Supreme Court dismisses appeal against appeal decision regarding legal costs for municipalities under Law 3463/2006.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case, upholding the lower court's decision on legal costs. The appellant challenged a final judgment where the municipality was awarded reduced legal fees based on specific municipal regulations. The court ruled that the appeal lacked merit because the lower court correctly applied the special provisions governing legal expenses for municipalities.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 276 and 281 of Law 3463/2006; The Supreme Court holds that municipalities are governed by Article 281 regarding legal costs, not the general fee schedule, and thus the lower court's application of reduced fees was correct.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 911 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 911/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Σ. Τ. του Ε. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και Ζαχαρία Μέλεγο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου-καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ Ν. ΙΩΝΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Ν. Ιωνία Αττικής, οδός ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θανόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4378/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1788/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-5-2021 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 480/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 10-5-2024 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, με την από 10-5-2024 κλήση του αναιρεσείοντα, η από 25-5-2021 αίτηση αναίρεσης μετά την έκδοση της με αρ. 480/2024 απόφασης του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθεί από τον αναιρεσίβλητο το πληρεξούσιο έγγραφο προς εκπροσώπησή του στην παρούσα δίκη. Με την από 25-5-2021 και με αρ. καταθ. 4854/651/24-6-2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. 1788/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ ουσίαν την από 7-2-2020 έφεση, που άσκησε ο εκκαλών-εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Νέας Ιωνίας Αττικής κατά της με αρ. 4378/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως και κατ ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 24-6-2021 , εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καθόσον δεν προκύπτει, η , με επιμέλεια οιουδήποτε των διαδίκων, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31-3-2021. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρο 561 αρ 2 ΚΠολΔ) προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο αναιρεσείων είχε ασκήσει την με ΓΑΚ 35800/149/26-3-2015 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης που θα καθοριζόταν προσωρινά ή οριστικά.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αρ. 299/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία αυτό απείχε από την έκδοση απόφασης περί της αναγνώρισης του αιτούντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης για το λόγο ότι δεν προέκυπτε με σαφήνεια αν ο ενάγων είχε καταστεί κύριος του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Με τις αποφάσεις με αρ. 5706/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και 468/ 2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε αντίστοιχα η προσωρινή και η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο.
Κατόπιν ο αναιρεσείων άσκησε, κατά την τακτική διαδικασία, την από 8-1-2018 αγωγή του κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου Νέας Ιωνίας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί α) κύριος του περιγραφομένου στο δικόγραφο αυτής απαλλοτριούμενου ακινήτου , έκτασης 684,40 τ.μ., για το οποίο εκδόθηκε η με αρ. 1/2006 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας "Ανθρακωρυχεία των Δήμων Νέας Ιωνίας και Ηρακλείου Ν.
Αττικής", επικαλούμενος κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ως ασκών διακατοχικές πράξεις νομής από το έτος 1982 και β) δικαιούχος της καθορισθείσας αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο- Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών- με την με αρ. 4378/2019 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως κατ ουσίαν βάσιμη , αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα ως κύριο του επιδίκου ακινήτου και ως δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά ή που θα καθοριζόταν οριστικά.
Κατ αυτής ο εναγόμενος Δήμος Νέας Ιωνίας Αττικής άσκησε την με αρ. καταθ. 6114/270/22-1-2018 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 1788/31-3-2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών το οποίο έκανε δεκτή την έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατ ουσίαν, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, επιβάλλοντας τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του αναιρεσείοντος μειωμένα κατ άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006.
2.- Κατά το άρθρο 16 του ν. 2882/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης κατά το άρθρο 18 και επόμενα και η αναγνώριση των δικαιούχων κατά τα άρθρα 26 και επόμενα, χωρούν με βάση τα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα, που είναι απαιτούμενα για την έκδοση απόφασης κήρυξης απαλλοτρίωσης και συντάσσονται ύστερα από έλεγχο και εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας ενώ στον κτηματολογικό πίνακα εμφανίζονται οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες.
Τη διόρθωση δε του κτηματολογικού πίνακα μπορεί να ζητήσει ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή κάθε ενδιαφερόμενος... με αίτηση που μπορεί να υποβάλλεται από την επομένη της κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ενώ κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και του πίνακα λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων.
Κατά το άρθρο δε 26 παρ. 1 η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημίωσης με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως ενώ η νομή καθ εαυτήν δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης.
Στην παρ. 11 ορίζει ότι το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης α)... β)... ,γ) και δ) εάν δεν αποδεικνύεται το δικαίωμα του αξιούντος να αναγνωρισθεί ως δικαιούχος της αποζημίωσης, ακόμη και αν δεν διεκδικείται από κανέναν το απαλλοτριούμενο ακίνητο, στην περίπτωση δε αυτή η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία.
Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου. (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 302/2017, ΑΠ 793/2021).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 124/2022), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 124/2022).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη, ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 407/2020, ΑΠ 1185/2010).
3.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε επακριβώς τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των υπ'αρ. 163 και 164/25-4-2018 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων Ι. Β., συνταξιούχου σιδηρουργού, και Γ. Τ., συνταξιούχου οικοδόμου, αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ν.
Ιωνίας Αττικής, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου Ν.Π.Δ.Δ.(βλ. την υπ'αρ....-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς Α. Σ.), των υπ' αρ. ...-2018 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων Ε. Τ. και Ν. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ν. Ιωνίας Αττικής, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου ενάγοντος (βλ.
