Supreme Court dismisses appeal against appellate court's partial acceptance of foreclosure claim.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to partially accept the bank's foreclosure claim. The appellant argued the bank acted in bad faith or gross negligence regarding the property auction, but the court found the lower court correctly applied the law at the time. Consequently, the appeal was rejected, the appellant's security was forfeited, and they were ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 940 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if filed within the statutory period and must be examined on its merits; if the appeal fails, the appellant loses the right to recover costs and forfeits their security deposit.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 90 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 90/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1693/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2720/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/4/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 2720/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ.
Από τη διάταξη αυτή και κατ' αντιδιαστολή προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όπου αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημιώσεως παράλληλα με το δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για τις περιπτώσεις εξαφανίσεως της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης αντίστοιχα αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, συνάγεται ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ευθέως αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλονότι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως.
Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της αμετακλήτου ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσας αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση, που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθ' ου, αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παρ. 3 σε σχέση με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 940 ΚΠολΔ (ΑΠ 1119/2011, ΑΠ 289/2000, ΑΠ 978/1997).
Δίδεται, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ η δυνατότητα ασκήσεως αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής, με αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθ' ου η εκτέλεση κατά εκείνου που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του ΚΠολΔ.
Αυτονόητα, αν ακυρωθεί μια μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. Κατά την αληθή, επομένως, έννοια της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενης και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας, και των ταυτόσημων διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, οι διατάξεις των οποίων κατοχυρώνουν, ταυτόσημα με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δικαιώματα για πρόσβαση στα δικαστήρια και δίκαιη δίκη, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται η έγερση, και πέραν της παρεχομένης από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ αξιώσεως αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημιώσεως του καθ' ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 9/2010, 12/2009, 49/2005, ΑΠ 1329/2014).
Ειδικότερα, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη απ' αυτήν καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ.
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου, που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Δηλαδή, η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξεως είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 933/2014).
Περαιτέρω, το άρθρο 39 του Ν 3259/2004 ορίζει τα εξής: < 1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.... 4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α` εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου > .
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 2267/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η αναιρεσίβλητη δεν τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της αναιρεσείουσας απορρίπτοντας την αίτηση της τελευταίας για επαναπροσδιορισμό των οφειλών της από τις δανειακές συμβάσεις.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : < Η …, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη Τράπεζα, χορήγησε στην ενάγουσα τέσσερα τοκοχρεωλυτικά δάνεια, ποσών 58.694,057 ευρώ, 12.032,28 ευρώ, 58.694,057 ευρώ και 586.940,57 ευρώ αντίστοιχα....
Στις 9-5-2001 τα τρία πρώτα δάνεια είχαν καταγγελθεί και τα ποσά αυτών επαναπροσδιορίστηκαν, ενώ από το τέταρτο δάνειο επαναπροσδιορίστηκε η απαίτηση από τις μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις του, οπότε η οφειλή της ενάγουσας από τα τρία πρώτα δάνεια περιορίστηκε στο ποσό των 447.899,5 ευρώ, ενώ από το τέταρτο δάνειο στο ποσό των 606.390 ευρώ.
Με τη δημοσίευση του Ν 3259/2004 η ενάγουσα υπέβαλε στην εναγομένη την από 18-10-2004 αίτησή της για τον επανακαθορισμό της οφειλής της και την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ως άνω νόμου. Η εναγομένη με την από 24-11-2004 απάντησή της αρνήθηκε τον αναπροσπροσδιορισμό, με το αιτιολογικό ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας δεν υπαγόταν στη ρύθμιση, για το λόγο ότι το αρχικό κεφάλαιο των τεσσάρων δανείων υπερέβαινε στο σύνολό του το ποσό των 400.000 ευρώ και συνεπώς ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του άρθρου 4 εδ.
α του ως άνω νόμου, κάλεσε δε αυτή να προβεί στη ρύθμιση της οφειλής της, στην οποία δεν προέβη.... Η εναγομένη προχώρησε την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της από τα τρία ως άνω δάνεια, τα οποία ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, με την από … επιταγή προς πληρωμή και επέσπευσε πλειστηριασμό του ακινήτου της, επιτάσσοντας αυτή να καταβάλει το ποσό των 720.646,21 ευρώ.
