Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
911/2023 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds, citing procedural errors and failure to prove document distortion.

Geschäftsnummer 911/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Chamber of the Court of Appeals of Thessaloniki, rejecting all arguments raised by the appellants. The appellants claimed the lower court distorted the content of specific Supreme Court decisions and relied on deportation orders, but the court found these grounds inadmissible or unsubstantiated due to a lack of specific legal citations and failure to produce the alleged documents. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs and deposit the fine into the public fund.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 559, Section 20; Articles 176, 180, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the violated procedural rule, and a claim of document distortion is rejected if the appellant fails to submit the alleged document for comparison.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility document distortion procedural error legal costs public fund deposit vague grounds evidence burden Sozialeinrichtung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 94, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Section 20 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Section 3, Subsection Gamma, Subsection Beta, Subsection Delta of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015, Article 3

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Case 840/2015 of the Supreme Court
Case 2234/2013 of the Supreme Court
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 911 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 911/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) …..και 7) Μ. Α., κατά κόσμον Α. Π. του Δ., κατοίκου .... Οι αναιρεσείοντες 1ος, 3ος, 4ος, 5ος και 7ος, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και Ιωάννη Καραγκούνη και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι 2ος και 6ος, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Άγιο Όρος και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διογένη Καραγιαννακίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1267/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2020 αίτηση και τους από 8-4-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία αρχικά προσδιορίστηκαν για συζήτηση στη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 88/2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού από 24-6-2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 8-4-2021 πρόσθετοι λόγοι της, κατά της υπ'αριθμ. 1267/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 19/10/2014 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 65/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22-9-2009 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσιβλήτου. Αρχική δικάσιμος είχε ορισθεί η 12/5/21 κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση, πλην όμως λόγω επιγενόμενης αδυναμίας προς έκδοση απόφασης, συνεπεία παραιτήσεως της προεδρεύουσας αρεοπαγίτη, με την υπ'αριθμ. 88/2022 του προέδρου του Γ πολιτικού τμήματος ορίσθηκε η προκείμενη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.

ΑΠ 13/2008). Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ. 233/2014, 240/2014, 1852/2007).

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (μετά των προσθέτων λόγων της), ως προς τούς δεύτερο και έκτο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν αν και νομίμως και εμπροθέσμως είχαν κληθεί (βλ. τις από 27-4-22 εκθέσεις επίδοσης του Αρχ/κα Κων/νου Υψηλάντη), αφού δεν αποδεικνύεται παροχή πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους προς τους υπογράφοντες δικηγόρους.

Καθόσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), και των προσθέτων, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 551/2018, 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018,1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ,γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 649/2020, 563/2020, 1420/2013).

Από τη δε ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων μόνο του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών, αποκλειομένης, συνακολούθως, της εφαρμογής αυτού για τον έλεγχο παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 609/08, 1140/05, 405/04).

Τέτοιοι δε κανόνες δικονομικού δικαίου είναι και εκείνοι των άρθρων 62 και 64 ΚΠολΔ με το οποίους προβλέπεται (δυνητικά) η ικανότητα διαδίκου για ενώσεις προσώπων άνευ νομικής προσωπικότητος προς επιδίωξη σκοπού και ο τρόπος δικαστικής τους εκπροσώπησης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 62 εδ.β και 64 παρ.3 του ΚΠολΔ (συνδυαστικά με τα άρθρα 6 ΕΣΔΑ, 13 Συν/τος, 107 ΑΚ) περί της ικανότητος διαδίκου και της δικαστικής εκπροσώπησης ενώσεων προσώπων άνευ νομικής προσωπικότητος, προς επιδίωξη σκοπού.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ΑΠ 177/2010 (ΑΠ 692/2009), καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι επικαλούμενες ως άνω διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένως οι αναιρεσείοντες υπολαμβάνουν ως διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Στη προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων. 25 παρ.

του Συντ/τος, 1 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί της αρχής της αναλογικότητος, καθώς και εκείνων των άρθρων 13 παρ. 1 του Συν/τος , 9 της ΕΣΔΑ και 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αναφορικά με την θρησκευτική ελευθερία. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με το υπ' αριθμ....

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγορίτσας Φώλια, που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 19.07.1989, στον τόμο 98 και με αριθμό 81 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού, ο Χ. Δ. του Ι., ως αποκλειστικός κύριος, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην ενάγουσα, σε εκτέλεση του προηγηθέντος ... σχετικού καταρτισθέντος προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου, το διαιρετό βορειοανατολικό τμήμα του υπ' αριθμ. 296 οικοπεδικού κλήρου, που βρίσκεται στο 47 Οικοδομικό Τετράγωνο της Κοινότητας ...