την υπ' αρ. ...-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κ. Γ.), καθώς και των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρ. 445, 457 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το από 15-9-1988 προεδρικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Δ'730/1988, εγκρίθηκε η Πολεοδομική Μελέτη της περιοχής "Ανθρακωρυχεία" των Δήμων Νέας Ιωνίας και Ηρακλείου Ν. Αττικής, ενώ με την υπ'αρ. 1/2006 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας "Ανθρακωρυχεία" των Δήμων Νέας Ιωνίας και Ηρακλείου Ν. Αττικής, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αρ. ...-2006 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν.
Ιωνίας Αττικής (τ.3 07, α/α 474/31-1-2006), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομίας, σε εκτάσεις της περιοχής αυτής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Πίνακα της Πράξης Εφαρμογής εντάχθηκε στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως του Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής (περιοχή Ανθρακωρυχεία) ιδιοκτησία με κωδικό αριθμό ...
και την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη", συνολικής επιφάνειας 1.264 τ.μ. και μετά την αφαίρεση της εισφοράς σε γη 330,62 τ.μ., εναπομένουσας επιφάνειας 933,40 τ.μ., κειμένης στο Ο.Τ. Γ572. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι κύριος ήσσονος έκτασης του απαλλοτριωτέου ακινήτου, εμβαδού 684,40 τ.μ. και κατόπιν αφαίρεσης της εισφοράς σε γη, εμβαδού 514,52 τ.μ., όπως το επίδικο ως άνω τμήμα εμφαίνεται στο από 18-2-2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.
Κ. που συντάχθηκε, κατ' εντολή του ενάγοντος. Επικαλούμενος, δε, το ανωτέρω εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου τμήματος της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, ο ενάγων υπέβαλε στο εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. αίτηση, με την οποία ζητούσε να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας της επίμαχης απαλλοτρίωσης, όσον αφορά τη, με κωδικό αριθμό ..., ιδιοκτησία, ώστε να καταχωριστεί ο ίδιος ως αποκλειστικός κύριος του ακινήτου και δικαιούχος της αναλογούσης αποζημίωσης και να διορθωθεί η έκτασή του σε 684,40 τ.μ.
Σε απάντηση της ανωτέρω αίτησης, η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του εκκαλούντος Δήμου, με το υπ'αρ. πρωτ. ...-2015 έγγραφό της, ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι, μόνο με την προσκόμιση τυπογραφικού διαγράμματος του ανωτέρω τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ., δεν μπορεί να συντάξει διορθωτική Πράξη Εφαρμογής και ότι επιπλέον απαιτούνται μια σειρά δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων τίτλος ιδιοκτησίας κατά την ημερομηνία κύρωσης της Πράξης Εφαρμογής και πιστοποιητικά του οικείου Υποθηκοφυλακείου μεταγραφής, μη εκποιήσεως, βαρών και αγωγών.
Ωστόσο, λόγω της αδυναμίας του ενάγοντος να υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, δεν εκδόθηκε διορθωτική Πράξη Εφαρμογής. Επίσης, ο ενάγων υπέβαλε ένσταση προς την Επιτροπή Ενστάσεων του Εθνικού Κτηματολογίου, επί της οποίας εκδόθηκε η από 17-3-2015 απορριπτική απόφαση της ανωτέρω Επιτροπής, με το αιτιολογικό ότι από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε, δεν προκύπτει κυριότητα του ενάγοντος στο απαλλοτριούμενο ακίνητο.
Ακολούθως, ο ενάγων, με την υπ'αρ. Γ.Α.Κ.35.800/Α.Κ.Δ. 149/26-3- 2015 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης που θα καθοριστεί προσωρινά ή οριστικά. Επί της αίτησής του, εκδόθηκε η 299/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο απείχε να αποφανθεί περί της αναγνώρισης του αιτούντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης του επίδικου τμήματος, ενόψει του ότι δεν προέκυπτε με σαφήνεια ότι ο αιτών (ενάγων) έχει καταστεί μοναδικός κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ακολούθως, εκδόθηκαν, κατόπιν άσκησης σχετικών αιτήσεων του ενάγοντος: α)η 5.706/21-12-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε ως προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωτέο ακίνητο, το ποσό των 400€/τ.μ., και β) η 468/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε ως οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωτέο ακίνητο, το ποσό των 500€/τ.μ.
Εξάλλου, η Υποθηκοφύλακας Νέας Ιωνίας Αττικής εξέδωσε το από 10-4-2017 πιστοποιητικό, με το οποίο πιστοποιείται ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση πιστοποιητικών βαρών, ιδιοκτησίας και μη διεκδίκησης, λόγω έλλειψης τίτλου κτήσης ως προς το επίδικο ακίνητο. Ομοίως και το Κτηματολογικό Γραφείο Νέας Ιωνίας, με το υπ' αρ.
πρωτ. ...-2017 πιστοποιητικό του, πιστοποιεί ότι δεν εμφανίζονται καταχωρισμένες στα κτηματολογικά φύλλα εγγραφές για τον ενάγοντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, από 7-4-1976, διατηρούσε ατομική επιχείρηση κατασκευής, εκμίσθωσης και πώλησης σιδερένιων ικριωμάτων παντός τύπου και σιδερένιων εξεδρών, η οποία αρχικά λειτουργούσε με έδρα στην περιοχή Ηρακλείου Αττικής, εν συνεχεία στη Μεταμόρφωση Αττικής και τέλος, από 16-4-1992, σε μισθωμένο ακίνητο επί της Λεωφόρου ..., πλησίον του επίδικου ακινήτου (βλ.