Η ενάγουσα άσκησε όλα τα νόμιμα δικαιώματά της κατά τα στάδια της αναγκαστικής εκτελέσεως και απορρίφθηκαν οι υπ' αυτής ασκηθείσες ανακοπές... Η υπ' αριθμ. 5685/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη, η οποία εκδόθηκε μετά τον ερμηνευτικό νόμο 3723/2008, έκρινε ότι η οφειλή της ενάγουσας δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν 3259/2004 και αναγνώρισε ότι η οφειλή της από τις τρεις πρώτες δανειακές συμβάσεις ανέρχεται στο ποσό των 179.092,63 ευρώ....
Η ενάγουσα με τον πρώτο λόγο εφέσεώς της παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την πρώτη αγωγική βάση που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, καθότι η εναγομένη με δόλια μεθόδευση, άλλως ενεργώντας με αμέλεια, απέρριψε την από 18-10-2004 αίτησή της θεωρώντας ότι η οφειλή της δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 39 του Ν 3259/2004, αλλά ότι υπάγεται στις εξαιρέσεις της παρ. 4 του άρθρου αυτού, αφού το σύνολο της οφειλής, στο οποίο εσφαλμένα, με πλημμελή εφαρμογή του νόμου, περιέλαβε και την τέταρτη δανειακή σύμβαση, ξεπερνούσε το όριο που έθετε ο νόμος των 400.000 ευρώ, ενώ όμως η αίτηση αφορούσε τα τρία πρώτα δάνεια και όχι και το τέταρτο, το οποίο δεν ήταν ληξιπρόθεσμο.
Ότι η δόλια πρόθεση της εναγομένης ενισχύεται και από το γεγονός ότι μετά την ισχύ της ερμηνευτικής διατάξεως του άρθρου 8 του Ν 3723/2008 ενέμεινε στην άποψη ότι η οφειλή της ενάγουσας δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 39 του Ν 3259/2004.... Όμως, κατά το χρόνο που η εναγομένη απέρριψε την από 18-10-2004 αίτηση της ενάγουσας ακολούθησε τη διάταξη του άρθρου 39 Ν 3259/2004 που επικρατούσε τότε και ακολουθούσαν όλα τα τραπεζικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που είχαν δοθεί από την … και καμία δόλια προαίρεση ή αμέλεια θεμελιώνεται εκ μέρους της, αφού η ίδια αυτή διάταξη κρίθηκε εκ των υστέρων ως έχουσα ασαφή και ανεπιτυχή γραμματική διατύπωση, δημιουργούσα ερμηνευτικά προβλήματα και χρειάστηκε να εκδοθεί ο ερμηνευτικός προς τούτο νόμος 3723/2008.
Άλλωστε όσον αφορά το τέταρτο δάνειο ποσού 586.940,57 ευρώ είχε υπαχθεί από την … μαζί με τα άλλα τρία δάνεια και ως προς τις δύο πρώτες δόσεις αυτού που ήταν ληξιπρόθεσμες στις διατάξεις του άρθρου 30 Ν 2789/2000 στις 9-5-2001. Για το τέταρτο δάνειο από τον ως άνω χρόνο επαναπροσδιορισμού των δύο πρώτων ληξιπρόθεσμων δόσεών του μέχρι και την ημερομηνία λήξης του δανείου, 1-1-2005, δεν είχε καταβληθεί από την ενάγουσα καμία άλλη δόση, με αποτέλεσμα, κατά το χρόνο της λήξης του να είναι και το δάνειο αυτό ληξιπρόθεσμο ως προς ολόκληρο το ποσό του, το οποίο από το χρόνο επανακαθορισμού των δύο πρώτων δόσεων μέχρι τη λήξη του ανήλθε στο ποσό των 589.143,93 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η εναγομένη υπολογίζοντας αθροιστικά τα τέσσερα δάνεια και απορρίπτοντας την από 18-10-2004 αίτηση της ενάγουσας για υπαγωγή των τριών εξ αυτών στη ρύθμιση του άρθρου 39 Ν 3259/2004 δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια και μάλιστα εκ δόλου ή εξ αμελείας, καθότι εφάρμοσε το νόμο, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές εκδοχές που ίσχυαν κατ' εκείνο το χρόνο και τις διευκρινίσεις που είχαν δοθεί από την … και λαμβάνοντας υπόψη αθροιστικά όλες τις δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει η ενάγουσα και οι οποίες κατά το χρόνο της αρνητικής απάντησής της ήταν ληξιπρόθεσμες....
