Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting a payment order annulment in a guarantee dispute.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Ioannina Court of First Instance's final decision rejecting an annulment of a payment order. The appellant, a guarantor, argued that the lower court erred in applying the scope of liability under Article 851 of the Civil Code regarding the guarantee limit. The court held that the appellate court correctly applied the law and did not require additional evidence to determine the guarantor's liability up to the principal debt amount.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that an appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the lower court's application of the guarantee liability limit constitutes a correct legal assessment.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 90 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 90/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Α., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρακίτσιο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-04-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 334/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/6/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 334/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 05-10-2015 και με αριθμό κατάθεσης 208/2015 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 268/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 27-04-2012 και με αριθμό κατάθεσης 515/2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος, καθώς και τους από 11-12-2012 και με αριθμό κατάθεσης 1589/2012 πρόσθετους λόγους αυτής και είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη με αριθμό 163/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την επιταγή προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου η αοριστία της αγωγής συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα (νομική αοριστία).
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δυο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018).
[ΙΙΙ] Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυτής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθέρωσης του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν αποκλείεται από ενδεχόμενη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρύθμισης, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθέρωσης), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.α ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 296/2017).
Εξάλλου, ο ορισμός της αμέλειας και δη με την αφηρημένη ελαφρά μορφή της, ως στοιχείου πταίσματος θεμελιωτικού λόγου ευθύνης, τόσο ενδοσυμβατικής όσο και αδικοπρακτικής (άρθρο 914 ΑΚ), δίδεται με τη διάταξη του άρθρου 330 εδ.β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίση από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ΑΠ 1534/2008, ΑΠ 1678/2007, ΑΠ 447/2000). Στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας. Έτσι, με κριτήριο την βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς, ως βαριά αμέλεια θεωρείται αυτή, όταν η απόκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή (ΑΠ 18/2009, ΑΠ 2193/2007). Η έννοια της αμέλειας είναι νομική και επομένως η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το βαθμό της αμέλειας, ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1073/2015, ΑΠ 2719/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης, από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, δια της εσφαλμένης ερμηνείας της, ένεκα της οποίας το Εφετείο οδηγήθηκε σε απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, ως μη νόμιμου, με επάλληλη νομική αιτιολογία, συμπροσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης. Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 27-04-2012 ανακοπής, καθώς και των από 08-12-2012 των προσθέτων λόγων της, προκύπτει ότι ο ανακόπτων εξέθεσε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου και συγκεκριμένα:
Ότι η ανακοπτομένη με αριθμό 163/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την επιταγή προς εκτέλεση κάτω από εκτελεστό απόγραφο αυτής, που επίσης προσβάλλεται, εκδόθηκε με βάση την με αριθμό .../22-11-1993 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της πιστώτριας, καθ' ης η ανακοπή, Τράπεζας και του πιστούχου Μ.
Π., όπως αυτή η πίστωση αυξήθηκε με πρόσθετες συμβάσεις και λειτούργησε μέχρι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τον Δεκέμβριο του έτους 2011, με χρεωστικό κατάλοιπο 251.316,93 ευρώ. Ότι με την πιο πάνω επιταγή, ο αναιρεσείων, ευθυνόμενος ως εγγυητής, επιτάσσεται να καταβάλει, εις ολόκληρον με τον πρωτοφειλέτη Μ.
Π., το συνολικό ποσό των 257.991,93 ευρώ, για κεφάλαιο, νόμιμους τόκους και έξοδα. Ότι από το έτος 1993 μέχρι και το έτος 2004, που έλαβε χώρα η τελευταία αύξηση της πίστωσης, αλλά και εφεξής, μέχρι το έτος 2012, η αναιρεσίβλητη πιστώτρια Τράπεζα, ενώ η επαγγελματική δραστηριότητα του παραπάνω πρωτοφειλέτη, εργολάβου δημοσίων έργων έφθινε, από βαρειά τουλάχιστον αμέλεια των προστηθέντων της, παρέλειπε να εξασφαλίσει την απαίτησή της με εμπράγματη ασφάλεια και αδρανούσε επί μακρό χρόνο να διεκδικήσει την κύρια οφειλή, εισπράττοντας μόνο τόκους, παρόλο που ο πρωτοφειλέτης εκποιούσε περιουσιακά του στοιχεία και ειδικότερα οριζόντια ιδιοκτησία 60 τ.μ.