την από 16-4-1992 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου Αττικής, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων). Πλην όμως, από όλα τα συνεκτιμώμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε, με την κρινόμενη αγωγή του.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη φωτοερμηνευτική έκθεση για τη διαχρονική χρήση και την ύπαρξη υλοποιημένων ορίων έκτασης, κείμενης εντός του Ο.Τ. Γ572 του Δήμου Ν. Ιωνίας, του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Θ. Κ., η οποία συντάχθηκε, κατόπιν εντολής του εκκαλούντος Δήμου, και αφού λήφθηκαν υπόψη αεροφωτογραφίες από το ψηφιοποιημένο αρχείο του πρώην Ο.Κ.Χ.Ε.
και νυν Ε.Κ.Χ.Α. Α.Ε. για τα έτη 1990, 1995,1999, 2007-2009,2010, δεν εντοπίστηκαν υλοποιημένα όρια στο έδαφος της επίδικης έκτασης, κατά τα έτη 1990 και 1995. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει ο ανωτέρω αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός και από τη φωτοερμηνεία της ψηφιοποιημένης Α/Φ έτους 1995(7-9-1995), και στην επιπλέον διαπίστωση ότι παρατηρούνται σταθμευμένα φορτηγά αυτοκίνητα εντός της έκτασης όσο και γύρω από αυτή, ενώ, κατά το μήκος του νοτιοδυτικού ορίου της έκτασης, παρουσιάζεται να έχει δημιουργηθεί χωματόδρομος, ο οποίος χρησιμοποιείται για τη σύνδεση της οδού ...
με την οδό ... Ακολούθως, από τη φωτοερμηνεία της ψηφιοποιημένης Α/Φ έτους 1999(13-9-1999) ο εν λόγω μηχανικός συνάγει τις εξής διαπιστώσεις ότι: ι) η επίδικη έκταση δεν έχει πλέον ενιαίο χαρακτήρα, ιι)το νοτιοδυτικό τμήμα της εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως χωματόδρομος, όπως και στην Α/Φ έτους 1995, ιιι)το εναπομένον τμήμα φαίνεται να έχει συνενωθεί με τα βορειοδυτικά όμορα γεωτεμάχια, iν)είναι πλέον διακριτή η εναπόθεση υλικών τόσο στο εναπομένον τμήμα όσο και στα υπόλοιπα γεωτεμάχια, ν)το νοτιοανανατολικό όριο της έκτασης με την οδό ...
είναι πλέον υλοποιημένο εν μέρει, αφού το υπόλοιπο το καταλαμβάνει το πλάτος του χωματόδρομου, νi)το βορειοδυτικό όριο της έκτασης είναι εν μέρει υλοποιημένο, vii)το βορειοανατολικό όριο της έκτασης δεν μπορεί να εντοπιστεί, αφού παρουσιάζεται ως συνενωμένη με τις όμορες ιδιοκτησίες, και νiii) στο μέσο της έκτασης μπορεί να διακριθεί γραμμικός σχηματισμός με διεύθυνση από τα Ν.Α.
προς τα Β.Δ. που αποτελεί το όριο με τον προαναφερόμενο χωματόδρομο. Τέλος, από τη φωτοερμηνεία της ψηφιοποιημένης Α/Φ έτους 2010(27-7-2010), ο ανωτέρω μηχανικός καταλήγει στα εξής συμπεράσματα: α)η επίδικη έκταση παρουσιάζεται να μην έχει ενιαία χρήση, β)το νοτιοδυτικό τμήμα της εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως χωματόδρομος που ενώνει την οδό ...
με την οδό ..., γ)το βορειοανατολικό τμήμα συνεχίζει να χρησιμοποιείται ως χώρος εναπόθεσης οικοδομικών υλικών και δ)η νοτιοδυτική όμορη ιδιοκτησία έχει υλοποιήσει όλο το όριο μέχρι την οδό ... που τη χωρίζει από τον χωματόδρομο. Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι στην επίδικη έκταση εφαρμόστηκαν υλοποιημένα όρια στο έδαφος, σε μη ακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, πάντως ανάμεσα στο χρονικό διάστημα από 7-9-1995 έως 13-9-1999, ενώ άρχισε να χρησιμοποιείται η επίδικη έκταση εν μέρει ως χώρος στάθμευσης φορτηγών σε μη ακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, πάντως ανάμεσα στο χρονικό διάστημα από 28-7-1990 έως 7-9¬-1995.
Επιπροσθέτως, ουδόλως αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι το επίδικο τμήμα το παραχώρησε άτυπα στον ενάγοντα ο πατέρας του, ο οποίος ήταν μελισσοκόμος και μετέφερε εκεί κυψέλες μελισσών. Ειδικότερα, όπως κατέθεσαν, με επιμέλεια του ενάγοντος, οι μάρτυρες στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους, το επίδικο τμήμα το υπέδειξε ο πατέρας του ενάγοντος στον ίδιο, διότι γνώριζε την περιοχή, αφού στην ευρύτερη περιοχή τοποθετούσε κυψέλες μελισσών, κατά καιρούς, ουδείς των οποίων, όμως, αναφέρει ότι έλαβε χώρα άτυπη παραχώρηση, αλλά απλώς υπόδειξη προς χρήση, διότι τότε η περιοχή ήταν εντελώς έρημη.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε και ο έτερος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι από το έτος 1982 εγκαταστάθηκε στο συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο οριοθέτησε και το περιέφραξε με συρματόπλεγμα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ο ενάγων προσκόμισε την από 28-11-2014 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 του Χ. Σ., με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του, στην οποία ο ανωτέρω δήλωσε ότι, με την ιδιότητα του ηλεκτροσυγκολλητή και τεχνίτη ικριωμάτων, κατασκεύασε στις αρχές του έτους 1982 περίφραξη με συρματόπλεγμα στον χώρο στάθμευσης των φορτηγών της επιχείρησης του ενάγοντος, στην οδό ..., στο οικοδομικό τετράγωνο που οριοθετείται από τις οδούς ...