της περιφέρειας ..., συνολικής έκτασης (του όλου κλήρου) 973 τ.μ. και συνορεύοντας γύρωθεν με τους υπ' αριθμ. 295, 292, 294 και 297 οικοπεδικούς κλήρους, έκτασης (του επίδικου διαιρετού τμήματος) 436 τ.μ., και συνορευομένου γύρωθεν με τους 295 και 292 οικοπεδικούς κλήρους, με υπόλοιπο τμήμα του 296 οικοπεδικού κλήρου και με κοινοτικό δρόμο, μετά της επ' αυτού (διαιρετού τμήματος) υπάρχουσας διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο και έναν όροφο, απαρτιζομένου εκάστου ορόφου από ένα διαμέρισμα, εμβαδού του κάθε διαμερίσματος 90 τ.μ.

Στην ως άνω σύμβαση αγοραπωλησίας, η ενάγουσα είχε εκπροσωπηθεί από: α) Τον τότε καθηγούμενο αυτής, ..., κατά κόσμον ..., Ε. Ε. του Α., β) τον μοναχό Ιερώνυμο, κατά κόσμον Ι. Σ. του Ε. και γ) τον μοναχό Σ., κατά κόσμον Σ. Σ. Σ. του Σ., που ενεργούσαν δυνάμει σχετικής εντολής και πληρεξουσιότητας, που τους παραχωρήθηκε με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 28/12.02.1989 πρακτικό της Συνεδρίας της .... Οι φερόμενοι, όμως, στην άνω σύμβαση ως εκπροσωπούντες την ..., δεν είχαν πράγματι την δυνατότητα και την εξουσία εκπροσώπησής της, καθώς τόσο τα πρόσωπα που τους χορήγησαν την σχετική πληρεξουσιότητα όσο και οι ίδιοι δεν είχαν την ιδιότητα του οργάνου της ενάγουσας.

Τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω υπ'αριθμ. 2401/2002 απόφαση της Ιεράς Κοινότητας κρίθηκε ότι τα μέλη της απελαθείσας αδελφότητας δεν είχαν την εξουσία εκπροσώπησης της Μονής, της διαχείρισης των περιουσιακών της στοιχείων και της διενέργειας πράξεων στο όνομα και για λογαριασμό της, και μάλιστα αναδρομικώς από τους έτους 1974 και εφεξής.

Επομένως, η ως άνω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης του επιδίκου καταρτίστηκε στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας από πρόσωπα που στερούνταν της εξουσίας αντιπροσώπευσής της, με συνέπεια η τελευταία να μην δεσμεύεται από την ως άνω σύμβαση, η οποία ήταν απολύτως άκυρη... Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ...

πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χάιδως Σαρρή - Σταυρούση, που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 08.09.2009, στον τόμο 227 και με αριθμό 16 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού, εγκρίθηκε η παραπάνω σύμβαση από την ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Διογένη Καραγιαννακίδη του Δημητρίου, στον οποίο χορηγήθηκε νόμιμα πληρεξουσιότητα, από τη νέα αδελφότητα που ορίστηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 1440/2005 απόφαση της Ιεράς Κοινότητας και εκπροσωπεί έκτοτε και μέχρι σήμερα διά των οργάνων της νόμιμα την ενάγουσα Ιερά Μονή, δυνάμει του υπ' αριθμ.

πρωτ. ... πληρεξουσίου εγγράφου της ..., το οποίο εκδόθηκε δυνάμει της απόφασης της υπό στοιχεία ... (παλαιό ημερολόγιο) συνεδρίας της Ιεράς Συνάξεως της Μονής και φέρει την από 23.07.2009 επικύρωση της Ιεράς Επιστασίας του Αγίου Όρους. Η έγκριση αυτή έγινε νομότυπα και είχε ως αποτέλεσμα την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα Ιερά Μονή...

Ειδικότερα, η ως άνω σύμβαση αγοραπωλησίας, που ήταν κατ' αρχήν άκυρη και δεν δέσμευε την ..., γιατί καταρτίστηκε από πρόσωπα που δεν είχαν την σχετική εξουσία εκπροσώπησης αυτής, ισχυροποιήθηκε και κατέστη εξ υπαρχής, ήτοι αναδρομικά και δη από του χρόνου μεταγραφής του οικείου συμβολαίου στις 19.07.1989 (άρθρο 1198 ΑΚ), έγκυρη λόγω της προαναφερθείσας νομότυπης έγκρισης αυτής εκ μέρους της Ιεράς Μονής, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 ΑΚ.

Η έγκριση αυτή, που ανατρέχει, κατά τα ανωτέρω, στον χρόνο της αρχικής δικαιοπραξίας και αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης από την πλευρά της αγοράστριας, γενομένη με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού στα βιβλία μεταγραφών, παρέχει ευρεία δημοσιότητα, επέχουσα θέση γνωστοποίησης προς κάθε ενδιαφερόμενο (ψευδοαντιπροσώπους αλλά και τον αντισυμβαλλόμενο) και συνεπώς είναι καθ' όλα σύννομη, χωρίς να απαιτείται άλλη γνωστοποίηση προς τα άνω πρόσωπα, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων, που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους.