το έτος 1997, ποσοστό 15/100 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 619 τ.μ. το έτος 2012, καθώς και ένα αγροτεμάχιο έκτασης 4.043 τ.μ. το έτος 2003. Ένεκα δε της παραπάνω αδράνειας της αναιρεσίβλητης έγινε αδύνατη η ικανοποίησή της από τον πρωτοφειλέτη, με συνέπεια την ελευθέρωση του αναιρεσείοντος από την εγγυητική του ευθύνη.
Περαιτέρω, στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της ανακοπής του, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι, όπως πληροφορήθηκε προσφάτως, ο πρωτοφειλέτης Μ. Π., μαζί με ένα άλλο φυσικό πρόσωπο, είχαν συστήσει κοινοπραξία, η οποία ανέλαβε και αποπεράτωσε το έργο ανέγερσης κτιρίων στέγασης του ΤΕΙ …, στην ...
και έχουν ασκηθεί στο Διοικητικό Εφετείο Ιωαννίνων οι από 29-05-2005 και 09-06-2008 προσφυγές της Κοινοπραξίας κατά του ΤΕΙ ..., με τις οποίες αξιώνει αποζημιώσεις ποσού 583.999,38 ευρώ και 220.466,34 ευρώ αντίστοιχα, η δε ευδοκίμηση των προσφυγών αυτών είναι λίαν πιθανή, μετά και από ποινική δίκη που προηγήθηκε, κατά τα ιστορούμενα στους πρόσθετους λόγους.
Ότι η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να δεχθεί εκχώρηση της απαίτησης του πρωτοφειλέτη από τις πιο πάνω αιτίες, ούτε προέβη σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, δηλαδή του ΤΕΙ, για να ικανοποιήσει την απαίτησή της κατά του πρωτοφειλέτη. Ακόμα εκθέτει ότι η αναιρεσίβλητη, με τίτλο την ανακοπτομένη, με αριθμό …/2012 διαταγή πληρωμής, ενέγραψε τέσσερις (4) προσημειώσεις υποθήκης, καθεμία για το ποσό των 200.000 ευρώ, σε ισάριθμα ακίνητα του πρωτοφειλέτη που κείνται στην πόλη των … και συγκεκριμένα α) σε οριζόντια ιδιοκτησία εμβαδού 28 τ.μ. (ισόγειο χώρο - γραφείο), β) σε οριζόντια ιδιοκτησία εμβαδού 66 τ.μ., που επίσης συνιστά ισόγειο γραφείο, γ) σε οριζόντια ιδιοκτησία (ισόγειο - γραφείο), εμβαδού 10 τ.μ.
και δ) σε ωσαύτως οριζόντια ιδιοκτησία εβαδού 11 τ.μ., που συνιστά ισόγειο χώρο - γραφείο. Ότι η εμπορική αξία των παραπάνω ιδιοκτησιών αποτιμάται, κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής, στα ποσά τουλάχιστον των 80.000 ευρώ, των 300.000 ευρώ, των 40.000 ευρώ και των 40.000 ευρώ αντίστοιχα, πλην όμως επειδή αποτελούν συνεχόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες η πραγματική τους αξία ενδεχομένως υπερβαίνει τις παραπάνω αναφερόμενες και είναι συνολικής αξίας άνω των 500.000 ευρώ.