και ..., ενώ το 1992 ενίσχυσε την υπάρχουσα περίφραξη και κατασκεύασε μεταλλικό οικίσκο στον χώρο. Η δήλωση αυτή, όμως, ελάχιστη αποδεικτική αξία έχει, διότι αφενός δεν προσκομίστηκαν σχετικά παραστατικά, που να αποδεικνύουν την εκτέλεση των αναφερόμενων εργασιών, ενώ το γεγονός ότι συντάχθηκε η δήλωση το έτος 2014 και αναφέρεται σε περιστατικά που έλαβαν χώρα το 1982, και 1992, ήτοι πριν από 32 και 22 χρόνια, αντίστοιχα, ο δηλών με απόλυτη λεπτομέρεια θυμάται τις χρονολογίες διενέργειας των ειδικά αναφερομένων εργασιών, γεγονός που οδηγεί το Δικαστήριό στην κρίση του ότι η εν λόγω δήλωση είναι κατασκευασμένη, σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενάγοντος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο ανωτέρω δηλών προέρχεται από τον ίδιο εργασιακό χώρο με τον ενάγοντα.
Επίσης, την τοποθέτηση περίφραξης κατά το έτος 1982 επαναλαμβάνουν και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν, με επιμέλεια του ενάγοντος, στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τους, των οποίων όμως η κατάθεση ως προς το μέρος αυτό κρίνεται μειωμένης αξιοπιστίας για τους ίδιους ως άνω λόγους που αναφέρονται και για την τελευταία ως άνω υπεύθυνη δήλωση και επιπλέον, διότι οι μάρτυρες αυτοί διαμένουν στην ευρύτερη περιοχή (Αλσούπολη), όπου κείται το επίδικο, ενώ οι έτεροι δυο μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη, με επιμέλεια του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ., και διαμένουν απέναντι από το επίδικο (...
αρ.4) από το έτος 1966, μετά λόγου γνώσης, κατέθεσαν ότι, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα, ουδεμία δραστηριότητα ασκούνταν στο επίδικο ακίνητο, το οποίο ήταν έρημο. Οι τελευταίες δυο καταθέσεις συνάδουν και με τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες, όπως ερμηνεύτηκαν από τον ανωτέρω μηχανικό, στις οποίες η επίδικη έκταση παρουσιάζεται να μην έχει ενιαία χρήση, αφού ένα μέρος του είναι χωματόδρομος που ενώνει την οδό ...
με την οδό ..., ένα άλλο χρησιμοποιείται ως χώρος εναπόθεσης οικοδομικών υλικών και ένα άλλο για στάθμευση αυτοκινήτων. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων μόλις τη 16-4-1992 εγκατέστησε την επιχείρησή του στην περιοχή που κείται το επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα στην όμορη οδό ..., γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι από το έτος 1992 ο ενάγων άρχισε να χρησιμοποιεί τμήμα του επίδικου ακινήτου, αρχικά ως χώρο στάθμευσης οχημάτων της επιχείρησης του και εν συνεχεία ένα άλλο τμήμα του επίδικου ακινήτου, ως χώρο εναπόθεσης οικοδομικών υλικών.
Εξάλλου, και ο Κ. Π., συνταξιούχος αστυνομικός, όταν εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ενάγοντος, την 4-1-2017, ενώπιον του Πταισματοδίκη Νέας Ιωνίας, στα πλαίσια προανάκρισης, ύστερα από την υποβολή μήνυσης του εκκαλούντος, για το αδίκημα της κατάληψης δημοτικού κτήματος (για το οποίο απηλλάγη ο ενάγων με την 1.377/2020 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), κατέθεσε ότι ο ενάγων στο επίδικο οικόπεδο στάθμευε τα φορτηγά του προ 25 περίπου ετών, ήτοι από το έτος 1992.
Επιπλέον, ο ενάγων στην από 28-11 -2014 συμπληρωματική δήλωσή του προς του Εθνικό Κτηματολόγιο (που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ίδιος) δήλωσε ότι από το έτος 1982, οπότε το χρησιμοποιούσε κατόπιν παραχώρησης από τον πατέρα του, δεν το δήλωνε στην εφορία, διότι, ως βοηθητικός χώρος, δεν είχε φορολογικό ενδιαφέρον, αναφέροντας παράλληλα ότι αργότερα έγινε η γνωστοποίηση στην εφορία, ενώ προσκομίζει δήλωση Ε9 μόλις του έτους 2010.
Παράλληλα, όπως προκύπτει από το υπ'αρ.πρωτ. ...-2016 έγγραφο του Δημάρχου Ν. Ιωνίας Η. Γ., ο ενάγων ουδέποτε είχε υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας, κατά το στάδιο των πρώτων προσκλήσεων πριν από την κύρωση της Πράξης Εφαρμογής, το έτος 2006. Επομένως, από το έτος 1992 έως τον χρόνο κύρωσης της υπ'αρ. 1/2006 Πράξης Εφαρμογής, με την υπ'αρ. ...-2006 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν.
Ιωνίας Αττικής (τ.307, α/α 474/31-1-2006), δε συμπληρώθηκε εικοσαετία που ορίζεται στο άρ. 1045 Α.Κ., προκειμένου να αποκτήσει ο ενάγων, ως νομέας, με έκτακτη χρησικτησία το ακίνητο.