Σημειώνεται ότι, με τον ... τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Χαλκιδικής, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού, στις 28.05.1985, στον τόμο 79 και με αριθμό 78, περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (πωλητή στο άνω συμβόλαιο), Χ. Δ., κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου, ο πιο πάνω οικοπεδικός κλήρος, με αριθμό 296 εμβαδού 973 τ.μ., διαιρετό τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, "εκ κληρονομιάς" του θείου αυτού και του έτερου συγκυρίου κατά το ίδιο ιδανικό μερίδιο, αδελφού του, Μ.

Δ., Δ. Ι. του Χ.. Ακολούθως, κατά το έτος 1955, οι ανωτέρω Χ. και Μ. Δ.ς, με το από Μάιο του έτους 1955 ιδιωτικό συμφωνητικό (που αναφέρεται στην 16/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού) διένειμαν μεταξύ τους τον άνω οικοπεδικό κλήρο και ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας (X. Δ.) έλαβε στην νομή και κατοχή του το επίδικο τμήμα του άνω οικοπέδου και έκτοτε (Μάιος 1955) και μέχρι τη μεταβίβασή του στην ενάγουσα (19.07.1989) το νεμόταν, ασκώντας επ' αυτού όλες τις αρμόζουσες στη φύση και τη θέση του διακατοχικές πράξεις.

Μάλιστα έλαβε με ενέργειές του την υπ' αριθμ. 6/76/1962 άδεια ανεγέρσεως οικοδομής της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής (Τμήμα Χωροφυλακής Ιερισσού) και ανήγειρε επί του επιδίκου και για τις ανάγκες στεγάσεώς του, με δαπάνες και φροντίδες δικές του, την άνω υπάρχουσα επί του επιδίκου διώροφη οικοδομή, συγκείμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο-διαμέρισμα, εμβαδού του κάθε διαμερίσματος 90 τ.μ., και αποτελουμένου εκάστου διαμερίσματος από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, χολ, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο, σάλα και λοιπά χρειώδη (βλ.

ιδίως την προαναφερθείσα ... συμβολαιογραφική πράξη). Κατά τον τρόπο αυτό ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας κατέστη, σε κάθε περίπτωση, κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με την 16/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού επικυρώθηκε η άνω δικαιοπραξία της διανομής που κατεγράφη στο από Μάιο του 1955 ιδιωτικό συμφωνητικό και κρίθηκε ότι η κυριότητα του επίδικου διαιρετού τμήματος του άνω οικοπεδικού κλήρου μεταβιβάστηκε στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας, ήδη από τον Μάιο του έτους 1955.

Η πιο πάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού, στις 17.02.1989, στον τόμο 96 και με αριθμό 74. Συνακόλουθα, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου από την 19.07.1989... Περαιτέρω, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της εφέσεως οι εκκαλούντες μέμφονται την εκκαλουμένη, διότι απέρριψε, ως μη νόμιμους, τους ισχυρισμούς τους:

Α) Περί κτήσεως από τους έξι πρώτους της κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, είτε ως φυσικά πρόσωπα είτε ως εκπρόσωποι κατά διαδοχή της ενώσεως προσώπων της ΑΚ 107, που αποκαλείται σήμερα "παλαιό αδελφότητα της I. ...", η οποία διαρκώς διά των οργάνων της ή των εντεταλμένων από αυτήν προσώπων από την 03.03.1989 (ημερομηνία κατάρτισης της ...

συμβολαιογραφικής πράξης, όταν και παραδόθηκε από τον πωλητή του ακινήτου η νομή του ακινήτου στους συμβληθέντες τότε επικεφαλής της άνω αδελφότητας, της οποίας, κατά διαδοχή, ηγούνται σήμερα οι ίδιοι και στους οποίους παραδόθηκε η νομή από τα αρχικά όργανα) μέχρι σήμερα ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο, αφού είτε οι ίδιοι προσωπικά είτε μοναχοί που ανήκουν σε αυτήν την παλαιό αδελφότητα και κατ' εντολή των προηγούμενων ή των ιδίων, ως κατά διαδοχή οργάνων (Γερόντιας), διαμένουν συνεχώς σε αυτό, ιδίως κατά τη μετάβασή τους στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλες περιοχές εκτός του Αγίου Όρους, συντηρούν το υπάρχον κτίριο, το καθαρίζουν, το βάφουν κ.λπ., περιποιούνται τον αύλειο χώρο, αποθηκεύουν σε αυτόν τρόφιμα και εφόδια κ.λπ.

Τούτο, διότι, όπως υποστηρίζουν, εφόσον νομοθετικά αναγνωρίστηκε (με την ως άνω 2401/2002 απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους), το ανυπόστατο των οργάνων της Ιεράς Μονής, αλλά και της επίμαχης δικαιοπραξίας, το χρονικό σημείο κατά το οποίο νωρίτερα θα μπορούσε υποθετικά να αποκτήσει κυριότητα η ενάγουσα είναι η 08.09.2009, όταν και μεταγράφηκε η έγκριση της αρχικής δικαιοπραξίας στην οποία αυτή προέβη και στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από 03.03.1989 έως 08.09.2009, η κυριότητα του ακινήτου ανήκε στον πωλητή, κατά του οποίου ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητας από τους ίδιους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον στο διάστημα αυτό το ακίνητο δεν ήταν μοναστηριακό (ήτοι δεν ανήκε στην ...), ώστε να μην μπορεί να χρησιδεσποσθεί, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.