Ότι είναι βεβαρυμένα, όλα μαζί, με προσημείωση υποθήκης ποσού 100.000 περίπου ευρώ που έχει εγγράψει η Συνεταιριστική Τράπεζα ... το έτος 2007, έναντι της οποίας το δάνειο του πρωτοφειλέτη εξυπηρετείται κανονικά, καθώς και με ανενεργείς κατασχέσεις μικρού ποσού, περίπου 15.000 ευρώ, για απαιτήσεις προμηθευτών του πρωτοφειλέτη.
Τέλος, ότι, από βαρειά αμέλειά της η αναιρεσίβλητη περιήλθε σε αδυναμία να ικανοποιηθεί από τα ακίνητα του πρωτοφειλέτη, με την παράλειψή της να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό των παραπάνω τεσσάρων (4) ακινήτων του.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, πρωτίστως ως αόριστο και με επάλληλη σκέψη ως μη νόμιμο, με τις ακόλουθες νομικές παραδοχές: «| […] Ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι σύμφωνα με όσα εκτενώς, αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα νομική σκέψη, απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον ο ανακόπτων ουδόλως εκθέτει ότι η ακίνητη περιουσία του πρωτοφειλέτη πιστούχου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, καθόσον τα στοιχεία που επικαλείται αυτός, όπως αορίστως προβάλλονται, δηλαδή χωρίς να εξειδικεύονται οι ως άνω προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ και την επέλευση της έννομης συνέπειας της ελευθέρωσης του εγγυητή, ενώ δηλαδή αναφέρεται η αξία των ακινήτων, τα οποία ο πρωτοφειλέτης έχει στην κυριότητά του, συνολικής αξίας 500.000 ευρώ, όπως αναφέρεται στο λόγο ανακοπής, ουδόλως εκθέτει αν η ακίνητη περιουσία του πρωτοφειλέτη επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, αντίθετα εκθέτει ότι ο πρωτοφειλέτης, διέθετε μέχρι και το χρόνο της ανακοπής της την προπεριγραφόμενη ακίνητη περιουσία συνολικης αξίας, 500.000 ευρώ, όπως αυτός εκθέτει στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ανακοπής, στον πρώτο πρόσθετο λόγο, συνεπώς, δεν προκύπτει η αδυναμία ικανοποιήσεως του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη πιστούχο [...].
Επίσης, η πιο πάνω συμπεριφορά των οργάνων της δανείστριας καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, όπως αυτή ιστορείται από τον ανακόπτοντα, δεν συνιστά πταίσμα (αμέλεια) όπως απαιτεί η ΑΚ 862, ενόψει του ότι ο ανακόπτων εγγυτής δεν ισχυρίσθηκε α) ότι η δανείστρια καθ' ης τράπεζα γνώριζε κατά τη χορήγηση της πιστώσεως ότι η οικονομική κατάσταση του οφειλετη ήταν επισφαλής ή ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει τον κίνδυνο της οικονομικής του αδυναμίας και παρά ταύτα δεν επεδίωξε την είσπραξη της απαίτησής της, ή δεν έλαβε μέτρα διασφαλίσεως της απαίτησης της με εμπράγματη ασφάλεια επί των περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη.
Επίσης, δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά από την έναρξη της λειτουργίας της σύμβασης και μέχρι το οριστικό κλείσιμο της, που προσέδιδαν στον πρωτοφειλέτη αφερεγγυότητα και παράλληλα κακή πορεία των εργασιών του, ώστε να προκύπτει από το συσχετισμό τους η τυχόν υπερχρέωσή του, β) δεν επικαλείται ότι σε σχέση με την αναφερόμενη στην ανακοπή συνολική αξία (500.000 ευρώ) των ακινήτων του οφειλέτη, τα οποία βρίσκονται ακόμη στην κυριότητά του, όπως εκθέτει στην ανακοπή δεν επαρκεί η αξία αυτών για την κάλυψη της απαίτησης της καθ' ης, γ) δεν προσδιορίζει την αιτία από την οποία ο πρωτοφειλέτης έγινε αναξιόχρεος και τον χρόνο κατά τον οποίο αυτός κατέστη αναξιόχρεος.