Συνεπώς, η εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου που αφορά το απαλλοτριούμενο ακίνητο με κωδικό αριθμό ... και την ένδειξη άγνωστου ιδιοκτήτη, είναι ακριβής και ο περί αντιθέτου αγωγικός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος.".
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διότι από το 1992 που άρχισε να νέμεται το ακίνητο και έως την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα είκοσι ετών και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
4.- α) Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης , ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 1045, 1051 και 974 σε συνδ. με 1192 αρ. 5 του ΑΚ και την εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, της εκ πλαγίου παράβασης των αυτών ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο απαίτησε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη συμπλήρωση του χρόνου της εικοσαετούς χρησικτησίας , με τις παραδοχές του ότι τις πράξεις νομής ασκούσε από το 1992 έως την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006 οπότε διακόπηκε η διανοία κυρίου νομή του, ενώ αυτός ασκούσε πράξεις νομής από το 1982 μέχρι την άσκηση της αγωγής (2018) και σε κάθε περίπτωση, από το έτος 1992, που δέχθηκε το εφετείο ως χρόνο έναρξης της νομής του επί του επιδίκου, μέχρι το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής το 2018, έχει συμπληρωθεί 20ετία και ως εκ τούτου έχει καταστεί κύριος του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία.
Η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου, με την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση αυτού, επί αγωγής αναγνώρισης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί απαλλοτριούμενου ακινήτου το οποίο στον κτηματολογικό πίνακα φέρεται "αγνώστου ιδιοκτήτη" , με τις παραδοχές της ότι ο ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία διότι δεν ασκούσε διακατοχικές πράξεις νομής επ αυτού από το 1982 αλλά από το 1992, ότι κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα αυτός δεν είχε προβεί σε δήλωση ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο και δεν περιελήφθη στον κτηματολογικό πίνακα ως ιδιοκτήτης του ακινήτου αλλά αυτό, κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής το 2006, αναγράφεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" , ότι το χρησιμοποιούσε από το 1992 και μέχρι την κύρωση της πράξης εφαρμογής με αρ. 1 /2006 και δεν συμπλήρωσε είκοσι έτη άσκησης νομής διανοία κυρίου, προκειμένου να αποκτήσει την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ.
Τούτο διότι α) η υπό κρίση αγωγή αφορά απαλλοτριούμενο ακίνητο και κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής δεν είχε δηλώσει αυτός το επίδικο ως ιδιοκτησία του και δεν είχε αναγραφεί στον κτηματολογικό πίνακα ως ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου , β) από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 26 παρ. 9 του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων) σαφώς συνάγεται ότι δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης είναι όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ενώ η νομή καθ εαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης και , κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, ο αναιρεσείων δεν είχε θεμελιώσει εμπράγματο δικαίωμα διότι η άσκηση της νομής του άρχισε το έτος 1992 και έπαυσε το έτος 2006 με την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006 οπότε έπαψε να ασκεί πράξεις νομής διανοία κυρίου.
Εξάλλου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε κανένα σημείο δεν δέχεται ότι ο αναιρεσείων συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής διανοία κυρίου και μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006, γ) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι δεν ασκούσε πράξεις νομής από το έτος 1982 αλλά από το 1992 και έπαψε να ασκεί αυτές διανοία κυρίου μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής το έτος 2006, δ) από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 και 12 του ν. 1337/1983, κατά τις οποίες με την κύρωση της πράξης εφαρμογής, βεβαιώνεται κάθε μεταβολή που επέρχεται στις ιδιοκτησίες εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση, με την καταβολή δε της αποζημίωσης επέρχεται μεταβολή στην κυριότητα των ακινήτων σαφώς συνάγεται ότι το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής ενώ με την καταβολή της αποζημίωσης επέρχεται μόνο η μεταβολή της κυριότητας στα απαλλοτριωμένα ακίνητα.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις ανωτέρω παραδοχές της, ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση υλικών εμφανών πράξεων νομής επί του επιδίκου από το 1982 αλλά ότι χρησιμοποιούσε ο αναιρεσείων το ακίνητο από το 1992 και μετά έως την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006, περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ενώ κατά λοιπά, όσον αφορά τον χρόνο έως τον οποίο ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τις αποδείξεις.
Επομένως οι 1ος και 2ος λόγοι είναι αβάσιμοι. β) Με τους τρίτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, δωδέκατο και δέκατο πέμπτο αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κατ εκτίμηση του δικογράφου , των άρθρων 1045 , 974 του ΑΚ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ήτοι για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος ότι ενώ το Εφετείο δέχτηκε ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής στις 18-1-2006 έπαυσε η διανοία κυρίου νομή του στο επίδικο, δέχθηκε στη συνέχεια ότι αυτός συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής διανοία κυρίου και μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής μνημονεύοντας στην απόφαση την υποβολή δήλωσης του επιδίκου ακινήτου στο Εθνικό Κτηματολόγιο το 2014 καθώς και δήλωσης του Ε9 το 2010 στη Δ.Ο.Υ. (3ος και 12ος λόγοι), ότι με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι ασκούσε διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου από το 1982 , δεχόμενο το Εφετείο ότι από τις αεροφωτογραφίες του 1990, 1995, 1999, 2007-20019 και 2010 δεν αποδεικνύονται τέτοιες πράξεις πριν από το 1990 και δεν αιτιολόγησε πως συνδέεται ο μη εντοπισμός υλοποιημένων ορίων στις αεροφωτογραφίες του έτους 1990 με την μη ύπαρξη αυτών και πώς συνάγεται ότι δεν ασκούσε πράξεις νομής πριν από το 1982, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι ενώ δέχεται ότι το 1990 δεν ασκούσε πράξεις νομής στη συνέχεια δέχεται ότι το 1995 το χρησιμοποιούσε ως χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων του (6ος, 7ος, 8ος λόγος), και τέλος ότι με αντιφατικές αιτιολογίες περί του χρόνου άσκησης πράξεων νομής διανοία κυρίου δέχθηκε ότι οι μάρτυρες του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής κατέθεσαν αληθώς ότι έως το 2004 το επίδικο ήταν έρημο και ότι οι καταθέσεις αυτές συνάδουν με την έκθεση φωτοερμηνείας του Κ.