Δ/τος της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, του άρθρου 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων", του άρθρου 17 παρ. 3 του Ν. Δ/τος 3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ο.Δ.Ε.Π.

νομοθεσίας", του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 4944/1931 και του άρθρου 62 παρ. 4 του Ν. 590/1977 "περί καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος". Β) Επικουρικώς, περί κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου από τον έβδομο αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι είναι εγκατεστημένος και διαμένει μόνιμα στο επίδικο ακίνητο και στο κτίσμα που βρίσκεται σε αυτό από την 03.03.1989 μέχρι και σήμερα, ασκώντας συνεχώς επ' αυτού πράξεις νομής και συγκεκριμένα το καθαρίζει και το συντηρεί (βάφει, επιδιορθώνει κ.λπ.), φυλάσσει τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης σε αυτό, φιλοξενεί μοναχούς, αλλά και κοσμικούς που κατευθύνονται στην ...

ή επιστρέφουν από αυτήν κ.λπ. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί των εκκαλούντων και, επομένως, και οι άνω πέμπτος και έκτος, αντίστοιχα, λόγοι της εφέσεως, είναι απορριπτέοι ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Τούτο διότι, προϋποθέτουν ότι (τουλάχιστον μέχρι τις 08.09.2009) η ενάγουσα Μονή δεν είχε αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου, ότι δηλαδή επρόκειτο για ένα ιδιωτικό ακίνητο καθ' όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι εκκαλούντες (έξι πρώτοι και έβδομος αυτών, αντίστοιχα) επικαλούνται την άσκηση εκ μέρους τους και εκ μέρους των επικαλούμενων δικαιοπαρόχων των έξι πρώτων πράξεων νομής επ' αυτού (ισχυρισμός που αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω και ουσιαστικά αβάσιμος).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ερευνώντας την με το προπαρατεθέν περιεχόμενο αγωγή της ενάγουσας Ιεράς Μονής και έκρινε αυτήν νόμιμη, ότι, δηλαδή, με βάση τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα Ιερά Μονή φέρεται να είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ήδη από της μεταγραφής της αρχικής μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, που εγκρίθηκε, κατά τα ανωτέρω, από την ενάγουσα νομίμως μεταγενεστέρως, της έγκρισης αυτής ανατρέχουσας στον χρόνο της μεταγραφής της αρχικής δικαιοπραξίας και καθιστώσας την τελευταία έγκυρη εξ αρχής, ορθώς στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμους τους άνω ισχυρισμούς των εναγομένων περί κτήσεως εκ μέρους τους της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δοθέντος ότι, από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων, οι Ιερές Μονές, μετά την 11.09.1915, θεωρούνται ότι έχουν αδιαλείπτως την νομή επί των κτημάτων αυτών από της κτήσεως της κυριότητάς τους ανεξαρτήτως κάθε αφαιρέσεως αυτής από οποιονδήποτε τρίτον, και άρα είναι αυτά ανεπίδεκτα χρησικτησίας (βλ.

ΑΠ 476/2016, ΑΠ 930/2012, ΑΠ 840/2010, ΑΠ 1799/2006, ΤρΝομΠλ "Νόμος"), Άλλωστε, ενόψει και της έκδοσης της με το προπαρατεθέν περιεχόμενο 2401/2002 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους και της επίδοσής της στους εναγομένους στις 30.12.2002, μόνον έκτοτε αυτοί θα μπορούσαν να ασκούν νομή επί του επιδίκου για δικό τους λογαριασμό, αφού, βεβαίως, προηγουμένως κατείχαν και νέμονταν αυτό για λογαριασμό και στο όνομα της ενάγουσας Ιεράς Μονής.

Οι εναγόμενοι, όμως, οι οποίοι είναι επικεφαλής της παλαιάς αδελφότητας, το σύνολο των μελών της οποίας κρίθηκαν κατά τα άνω ως σχισματικοί και ότι πρέπει να απελαθούν από το Άγιον Όρος, πλην όμως μέχρι και σήμερα δεν έχουν απελαθεί και τα μέλη της εξακολουθούν να παραμένουν στο κεντρικό κτιριακό συγκρότημα της ...