Μετά τη δημοσίευση του ερμηνευτικού νόμου 3723/2008, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5685/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη, η οποία αναγνώρισε ότι η οφειλή από τα τρία πρώτα δάνεια υπάγεται στη ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 39 Ν 3259/2004 και υπολόγισε αυτή ανερχόμενη στο ποσό των 179.092,63 ευρώ, μη επηρεάζοντας το κύρος του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, παρά μόνο το ύψος της αναγγελθείσας απαίτησης της εναγομένης.
Ο ερμηνευτικός αυτός νόμος, ο οποίος αποτέλεσε στροφή στη νομολογία και την πρακτική των τραπεζών, κατά την εφαρμογή της ασαφούς διάταξης του άρθρου 39 παρ. 4 Ν 3259/2004, εκδόθηκε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, οπότε ορθά η εναγομένη απέρριψε και τη νεώτερη από 18-12-2008 αίτηση της ενάγουσας, αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η εκτελεστική διαδικασία με την εκπλειστηρίαση του ακινήτου, η οποία δεν ηδύνατο να ανατραπεί και ακυρωθεί με το νόμο αυτό, ούτε με την έκδοση της ως άνω 5685/2009 αποφάσεως που επανακαθόρισε το ύψος της οφειλής, επηρεάζοντας το ύψος της αναγγελομένης απαίτησης της εναγομένης και όχι το κύρος του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, ώστε να θεωρείται δόλια η διενέργεια αυτού πριν την έκδοση της ως άνω απόφασης....
Εξάλλου, ουδόλως προέκυψε ότι η εναγομένη προχώρησε λάθρα και δολίως στην αναγκαστική εκτέλεση και εκπλειστηρίαση του ακινήτου της ενάγουσας ώστε να μην έχει προλάβει να εκδοθεί η τελικά εκδοθείσα ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με θετικό αποτέλεσμα για την ενάγουσα. Τούτο διότι η ενάγουσα μη στερούμενη των δικονομικών δικαιωμάτων της, είχε ασκήσει τις κατά νόμο ανακοπές για την ακύρωση των κατ'ιδίαν πράξεων της σε βάρος της εκτελέσεως, οι οποίες είχαν απορριφθεί, η δε έκδοση της ως άνω αποφάσεως του ΠΠΑθ δεν αφορούσε το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας ούτε επηρέαζε τη συνέχισή της, αλλά ασκούσε επιρροή μόνο στο ύψος της απαίτησης της εναγομένης>.
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, το οποίο δεχόμενο την έφεση της αναιρεσείουσας και κρατώντας την υπόθεση απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής τη στηριζόμενη σε αδικοπραξία, επιδίκασε δε σ' αυτήν ποσό 150.000 ευρώ κατά παραδοχή, της επικουρικότερης βάσης της , της στηριζόμενης στον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω αιτίας λήξασας, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, ως προς την απόρριψη της ανωτέρω κύριας βάσης της, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη, υπολογίζοντας αθροιστικά και τα τέσσερα δάνεια που είχε λάβει η αναιρεσείουσα και απορρίπτοντας την από 18-10-2004 αίτηση αυτής για υπαγωγή των τριών πρώτων δανείων στη ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν 3259/2004, δεν ενήργησε και μάλιστα, εκ δόλου ή εξ αμελείας, καθόσον εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 39 του ως άνω νόμου, σύμφωνα με την ερμηνευτική εκδοχή της που επικρατούσε κατ' εκείνο το χρόνο και την οποία ακολουθούσαν όλα τα τραπεζικά ιδρύματα και σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που είχαν δοθεί από την …, αφού η εν λόγω διάταξη κρίθηκε εκ των υστέρων ως έχουσα ασαφή και ανεπιτυχή γραμματική διατύπωση, δημιουργούσα ερμηνευτικά προβλήματα και χρειάστηκε να εκδοθεί ο ερμηνευτικός προς τούτο νόμος 3723/2008.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, η αναιρεσίβλητη με την από 24-11-2004 απάντησή της αρνήθηκε την αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναπροσδιορισμό της οφειλής από τα ως άνω δάνεια, με το αιτιολογικό ότι η συνολική οφειλή της δεν υπαγόταν στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ.1 και 2 εδ. α Ν 3259/2004, για το λόγο ότι το αρχικό κεφάλαιο των τεσσάρων δανείων υπερέβαινε στο σύνολό του το ποσό των 400.000 ευρώ και επομένως ενέπιπτε στις εξαιρέσεις της παρ. 4 εδ.α του άρθρου 39 του ως άνω νόμου.