πλην όμως η εν λόγω έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τμήμα του επιδικου χρησιμοποιείτο ως χώρος εναπόθεσης οικοδομικών υλικών κατά το χρονικό διάστημα από 7-9-1995 έως 13-9-1999 και δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το Εφετείο, για να απορρίψει τον αγωγικό ισχυρισμό περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με χρόνο έναρξης των πράξεων νομής το έτος 1982 έως την άσκηση της αγωγής το έτος 2018 (15ος λόγος).
Ο τρίτος και ο δωδέκατος των λόγων αναίρεσης είναι αβάσιμοι ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου από το έτος 1992, χρησιμοποιώντας τούτο ως χώρο στάθμευσης των αυτ/των της επιχείρησής του, η οποία ξεκίνησε τη λειτουργία της πλησίον αυτού, στις 16-4-1992, μέχρι την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006, μη έχοντας μέχρι τότε υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας κατά το στάδιο των πρώτων προσκλήσεων, και όχι ότι ασκούσε πράξεις νομής μετά την κύρωση της άνω πράξης εφαρμογής, που είναι, κατά τα προεκτεθέντα, και ο κρίσιμος χρόνος για την συμπλήρωση στο πρόσωπό του του απαιτούμενου, κατά το νόμο, χρόνου (20 έτη) για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Οι έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αίτησης πρωτίστως είναι απαράδεκτοι διότι βάλλουν κατά επιχειρημάτων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στα οποία αυτή στήριξε την παραδοχή της περί μη ασκήσεως από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) πράξεων νομής διανοία κυρίου από το έτος 1982 αλλά ότι αυτός χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο από το 1992 έως το 2006.
Εξάλλου οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι διότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι "στην επίδικη έκταση εφαρμόστηκαν υλοποιημένα όρια στο έδαφος, σε μη ακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, πάντως ανάμεσα στο χρονικό διάστημα από 7-9-1995 έως 13-9-1999, ενώ άρχισε να χρησιμοποιείται η επίδικη έκταση εν μέρει ως χώρος στάθμευσης φορτηγών σε μη ακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, πάντως ανάμεσα στο χρονικό διάστημα από 28-7-1990 έως 7-9¬1995", δέχτηκε ότι όπως προκύπτει από την φωτοερμηνευτική έκθεση, του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Θ.
Κ. για τα έτη 1990, 1995,1999, 2007-2009,2010, δεν εντοπίστηκαν κατά τα έτη 1990 και 1995 υλοποιημένα όρια στο έδαφος της επίδικης έκτασης, αναφερόμενο σε υλοποιημένα όρια κατά τα έτη 1990 και 1995 και όχι στη χρήση του ακινήτου με άλλους τρόπους, όπως δέχεται στη συνέχεια χωρίς αντιφάσεις ότι από το 1992 ο ενάγων το χρησιμοποιούσε για την στάθμευση των οχημάτων της επιχείρησής του.
Ο δέκατος πέμπτος λόγος είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο διαλαμβάνει επακριβώς στην απόφασή του τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) ότι το επίδικο ακίνητο ήταν έρημο έως το 2004 και στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, καταλήγει στο δικό του αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων άρχισε να ασκεί πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1992.Υπό τα ανωτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με αντιφατικές αιτιολογίες.
γ) Η διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2882/2001 ρυθμίζει την απόκτηση της κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, με την συντέλεση αυτής δια της καταβολής ή παρακατάθεσης της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης στον αναγνωρισθέντα δικαστικώς ή στον αληθινό δικαιούχο . Ο ν. 1337/1983 με το άρθρο 1 ρυθμίζει την επέκταση σχεδίου πόλεων, με το άρθρο 2 το "γενικό πολεοδομικό σχέδιο" που καταρτίζεται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ένταξης ή επέκτασης πόλης ή οικισμού, με το άρθρο 3 την κίνηση της διαδικασίας σύνταξης του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, με το άρθρο 6 την κίνηση της διαδικασίας σύνταξης της πολεοδομικής μελέτης , με το άρθρο 7 την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, η οποία από την έγκρισή της έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης, με το άρθρο 8 την εισφορά σε γη, με το άρθρο 12 καθορίζονται τα περί εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης που πραγματοποιείται με τη σύνταξη πράξεων εφαρμογής που συνοδεύονται από κτηματογραφικό διάγραμμα εφαρμογής και κτηματολογικό πίνακα εφαρμογής και στην παρ. 3 ορίζει ότι "Η πράξη εφαρμογής καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά γης , τα τμήματα που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 8 του νόμου αυτού και προσδιορίζει τα τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους η καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους".
Τέλος το ν.δ. 31/1968 "Περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων", με το άρθρο 1 ορίζει ότι ως προς τα κτήματα των δήμων και κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του α.ν. 1539/1938 (ΦΕΚ 488 Α`).