και ειδικότερα ο πρώτος εμφανίζεται ως ηγούμενος της ομάδας αυτής και οι δεύτερος έως έκτος ως μέλη της Γερόντιας, παρά την επίδοση σ' αυτούς, στις 30.12.2002 της ως άνω με αριθμό 2401/2002 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας, με την οποία κλήθηκαν να παραδώσουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας, καθώς και της από 01.12.2006 σχετικής όμοιας πρόσκλησης, έχουν καταλάβει το επίδικο ακίνητο και αρνούνται να το αποδώσουν (ο τελευταίος εξ αυτών διαμένει μόνιμα σε αυτό), λόγος για τον οποίο και η ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη, αναγκάστηκε να ασκήσει την ένδικη αγωγή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας αναγνωριζόμενης της κυριότητας της επί του επιδίκου και διατασσόμενης της απόδοσης του παρά των εναγομένων σ'αυτήν. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ενώ δεν παραβίασε και τις περί θρησκευτικής ελευθερίας διατάξεις του Συν/τος και της ΕΣΔΑ, αφού παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες εναγόμενους, δια της αποφάσεως αυτής δεν εξαναγκάσθηκαν σε εγκατάλειψη του μοναστικού βίου, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο κείμενο εκτός του Αγίου Όρους είχε τη χρήση ξενώνος.

Επομένως, ο σχετικός πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και κατά παράβαση των περί θρησκευτικής ελευθερίας προστατευτικών διατάξεων το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση διέταξε την αποβολή τους από το επίδικο επιβάλλοντας τους την εγκατάλειψη του μοναστικού βίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας είναι ο ίδιος επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω διατάξεων, αφού δεν αναφέρουν το κατά την εκδοχή τους ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, ή ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, και στις τελευταίες περιπτώσεις ποια αναγκαία στοιχεία για την επάρκεια της λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση, όπως απαιτείται για το ορισμένο και εντεύθεν παραδεκτό του λόγου αυτού (ΟλΑΠ 20/05, ΑΠ 69/16, 1454/14, 115/12).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο το οποίο διοικεί το νομικό πρόσωπο, υποχρεώνουν το νομικό αυτό πρόσωπο και εφαρμόζεται και επί Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα άρθρα 104 και 106 ΕισΝΑΚ (ΑΠ 783/2000), συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις δέσμευσης του νομικού προσώπου είναι οι εξής :

α) η δικαιοπραξία πρέπει να επιχειρηθεί από τη διοίκηση του νομικού προσώπου και υπό αυτήν την ιδιότητα ή από ίδιο πρόσωπο, στο οποίο με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό ανατέθηκε η επιχείρηση ορισμένων υποθέσεων, αν εμπίπτει σ' αυτές ή από την προσωρινή διοίκηση ή τον υποκατάστατο της διοίκησης, αν υπάρχει πρόβλεψη στη συστατική πράξη ή το καταστατικό ή από τον εκκαθαριστή του διαλυθέντος νομικού προσώπου, β) ενέργεια μέσα στα όρια της εξουσίας, που διαγράφονται για τη διοίκηση στη συστατική πράξη και το καταστατικό.

Για το νομικό πρόσωπο δεν υπάρχει δέσμευση, αν η δικαιοπρακτική δράση του οργάνου κείται πέρα από την ως άνω οριοθετημένη εξουσία του ή προέρχεται από πρόσωπο, που δεν είναι όργανο ή δεν έχει νόμιμη υπόσταση ή αν ο ενεργήσας στερείτο της ιδιότητας του οργάνου . Στην περίπτωση αυτή, η σχετική σύμβαση, που καταρτίστηκε από κάποιον που δεν εκπροσωπούσε το νομικό πρόσωπο, στερείται κύρους και δεν το δεσμεύει, εκτός αν το νομικό πρόσωπο ενέκρινε τη σύμβαση, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 ΑΚ.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 229 εδάφιο α' ΑΚ, "αν μια σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητά του, το

κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευόμενου ...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 238 εδάφιο α' του ίδιου κώδικα "η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στον χρόνο της δικαιοπραξίας.,.". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68, 70, 216, 219 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι σε σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε από κάποιον ως αντιπρόσωπο νομικού προσώπου, χωρίς πληρεξουσιότητα ή καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της δοθείσας πληρεξουσιότητας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας διατάξεις του άρθρου 229 παρ. 1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας στην περίπτωση αυτή το κύρος της σύμβασης εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευόμενου (ΑΚ 238), ήτοι την συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1118/2010, 99/2001).

Η τυχόν συγκατάθεση αυτή (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στον χρόνο της δικαιοπραξίας, έχει, δηλαδή, κατ' άρθρο 238 ΑΚ, αναδρομική ενέργεια, αίροντας την υφιστάμενη εκκρεμότητα από τον χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση. Η έγκριση, αναγόμενη, κατά τα ανωτέρω, στον χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα προς τον αντιπρόσωπο, ή τον τρίτο αντισυμβαλλόμενο (ΑΠ 603/2013, 474/2006, 1659/2005) και όταν η καταρτισθείσα διά του ψευδοαντιπροσώπου σύμβαση απαιτεί τύπο, θα πρέπει να περιβληθεί τον ίδιο τύπο και η έγκριση, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 217 παρ. 2 του ΑΚ.