Δηλαδή η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο που απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 εδ. α του άρθρου 39 του Ν 3259/2004 που προϋπέθεταν η συνολική οφειλή από δάνεια ή πιστώσεις να είναι ληξιπρόθεσμη, αλλά εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 4 εδ.α του άρθρου 39 του ως άνω νόμου, η οποία όριζε ότι αν το αρχικό κεφάλαιο από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 εδ.
α του άρθρου 39. Έτσι η αναιρεσίβλητη υπολογίζοντας αθροιστικά και το τέταρτο δάνειο της αναιρεσείουσας, που κατά τους ισχυρισμούς της δεν είχε ακόμη καταστεί ολόκληρο ληξιπρόθεσμο, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν 3259/2004, αφού εφάρμοσε την παρ. 4 του άρθρου αυτού, η οποία εξαιρεί από τη ρύθμιση των παρ. 1 και 2 τις οφειλές, στις οποίες το αρχικό κεφάλαιο από τα δάνεια ή τις πιστώσεις υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, ανεξάρτητα αν αυτά έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα ή μη και δεν ενήργησε η αναιρεσίβλητη αδίκως από δόλο ή από αμέλεια, καθόσον εφάρμοσε τον ως άνω νόμο, σύμφωνα με την ερμηνευτική εκδοχή του που επικρατούσε τότε και ακολουθούσαν όλα τα τραπεζικά ιδρύματα και τις διευκρινήσεις που είχαν δοθεί από την …, μέχρι την έκδοση του μεταγενέστερου ερμηνευτικού νόμου 3723/2008.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1150/2011). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, οφειλομένης σε δόλο άλλως σε βαρεία αμέλεια αυτής που οδήγησε στον πλειστηριασμό του ακινήτου της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που στηρίζουν τις βάσεις της ένδικης αγωγής από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ και τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, δεχόμενο: α) ότι η αναιρεσίβλητη, υπολογίζοντας αθροιστικά τα τέσσερα δάνεια της αναιρεσείουσας και απορρίπτοντας την αίτησή της για υπαγωγή των τριών εξ αυτών στη ρύθμιση του άρθρου 39 Ν 3259/2004, δεν ενήργησε εκ δόλου ή εξ αμελείας, καθόσον εφάρμοσε το νόμο, σύμφωνα με την ερμηνευτική εκδοχή που ίσχυε κατ' εκείνο το χρόνο και ακολουθούσαν όλα τα τραπεζικά ιδρύματα και τις διευκρινήσεις που είχαν δοθεί από την … και β) ότι δεν προέκυψε ότι η αναιρεσίβλητη προχώρησε λάθρα και δολίως στις πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως και στην εκπλειστηρίαση του ακινήτου της αναιρεσείουσας και ότι για το σκοπό αυτό ζήτησε και την αναβολή της συζητήσεως της αναγνωριστικής αγωγής, ώστε να μην έχει προλάβει να εκδοθεί η τελικά εκδοθείσα υπ' αριθμ. 5685/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με θετικό για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα και έτσι να εμφιλοχωρήσει δόλια η ολοκλήρωση της εκτελεστικής διαδικασίας, καθόσον η αναιρεσείουσα, μη στερούμενη των δικονομικών της δικαιωμάτων, είχε ασκήσει τις κατά νόμο ανακοπές για την ακύρωση των κατ' ιδίαν πράξεων της σε βάρος της εκτελέσεως και είχαν απορριφθεί, η δε έκδοση της υπ' αριθμ. 5685/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αφορούσε στο κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά ασκούσε επιρροή μόνο στο ύψος της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία όταν ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως (στις 26-6-2008), ασκώντας δικονομικό δικαίωμα που της παρέχει ο νόμος, δεν ήταν δυνατόν να γίνει δεκτό ότι έπραξε τούτο δολίως, ώστε να επισπεύσει και να ολοκληρώσει την εκτελεστική διαδικασία, η οποία ουδόλως επηρεαζόταν από την απόφαση επί της δίκης αυτής, ούτε ηδύνατο να γνωρίζει την μετέπειτα έκδοση του ερμηνευτικού νόμου 3723/2008 (που δημοσιεύθηκε στις 9-12-2008).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2720/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡEYΟYΣA Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