Στην προκειμένη περίπτωση , με τους τέταρτο και πέμπτο λόγο της αίτησης, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τις πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ δηλαδή για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1,2,3,6,7,8,12 και 43 του ν. 1337/1983 και του άρθρου 7 του ν. 2882/2001 καθώς και των άρθρων 1 επ.
ν.δ. 31/1968, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν προσμέτρησε στο χρόνο άσκησης νομής του αναιρεσείοντα και τον χρόνο που αυτός ασκούσε πράξεις νομής μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006 και έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το έτος 2018, διάστημα κατά το οποίο αυτός ασκούσε συνεχώς, εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του επιδίκου και κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, για το λόγο ότι δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση με την καταβολή της αποζημίωσης ή την παρακατάθεσης της οφειλόμενης αποζημίωσης σύμφωνα με τον κτηματολογικό Πίνακα της επίμαχης Πράξης Εφαρμογής έστω και υπέρ "αγνώστου ιδιοκτήτη" και δεν επήλθε μεταβολή της κυριότητας του ακινήτου με την κύρωση και τη μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής, λόγος για τον οποίο δεν εμποδίστηκε η μετά το 2006 άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου εκ μέρους του επί του επιδίκου έως το 2018 (που άσκησε την ένδικη αγωγή του) και που του προσδίδουν την ιδιότητα του κυρίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι κρίνονται ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι με την καταβολή της αποζημίωσης, με την οποία συντελείται η απαλλοτρίωση, επέρχεται η μεταβολή της κυριότητας στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, ήτοι η απώλεια αυτής από τον καθού η απαλλοτρίωση και η μετάβασή της στον υπερού αυτή (απαλλοτρίωση), πλήν όμως το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας του καθού η απαλλοτρίωση, ώστε να δικαιούται της ορισθεισομένης αποζημίωσης πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ότι ο ενάγων κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία για το λόγο ότι από το 1992, που άρχισε να νέμεται τούτο μέχρι την κύρωση της άνω πράξης, το 2006, δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπό του 20ετής άσκηση νομής και ως εκ τούτου δεν ήταν δικαιούχος της αποζημίωσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις.
δ) Με τον ένατο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045 και 974 του ΑΚ, υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο απαίτησε περισσότερα στοιχεία προς στήριξη του αγωγικού του ισχυρισμού περί κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, με την παραδοχή του ότι δεν αποδείχθηκε η κατά το 1982 μεταβίβαση της νομής από τον πατέρα του προς τον ίδιο (ενάγοντα) ενόψει του ότι κατά τους ισχυρισμούς του, ανεξαρτήτως της εν λόγω μεταβίβασης της νομής, αυτός ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου από το 1982 και κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας).
Ο λόγος αυτός, που κατ εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης στηρίζει την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1051 του ΑΚ, είναι αβάσιμος διότι , το Εφετείο απέρριψε την αγωγή επειδή, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ασκούσε πράξεις νομής επί του επίδικου από το έτος 1992 μέχρι την κύρωση της πράξης εφαρμογής το 2006, μη έχων συμπληρώσει 20ετία μέχρι τότε, ώστε να καταστεί κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία, και όχι επειδή δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του ότι ο πατέρας του του είχε παραχωρήσει τη νομή του επιδίκου, το έτος 1982.
Η προσβαλλομένη απόφαση με τις ανωτέρω παραδοχές της ορθά εφήρμοσε την ανωτέρω διάταξη (1051 ΑΚ) σε συνδυασμό τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ ενώ κατά τις λοιπές αιτιάσεις πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τις αποδείξεις. ε) Με τους δέκατο και ενδέκατο λόγους της αίτησης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση (αριθμοί 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί χρησικτησίας 1045 και 974 του ΑΚ, αιτιώμενος ότι με τις παραδοχές της ότι " η επίδικη έκταση παρουσιάζεται να μην έχει ενιαία χρήση, αφού ένα μέρος του είναι χωματόδρομος που ενώνει την οδό ...
με την οδό ..., ένα άλλο χρησιμοποιείται ως χώρος εναπόθεσης οικοδομικών υλικών και ένα άλλο για στάθμευση αυτοκινήτων" απαίτησε περισσότερα από όσα ορίζει ο νόμος για την κτήση ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συγκεκριμένα απαίτησε ενιαία χρήση του ακινήτου από τον χρησιδεσπόζοντα.
Και οι δύο λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας διότι δεν εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή η μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η έρευνα των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
Τούτο διότι, ο αναιρεσείων επιχειρεί να στηρίξει τους ανωτέρω λόγους της αναίρεσής του, σε μια αποσπασματική φράση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στην οποία εξάλλου δεν στηρίζεται αποκλειστικά το αποδεικτικό πόρισμά της περί μη κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθόσον το Εφετείο, στη συνέχεια της ανωτέρω φράσης, δέχεται ότι "από το έτος 1992 ο ενάγων άρχισε να χρησιμοποιεί τμήμα του επίδικου ακινήτου, αρχικά ως χώρο στάθμευσης οχημάτων της επιχείρησης του και εν συνεχεία ένα άλλο τμήμα του επίδικου ακινήτου, ως χώρο εναπόθεσης οικοδομικών υλικών", παραδοχή η οποία ανατρέπει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι αξίωσε να ασκούνται οι πράξεις νομής ενιαίως επί του όλου επιδίκου ακινήτου.