Αν μάλιστα πρόκειται περί εμπραγμάτων συμβάσεων που αφορούν ακίνητα, η εν λόγω έγκριση χρήζει και μεταγραφής. Εξάλλου και η έγκριση που περιβάλλεται τον συμβολαιογραφικό τύπο είναι επίσης απευθυντέα, όμως, σε περίπτωση έγκρισης εμπράγματης σύμβασης περί ακινήτου, αρκεί η μεταγραφή αυτής στα δημόσια βιβλία μεταγραφών, δεδομένου ότι με την εγγραφή αυτή παρέχεται ευρεία δημοσιότητα, επέχουσα τρόπον τινά θέση γνωστοποίησης προς κάθε ενδιαφερόμενο.

Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. ρητώς ορίζεται ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξάμενη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εάν δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους ...".

Επίσης στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων" ορίζεται ότι οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, κατά δε το άρθρο 17 παρ. 3 του ΝΔ/τος 3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΔΕΠ νομοθεσίας" εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των ιερών μονών η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν.4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας,, αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο και τέλος κατά το άρθρο 62 1 παρ. 4 του Ν.580/1977 "περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος" οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του ΑΝ 1539/1938, "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι μονές.

Η λήξη κάθε παραγραφής ως προς το χρόνο της χρησικτησίας ανεστάλη με τα αλλεπάλληλα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912 από 12-9-1915 μέχρι και του έτους 1930.

Συνεπώς για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο, που ανήκει σε Ιερά Μονή με έκτακτη χρησικτησία και προς παραγραφή της εμπραγμάτου αξιώσεως της Μονής επί ακινήτου αυτής απαιτείται να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 12-9-1915, χρόνος νομής σαράντα ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.

Η προστασία αυτή ισχύει για όλες ανεξαίρετα τις Ιερές μονές, που βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια, είτε ανήκουν στα όρια της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε σε άλλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες (ΑΠ 476/2016, 930/2012,840/2010). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 238 του ΑΚ, διότι με την προσβαλλόμενη γίνεται δεκτό ότι ή έγκριση της επίδικης αγοραπωλησίας-μεταβιβάσεως ακινήτου εγκύρως έλαβε χώρα παρότι δεν απευθύνθηκε ούτε στον πωλητή, ούτε στον συμβληθέντα ως πληρεξούσιο-αντιπρόσωπο, ενώ σ'αυτή δεν διαλαμβάνεται αν στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ καταρτίσεως της ακύρου δικαιοπραξίας και της ασκήσεως της αγωγής (άλλως της εγκρίσεως, αν αυτή θεωρείτο έγκυρη) συνεπληρώθησαν οι προϋποθέσεις της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ,ενόψει του εδ.

β του εν λόγω άρθρου, που ορίζει ότι από την αναδρομική ενέργεια δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα που τρίτοι απέκτησαν από την έγκριση. Ωστόσο με βάση τα ως άνω και με δεδομένες τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο αφενός μεν ότι για την έγκριση της προκείμενης εμπράγματης περί ακινήτου σύμβασης, αρκούσε η μεταγραφή αυτής στα δημόσια βιβλία μεταγραφών, δεδομένου ότι με την εγγραφή αυτή παρέχεται ευρεία δημοσιότητα, επέχουσα θέση γνωστοποίησης προς κάθε ενδιαφερόμενο, αφετέρου δε ότι το επίδικο ακίνητο, ως μοναστηριακό, κατά το κρίσιμο διάστημα, δεν μπορούσε να χρησιδεσποσθεί, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 238 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς τα εν λόγω ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου ( ΟλΑΠ 5/2011 , ΑΠ 612/2012 , 1567/2008), αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 1/2017, 993/2014, 68/2012), Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς, αν και όχι κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του ( ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1083/2017, 1099/2014, 1623/2012).

Έτσι, η άσκηση κάθε δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να μετριασθεί ο άκρατος ατομικισμός και η τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά του δικαιούχου και φυσικά κρίνεται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του.

Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και εφαρμόζεται στην άσκηση όλων των ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2002). Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001 ΑΠ 836/2017, 38/2015).

Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων, κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου ( ΑΠ 641/2013), Μόνη πάντως η επίκληση ισχυρισμών με τους οποίους τίθεται σε αμφιβολία η ύπαρξη του επίδικου δικαιώματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την θεμελίωση καταχρηστικής άσκησής του (ΟλΑΠ 17/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο και τον ταυτόσημο ενδέκατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, διότι το Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες επαναφέρουν με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της εφέσεώς τους, την και πρωτοδίκως (επικουρικώς) προβληθείσα από τους ίδιους ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, παραπονούμενοι για την απόρριψή της με την εκκαλουμένη ως μη νόμιμης, για τη θεμελίωση της οποίας ιστορούν τα ακόλουθα περιστατικά:

Ότι λόγω της μακρόχρονης αδράνειας της ενάγουσας, αφού η τελευταία από τις 03.03.1989, οπότε και οι ίδιοι άρχισαν να ασκούν ιδίω ονόματι νομή επί του επιδίκου, μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2009, που ασκήθηκε η αγωγή, δεν προέβη σε καμία ενέργεια από την οποία να καταδεικνύεται η πρόθεσή της προς απόδοση σε αυτήν του επίμαχου ακινήτου, δημιουργήθηκε στους ίδιους η πεποίθηση περί μη άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία παγιωμένη κατάσταση, η ανατροπή της οποίας θα προκαλέσει στους ίδιους ανεπανόρθωτη βλάβη, δυσανάλογη σε σχέση με ωφέλεια της ενάγουσας, αφού θα τους στερήσει από το "κονάκι", δηλαδή από έναν χώρο φιλοξενίας μοναχών, κυρίως αρρώστων οι οποίοι διέρχονται για να μεταβούν σε γιατρούς και νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης προς νοσηλεία.

