ότι η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της αμφισβήτησε την ιδιότητα της ενάγουσας, αλλά και τη δική της, ως μελών της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, όχι όμως της προαναφερθείσας ΔΑ 11/2008 (για την οποία ομολόγησε την ιδιότητά τους ως μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων) αλλά της μεταγενέστερης υπ' αριθ. 51/2010 ΔΑ, η δε ενάγουσα δεν συμπλήρωσε κατά τούτο την αγωγή της.

Αυτό, όμως, δεν την καθιστά αόριστη, εφόσον αυτή περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και τη ρητή μνεία ότι η ως άνω ΔΑ 11/2008 είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με αναφορά και των πραγματικών γεγονότων που επισύρουν την εφαρμογή της, δηλαδή της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, του είδους της ασκούμενης από την εναγομένη επιχειρήσεως, της ειδικότητας της ενάγουσας και του χρόνου για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ο δε ισχυρισμός της εναγομένης, που αφορούσε τη ΔΑ 51/2010 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", ετήσιας διάρκειας, η οποία πράγματι δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική και η ενάγουσα πράγματι δεν ανέφερε με τις προτάσεις της ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, στερούνταν εννόμου επιρροής, αφού η αγωγή ως βάση για τις αξιώσεις του προαναφερθέντος διαστήματος είχε την προαναφερθείσα ΔΑ 11/2008 που ίσχυε και δέσμευε τους διαδίκους έστω και κατά το διάστημα της μετενέργειάς της και δεν απαιτείτο για τη δέσμευση αυτή η ενάγουσα να επικαλεστεί την ύπαρξη συμφωνίας του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία δεν απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα, δεδομένου ότι κατά το διάστημα της μετενέργειας οι όροι των ΔΑ συνεχίζουν, ενσωματωμένοι προσωρινά στην ατομική σύμβαση, να δεσμεύουν τους διαδίκους, μέχρι να καταργηθούν με νεότερη ατομική συμφωνία ή ΣΣΕ, την οποία οφείλει να επικαλεστεί ο εναγόμενος εργοδότης όταν ενάγεται προς καταβολή οφειλομένων αποδοχών με βάση την πρώτη ΔΑ.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ως προς τα παραπάνω αιτήματα έκρινε αόριστη την αγωγή, έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και πρέπει κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης και απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης καθώς και του αιτήματος περί ανάκλησης της υπ' αριθ. 1083/2018 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου που είχε τις ίδιες κατά βάση σκέψεις, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτα τα αιτήματα, τα οποία είναι νόμιμα στηριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν καθώς και σ' αυτές των άρθρων 341, 345, 346, 361, 648,904, ΑΚ, 38 παρ. 1, 2, 5, 7, 9 και 10 του Ν. 1892/1990, όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυσε πριν και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 -ΦΕΚ A 66/11.05.2010, 1 παρ. 1, 3 και 4, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 3 του A.N. 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 2 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3302/2004, 3 παρ. 16-17 Ν 4504/1966, 1 παρ. 1, 2, 3 Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν 1082/1980, σε συνδυασμό με τη Δ.Α. 11/2008 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", διετούς διάρκειας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 51871/2440/11.7.2008 (ΦΕΚ Β 1448/23.7.2008), α. 2 νδ 3755/57 και ΥΑ 8900/1946 και 25825/1951, α. 2 νδ 435/1976 και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσία . . .".

6.- Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ορισμένη την προαναφερόμενη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, από τη σύμβαση εργασίας, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της, ούτε έλαβε υπ' όψη "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προταθούν, αλλά εκτιμώντας κυριαρχικώς τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, έκρινε ορθώς ότι αυτά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης (της οποίας η σύμβαση εργασίας ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο λήξης - 31.12.2009 - της ΔΑ 11/2008), ως ανταποκρινόμενα πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν το ορισμένο και νόμω βάσιμο της αγωγής.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, μολονότι αυτή (εναγομένη - αναιρεσείουσα) είχε προβάλει παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό περί μη δέσμευσης από την προαναφερόμενη ΔΑ 51/2010 για το λόγο ότι δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική γενικώς και ότι η ενάγουσα δεν ήταν μέλος της συμβληθείσας εργοδοτικής οργάνωσης, χωρίς η ενάγουσα να επικαλεστεί με τις προτάσεις της, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 118 αριθ. 4 και 224, τα παραπάνω στοιχεία, είναι απορρριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος.

Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κρίθηκε ως ορισμένη η αγωγή, εφόσον σ' αυτή γίνονταν μνεία των προϋποθέσεων που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ΔΑ 11/2008 και μάλιστα ότι αυτή, πριν την κήρυξή της ως υποχρεωτικής, δέσμευε τους διαδίκους ως μέλη των οργανώσεων που ευρέθησαν σε διένεξη στη σύναψή της, μετά δε την κήρυξή της ως υποχρεωτικής, από 11.7.2008 και επέκεινα, δέσμευε αυτούς και στο στάδιο της μετενέργειάς της, ήτοι για το έτος 2010 έως στις 31.10.2011, οπότε κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή καταρτίσθηκε νεότερη Ε(Επιχειρησιακή)ΣΣΕ με διαφορετικούς όρους.

Είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της αμφισβήτησε την ιδιότητα της ενάγουσας, αλλά και τη δική της, ως μελών της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, όχι όμως της προαναφερθείσας ΔΑ 11/2008 (για την οποία ομολόγησε την ιδιότητά τους ως μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων) αλλά της μεταγενέστερης υπ' αριθ. 51/2010 ΔΑ, εφόσον η αγωγή περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και την ρητή μνεία ότι η ως άνω ΔΑ 11/2008 είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με αναφορά και των πραγματικών γεγονότων που επισύρουν την εφαρμογή της, δηλαδή της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, του είδους της ασκούμενης από την εναγομένη επιχειρήσεως, της ειδικότητας της ενάγουσας και του χρόνου για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14, αληθώς, όμως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα εκτίμησε την αγωγή, ως ορισμένη, δεχόμενο την εφαρμογή της ΔΑ 11/2008 για το επίδικο μετά τη λήξη αυτής (31.12.2009) χρονικό διάστημα των ετών 2010-2011, χωρίς να διαλαμβάνεται σε αυτήν (αγωγή) η ύπαρξη σχετικής συμφωνίας των διαδίκων (άρθρο 361ΑΚ) για την εφαρμογή της ΔΑ 11/2008 και για το διάστημα μετά τη λήξη της, ως αναγκαίο για τη θεμελίωση αυτής στοιχείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προαναφέρθηκε η αγωγή είχε ως βάση για τις αξιώσεις του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος την ΔΑ 11/2008 που ίσχυε και δέσμευε τους διαδίκους και κατά το διάστημα της μετενέργειάς της και δεν απαιτείτο για τη δέσμευση αυτή η ενάγουσα να επικαλεσθεί την ύπαρξη συμφωνίας του άρθρου 361 ΑΚ. Και τούτο διότι κατά το διάστημα της μετενέργειας οι όροι των ΔΑ συνεχίζουν ενσωματωμένοι προσωρινά στην ατομική σύμβαση, να δεσμεύουν τους διαδίκους, μέχρι να καταργηθούν με νεώτερη ατομική συμφωνία ή ΣΣΕ, την οποία οφείλει να επικαλεστεί ο εναγόμενος εργοδότης όταν ενάγεται προς καταβολή οφειλομένων αποδοχών με βάση την πρώτη ΔΑ.

6.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει κατά το άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ ν'απορριφθεί ως αβάσιμη η υποβληθείσα με τις από 22-11-2021 προτάσεις της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν την προτεραία της αρχικής δικασίμου (23-11-2021), αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε, πριν την εκουσία συμμόρφωση της αναιρεσείουσας, για την επιστροφή καταβληθέντος στην αναιρεσίβλητη ποσού 19.910,35 ευρώ σε συμμόρφωση με την προσβαλλόμενη και με την πρωτόδικη αποφάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.12.2020 και με αριθμό κατ. 105/10/14.1.2021 αίτηση αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 10836.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-11-2020 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