στ) Το άρθρο 1 του Πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α) που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται, από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η έννοια της ιδιοκτησίας στο πρώτο μέρος του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη από τις αντίστοιχες έννοιες στα δίκαια των κρατών - μελών, καλύπτοντας τόσο τα υφιστάμενα εμπράγματα δικαιώματα και τα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και τις αξιώσεις, για τα οποία ο αιτών υποστηρίζει ότι έχει τουλάχιστον μια "εύλογη προσδοκία".
Για να στοιχειοθετηθεί εύλογη προσδοκία, δεν αρκεί μία απλά ελπίδα, αλλά πρέπει αυτή να βασίζεται σε νομική διάταξη ή νομική πράξη του εσωτερικού δικαίου, όπως δικαστική απόφαση ή διοικητική πράξη που αφορά το περιουσιακό στοιχείο, το δικαίωμα ή την αξίωση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης της διάταξης του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας της περιουσίας, της διάταξης του άρθρου 7 του ν. 2882/2001 και του άρθρου 1 επ.
ν.δ. 31/1968 περί δημοσίων κτημάτων, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη με την παραδοχή του ότι η άσκηση νομής διανοία κυρίου που άρχισε το έτος 1992 διακόπηκε το έτος 2006 με την κύρωση της πράξης εφαρμογής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Τούτο διότι η προστασία της ιδιοκτησίας, ως μέρος της προστασίας της περιουσίας (ΟλΑΠ 40/1998) με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της από 4-11-1950 ΕΣΔΑ, καθώς και το άρθρο 7 του ν. 2882/2001 περί συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, προϋποθέτουν υπαρκτό εμπράγματο δικαίωμα και στην προκειμένη περίπτωση, το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας του ενάγοντα επί του επιδίκου ακινήτου, δεν υφίστατο κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής αλλά με την αγωγή του αναιρεσείοντος ήχθη προς κρίση της ύπαρξής του ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, το οποίο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) δεν κατέστη κύριος του ακινήτου, ώστε να τυγχάνει της προστασίας των ανωτέρω διατάξεων νόμων .
Με τον δέκατο τέταρτο λόγο της αίτησης, πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για την εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων προσκόμισε με επίκληση και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του την από 10-4-2017 Τεχνική Έκθεση του Τοπογράφου μηχανικού Ε.
Τ., ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου έναρξης ασκήσεως πράξεων νομής. Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως εκτίθεται και στην εισαγωγική σκέψη της ελάσσονος πρότασης της απόφασης και σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει η απόφαση για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος περί μη άσκησης εμφανών υλικών πράξεων νομής πριν από το έτος 1992 στο επίδικο ακίνητο, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, συνέκρινε και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, των οποίων αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη νομική σκέψη.
Εξάλλου για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν στηρίχθηκε μόνο στις αεροφωτογραφίες και την φωτοερμηνεία αυτών αλλά όπως ρητά αναφέρεται, έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων μερών. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ο δέκατος έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη για το λόγο ότι δεν εκδόθηκε και δεν προσκομίστηκε απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής (άρθρο 103 παρ. 2 στ του ν. 3463/2006) του αναιρεσιβλήτου Δήμου για την άσκηση της έφεσης, είναι αβάσιμος διότι για την άσκηση της έφεσης από τον Δήμο Νέας Ιωνίας Αττικής, είχε εκδοθεί η με αρ. ...-2020 Πράξη της Οικονομικής Επιτροπής του ανωτέρω Δήμου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος Δήμος.
Τέλος με τον δέκατο έβδομο λόγο της αίτησης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση του νόμου και δη των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για το ύψος των επιβληθέντων δικαστικών εξόδων, υπό τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 και δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 για το λόγο ότι η υπόθεση δεν αφορούσε πίνακα αμοιβής δικηγόρου του Δήμου.
Η διάταξη του άρθρου 281 του ν. 3463/2006, ορίζει ότι " 1. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από Δήμο ή Κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά. Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει διορίσει το δικηγόρο. 2.
Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων". Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων 276 του ν. 3463/2006 και του άρθρου 22 παρ.
του ν. 3693/1957, συνάγεται ότι για τους Δήμους δεν ισχύει η ρύθμιση του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και της με αρ. 134423 Οικ./8.12.1992/ 20.1.1993 κοινής απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης περί δικαστικών εξόδων που αφορά το Δημόσιο μετά την επέκταση των προνομοίων του σ αυτούς, διότι δεν πρόκειται για προνόμοιο για να υπαχθεί στο άρθρο 276 του ν. 3463/2006 αλλά για ειδική ρύθμιση η οποία ισχύει μόνο για το Δημόσιο ενώ για τους Δήμους και για τους αντιδίκους αυτών, ισχύει το άρθρο 281 του νόμου 3463/2006 .
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ενόψει του ότι εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όρισε τα δικαστικά έξοδα βάσει της διάταξης του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006, την οποία ορθά εφάρμοσε και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ Δήμου Ν.
Ιωνίας Αττικής, που παραστάθηκε με διορισμένο δικηγόρο (και όχι απασχολούμενο με πάγια αντιμισθία) και κατέθεσε προτάσεις, κατά το υποβληθέν νόμιμο αίτημά του, μειωμένα όμως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 παρ.2 του Ν.3463/2006 "Περί Κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη είτε σε βάρος είτε υπέρ των Ο.Τ.Α.(ΑΠ 2066/2017, ΑΠ 1980/2017, ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 303/2016, ΑΠ 254/2016, ΑΠ 2061/2013, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 590/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-5-2021 και με αρ. καταθ 4854/651/24-6-2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1788/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή οκτακοσίων (800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