Με το προπαρατεθέν περιεχόμενο δεν θεμελιώνεται κατά νόμο η πιο πάνω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος. Ειδικότερα, η όποια αδράνεια της ενάγουσας μπορεί να νοηθεί μόνον για το χρονικό διάστημα από την έκδοση της επικαλούμενης και από τους εναγομένους ως άνω υπ' αριθμ.

Φ. 2/34/2401/2002 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, με την οποία διατάχθηκε η απόδοση των περιουσιακών στοιχείων της Ιερός ... στην Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, υπό την επιτήρηση της οποίας και τέθηκε η εν λόγω Μονή προσωρινώς και μέχρι της αποκαταστάσεως το συντομότερο δυνατό της νόμιμης λειτουργίας της αδελφότητος και διοικήσεως αυτής (που έγινε κατά το έτος 2005), αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε (και κατά τις αναφορές των εκκαλούντων) το παράνομο της παλαιός αδελφότητος (από το έτος 1974 και εντεύθεν).

Μόνη, όμως, η επικαλούμενη αδράνεια σε συνδυασμό και με την απώλεια της κατά προορισμό χρήσης του ακινήτου (φιλοξενία μοναχών στην οικία κ.λπ.), δεν συνιστούν, με βάση και όσα εκτίθενται στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας (υπό "VI") προφανή υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τούτο διότι (πέραν της επικαλούμενης αδράνειας) δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών: α) Τυχόν προηγούμενης συμπεριφοράς της ενάγουσας (όπως λ.χ. μη αναμενόμενης μεταβολής προηγηθείσας συμπεριφοράς της κ.λπ.) που να δημιούργησε στους εναγόμενους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της και β) τυχόν ενεργειών των εναγόμενων που να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την (μη περιγραφόμενη κατά τα ανωτέρω) προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας και αποκρούουν το δικαίωμα, οι οποίες οδήγησαν στην δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, η ανατροπή της οποίας να παρίσταται ως καταχρηστική, γιατί επιφέρει επαχθείς συνέπειες, πέραν της απώλειας της συνήθους χρήσεως του ακινήτου, και μάλιστα στους ίδιους τους υπόχρεους - εναγόμενους, προς αποτροπή των οποίων να επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματος της ενάγουσας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με όμοιες παραδοχές με εκείνες της παρούσας, απέρριψε ως μη νόμιμο τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόμενων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτομένου του ως άνω έβδομου λόγου της εφέσεως.". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ως μη νόμιμη, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, διότι υπό τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά δεν παρίσταται η άσκηση του δικαιώματος, ως υπερβαίνουσα προδήλως τα όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Επομένως, οι έβδομος και ο ενδέκατος ταυτόσημος πρόσθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.

Περαιτέρω με τους πρώτο πρόσθετο και το ταυτόσημο δέκατο πρόσθετο λόγους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων του ΑΚ 1094 (διεκδικητική αγωγή) σε συνδυασμό με 974 (έννοια νομής και κατοχής), 976 (κτήσηνομής), 981 (απώλεια νομής), 999 (αντικείμενο κυριότητας) και 1000 (περιεχόμενο κυριότητας), επειδή παρά τις περί του αντιθέτου παραδοχές της, δεν προέβησαν σε κατάληψη του επιδίκου και δεν είναι κάτοχοι ή νομείς αυτού. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς, υπό την επίκληση της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ανεπιτρέπτως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Ομοίως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κρίνονται και οι δεύτερος και τρίτος των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι και με αυτούς, υπό την επίκληση της εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με τον αυτό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων (περί της μη κατάληψης του επιδίκου υπ'αυτών) ανεπιτρέπτως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση και πάλι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρ. 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων, που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠοΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία, κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2008, ΑΠ 36/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου κατ'αυτών αναγνωριζόμενης της κυριότητας της και διατασσόμενης της απόδοσης του σ'αυτήν εκ μέρους τους, που το είχαν καταλάβει. Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι έχει δικαιοδοσία, ως προς την εν λόγω αγωγή, που συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1094 ΑΚ, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως με τον τρίτο λόγο, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τηςδίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες περί του ότι αυτοί δεν είναι νομείς ή κάτοχοι του επιδίκου, αλλά απλώς διαμένουν και παραμένουν σ'αυτό ως μέλη της αδελφότητας ....

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστά "πράγμα", σημειούμενου πάντως και του ότι ως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, με αυτήν έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα τα αντίθετα. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο επίσης εκ του αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος πρόσθετος λόγος περί του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι με την αγωγή επιδιώκεται η εκτέλεση των αποφάσεων της Πατριαρχικής Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου όρους περί απέλασης τους από το Άγιο όρος και την ..., διότι και ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί επιχείρημα στα πλαίσια της προβαλλόμενης αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστά "πράγμα".

Τέλος απορριπτέος κρίνεται και ο έκτος πρόσθετος λόγος επίσης εκ του αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί μη λήψης υπόψη του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης ισχυρισμού, ο οποίος ναι μεν είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης) και στο δεύτερο βαθμό, ενώ δεν αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, χωρίς να υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 350/2017, 1496/2017, 323/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και.

ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 327/1996). Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγεται από το αρθ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι α) όταν η παράβαση δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) όταν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η συνδρομή όμως των ως άνω εξαιρέσεων πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998). Τέλος για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και σε τι συνίσταται η αοριστία (ΑΠ 947/2012, 1685/2009).

Στη προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το αρθ. 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στη προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 62 εδ β και 64 παρ. 3, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, μολονότι στρέφεται ατομικώς κατά του καθενός τους και όχι κατά της αδελφότητας τους, που αποτελεί άνευ νομικής προσωπικότητος ένωση προσώπων που επιδιώκει κάποιο σκοπό.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις δυνατότητα εναγωγής άνευ νομικής προσωπικότητος ένωσης προσώπων προς επιδίωξη σκοπού, δεν αποκλείει την απεύθυνση της αγωγής κατά των μελών της και δεν συνεπάγεται απαράδεκτο στη περίπτωση αυτή (ΑΠ 1180/1995).

Με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατά παράβαση των άρθρων 64 παρ.2 και 94, 96 του ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησης και εντεύθεν παροχής πληρεξουσιότητας στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ήδη αναιρεσίβλητης (εφεσίβλητης ενάγουσας) Ι.

Μονής. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων η ήδη αναιρεσείουσα Ι. Μονή νομότυπα εκπροσωπήθηκε από τον Ηγούμενο της Ι. Χ., δυνάμει της εκδοθείσης, σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 του Συν/τος και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 121 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, υπ'αριθμ.1440/2005 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, που αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί, ενώ η ύπαρξη των ουσιαστικών προϋποθέσεων προς έκδοση της δεν εμπίπτει στον παρεμπίπτοντα έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 734/2010, 171/2006).Αυτός δε περαιτέρω νομίμως παρέσχε πληρεξουσιότητα προς τον δικαστικό πληρεξούσιο.

Με τον πέμπτο πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, για το λόγο όπως, επί λέξει, αναφέρεται ότι "η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται, ότι εμείς είμαστε νομείς ή κάτοχοι του επιδίκου".

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται επακριβώς το περιεχόμενο της αγωγής .

Με τον όγδοο πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατά παράβαση των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, αλλά και της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ένδικη αγωγή λόγω μη ύπαρξης σχετικής απόφασης προς άσκηση της από το ηγουμενοσυμβούλιο. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τόσον πρωτοδίκως , όσον και ενώπιον του Εφετείου είχε προσκομισθεί μετ'επικλήσεως "απόσπασμα πρακτικού υπ'αρ. πρωτ. ... της συνεδρίας Ζ/4.4.2010 της Γεροντίας της ... περί εγκρίσεως του δικογράφου της αγωγής και αναθέσεως στο δικηγόρο Διογένη Καραγιαννακίδη της εντολής να την υποστηρίξει μέχρις αμετακλήτου αποφάσεως διορίζοντας και άλλους δικηγόρους" Με τον ένατο πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ένδικη αγωγή επειδή στηριζόταν σε άκυρες αποφάσεις περί απέλασης των αναιρεσειόντων από το Άγιο Όρος . Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποια δικονομική διάταξη παραβιάσθηκε και πώς συντελέσθηκε τούτο.

VI. Κατά τον αριθ. 20 του άρθ.559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.

σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 840/2015, 2234/2013). Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα του φερομένου, κατά τους ισχυρισμούς του, ως παραμορφωθέντος εγγράφου, προκειμένου να διαπιστωθεί, σε σχέση με το περιεχόμενο του, το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, διαφορετικά ο λόγος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος (αναπόδεικτος, ΑΠ 840/2015).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ'αριθμ. 736/2005 και 2351-2356/2005 αποφάσεων του ΣτΕ, τις οποίες προσκόμισε σ' αυτό, αποδίδοντας σ' αυτές περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό απ' αυτό που πραγματικά είχαν. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν, αλλά και ούτε επικαλούνται, τα ως άνω, φερόμενα ως παραμορφωθέντα, έγγραφα.

VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 130/2020 αίτηση για αναίρεση, μετά των από 8-4-2021 και με αρ. κατ. 41/2021 προσθέτων λόγων, της υπ' αριθμ. 1267/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