Επίσης, σε συνάρτηση με την προηγούμενη αοριστία, ο ανακόπτων δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά ώστε να είναι δυνατή η κρίση του δικαστηρίου τόσο για το αναξιόχρεο του πρωτοφειλέτη, όσο και για τον αιτιώδη σύνδεσμο του επικαλούμενου πταίσματος της καθ' ης η προς το αναξιόχρεο του πρωτοφειλέτη της, όπως π.χ.
ότι η αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη ήτο γνωστή στην κοινωνία και ιδιαίτερα στον εμπορικό κόσμο των…, ότι το γεγονός αυτό η καθ' ης Τράπεζα έπρεπε να γνωρίζει ή ότι το γνώριζε και ότι τούτο καθιστούσε επισφαλή την είσπραξη της απαιτήσεώς της και θα έπρεπε να την εμβάλει σε ανησυχία και να έχει ως πρώτη επιδίωξή της τη λήψη επειγόντων εξασφαλιστικών της απαιτήσεώς της μέτρων με την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη μέχρις ότου πληρωθεί το χρέος του.
Συνεπώς, εξ όλων των ανωτέρω ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον τα στοιχεία που επικαλείται αυτός, όπως αορίστως προβάλλονται δεν μπορούν κατά νόμο να στοιχειοθετήσουν την επικαλούμενη ελευθέρωση του από δόλο ή βαριά αμέλεια της καθ' ης, που επικαλείται ο ανακόπτων, κατά την έννοια που εκτενώς προαναφέρθηκε στην ανωτέρω μείζονα νομική σκέψη. Άλλως, σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος ο ως άνω λόγος ανακοπής, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ανακόπτων και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 862 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε για την απόσβεση της εγγύησης και την ελευθέρωση του εγγυητή απαιτούνται αθροιστικά οι ουσιώδεις προϋποθέσεις α) της αδυναμίας ικανοποίησης του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη και β) η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του δανειστή. Ο ανακόπτων, όμως, δεν επικαλείται τη συνδρομή των στοιχείων αυτών. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι μέχρι τον χρόνο της ανακοπής ο πρωτοφειλέτης ήταν αξιόχρεος και φερέγγυος.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και σε κάθε περίπτωση ως νόμως αβάσιμος […]|».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ως προς την αναγκαία προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται για την ελευθέρωση του εγγυητή, δηλαδή της περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή. Τούτο δε διότι, με τα εκτιθέμενα στα παραπάνω δικόγραφα ότι ο αναιρεσείων εγγυητής επιτάσσεται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το συνολικό ποσό των 257.991,93 ευρώ, με βάση εκτελεστό απόγραφο της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, ενώ κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής ο πρωτοφειλέτης Μ. Π., πέραν του ότι τυγχάνει μέλος Κοινοπραξίας η οποία αξιώνει βάσιμα με προσφυγές της στο Διοικητικό Εφετείο Ιωαννίνων αποζημιώσεις ύψους 583.999,38 ευρώ και 220.466,34 ευρώ, από εκτέλεση δημόσιου έργου, έχει στην κυριότητά του και ακίνητη περιουσία συνολικής αξίας άνω των 500.000 ευρώ,δεν επάγεται αφερεγγυότητα αυτού να ικανοποιήσει την ως άνω απαίτηση της αναιρεσίβλητης και ο πρώτος λόγος της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της, καθίσταται πράγματι, μη νόμιμος. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Συνακολούθως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα, ή απαράδεκτο" ελέγχεται δε με την διάταξη αυτή η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΟλΑΠ 112/2008, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 1351/2014) και με τον οποίο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το δικονομικό σφάλμα της παραβίασης του άρθρ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ, με το να απορρίψει τον πρώτο λόγο της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, πρωτίστως ως αόριστο, ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στα πιο άνω δικόγραφα ήταν πλήρως ορισμένος, αποβαίνει αλυσιτελής και, άρα, αβάσιμος. Αυτό δε διότι, ο λόγος αυτός της ανακοπής, εκτός από αόριστος απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, με επάλληλη σκέψη που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η προσβολή της οποίας, κατά τα αμέσως παραπάνω, δεν επλήγη αποτελεσματικώς και η τυχόν ευδοκίμηση του παρόντος αναιρετικού λόγου δεν άγει σε αναίρεσή της (πρβλ. ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1008/2013, ΑΠ 437/2011).
[ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε να απέρριψε την αγωγή, ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με το λόγο του άρθρ.1 (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009), εκτός αν το δικαστήριο εξέφρασε παρεμπιπτόντως κρίση επί της ουσίας, η οποία είχε έστω και έμμεση επίδραση στο διατακτικό της απόφασής του, οπότε εντεύθεν μπορεί να ιδρυθεί ο παρών λόγος (ΑΠ 1490/2015).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις", καθιδρύεται όταν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1365/2014, ΑΠ 1259/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με τις αιτιάσεις ότι, ενώ το Εφετείο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης μόνο ως προς το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων, απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο, πρωτίστως ως αόριστο και σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμο, με αιτιολογίες αντιφατικές μεταξύ τους, επιπλέον δε δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες επί των πραγματικών περιστατικών που ιστορούνται στην ανακοπή, οι οποίες στηρίζουν την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, όμως, είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, για την έρευνα του πρώτου λόγου της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, αφού τον απέρριψε ως αόριστο και με επάλληλη σκέψη ως μη νόμιμο, χωρίς να εκφράσει παρεμπίπτουσα έστω κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητάς του, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπησή της.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.17 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι η απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής, ως αόριστου και ως μη νόμιμου, παράγει αιτιολογίες αντιφατικές με το διατακτικό της, με το οποίο απορρίπτονται όλοι οι λόγοι της ανακοπής αδιευκρίνιστα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ωσαύτως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, διότι ο αναιρεσείων δεν αιτιάται αντιφατικές διατάξεις που να εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης, από την επισκόπηση εξάλλου της οποίας προκύπτει ότι περιέχει μία μόνο διάταξη, απορριπτική της ανακοπής και των προσθέτων λόγων της.
[IV] Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ «Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης». Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν από εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής , το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά (ΑΠ 1734/2019, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 38/2016). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, αποδίδοντας σ' αυτή το σφάλμα ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που πρότεινε με τα δικόγραφα της ανακοπής του, κύριο και πρόσθετων λόγων και δη πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την ουσιαστική βασιμότητα του πρώτου λόγου της ανακοπής.
Ότι, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του πως η αναιρεσίβλητη τράπεζα από πταίσμα της αρνήθηκε να δεχθεί την εκχώρηση των αξιώσεων του πρωτοφειλέτη κατά του ΤΕΙ …, ποσών 583.999,38 ευρώ και 220.466,34 ευρώ, απορρέουσες από εκτέλεση έργου κοινοπραξίας της οποίας ο πρωτοφειλέτης τυγχάνει μέλος, ούτε προέβη η ίδια σε κατάσχεση της εν λόγω απαίτησης στα χέρια του ΤΕΙ, ως τρίτου, ισχυρισμοί που ασκούσαν καθοριστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δικαιολογούσαν την απαλλαγή του αναιρεσείοντος από την εγγυητική του ευθύνη, κατ' άρθρ. 862 ΑΚ.
Ότι αντίθετα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πέραν της εσφαλμένης κρίσης της περί αοριστίας και νομικού αβασίμου του πρώτου λόγου της ανακοπής, οδηγήθηκε σε επάλληλη κρίση πως η ιστορούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά πταίσμα (αμέλεια) κατά τη διάταξη του άρθρ. 862 ΑΚ, απορρίπτοντας έτσι τον πρώτο λόγο ανακοπής ως ουσία αβάσιμο, όπως η απόρριψη αυτή προκύπτει από το γενικό και ατελές διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και σε σχέση με τις αιτιολογίες της.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει προεχόντως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς, και έκρινε ότι τα εκτιθέμενα δεν μπορούν να θεμελιώσουν πταίσμα της αναιρεσίβλητης, όπως απαιτεί η διαταγή του άρθρου 862 ΑΚ και εντεύθεν απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο και σε κάθε περίπτωση ως αόριστο.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, χωρίς να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα α) την με αριθμό …/2012 ένορκη βεβαίωση του πρωτοφειλέτη Μ.
Π., που λήφθηκε νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, β) την από 21-12-2012 αίτηση του παραπάνω προς την αναιρεσίβλητη για την εκχώρηση των απαιτήσεών του κατά του ΤΕΙ … και γ) την από 31-01-2013 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, αρνητική της εκχώρησης των αξιώσεων του πρωτοφειλέτη και ότι το Εφετείο, εάν είχε λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν θα είχε οδηγηθεί στην κρίση περί ανυπαρξίας πταίσματος της αναιρεσίβλητης, αλλά θα είχε αποφανθεί πως ο πρώτος λόγος της ανακοπής ήταν παραδεκτός, νόμιμος και βάσιμος στην ουσία του.
Εφόσον, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής στην ουσία του, διαμορφώνοντας αποδεικτική κρίση από τα μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλα τον απέρριψε πρωτίστως ως αόριστο και με επάλληλη σκέψη, που επίσης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ως μη νόμιμο, ο παρών αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, διότι προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας.
[V] Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 1558/2014).
Η παραπάνω διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ ευρίσκει πεδίο εφαρμογής και στην αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 279/2004, ΑΠ 916/2004, ΑΠ 115/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τους αριθ.1, 14 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενος σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη του πρόσθετου λόγου ανακοπής περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων θεμελίωσε τον παραπάνω πρόσθετο λόγο στα ίδια πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε και για τον πρώτο λόγο ανακοπής, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, τα οποία προπαρατέθησαν κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου.
Περαιτέρω επικαλέστηκε ότι η μακρά αδράνεια της αναιρεσίβλητης που δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι θα ικανοποιήσει την απαίτησή της από τον πρωτοφειλέτη και δεν θα στραφεί εναντίον του, με κίνδυνο να απωλέσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει (μικρό κατάστημα) και να υποστεί, έτσι, δυσανάλογα μεγάλη και επαχθή ζημία.
Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως νομικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ανακόπτων και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ". Ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν πράγματι μη νόμιμος, διότι τα ιστορούμενα περιστατικά μακράς αδράνειας της αναιρεσίβλητης να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τον πρωτοφειλέτη δεν είναι αντικειμενικά ικανά να δικαιολογήσουν εύλογη πεποίθηση του αναιρεσείοντος εγγυητή ότι δεν θα στραφεί εναντίον του, ούτε η άρνηση της αναιρεσίβλητης να δεχθεί εκχώρηση των απαιτήσεων του πρωτοφειλέτη και δη επιδίκων, κατά του ΤΕΙ …, ή να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια του τελευταίου, ως τρίτου, ούτε και η εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης στα τέσσερα (4) ακίνητα του πρωτοφειλέτη, για το ποσό των 200.000 ευρώ σε καθένα συνιστούν συμπεριφορά αυτής αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθων ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της και δη κατά προφανή υπέρβαση των επιβαλλόμενων με τις αρχές αυτές ορίων.
Επομένως, το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δια της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της, με βάση τα εκτιθέμενα στην ανακοπή και ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, στηριζόμενος στον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και στους αριθ.14 και 19 του ίδιου άρθρου που επίσης παραθέτει ο αναιρεσείων, αφού δεν πρόκειται για απόρριψη του λόγου ως απαράδεκτου, ούτε για διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, κατόπιν έρευνας της ουσίας τους), είναι αβάσιμος.
VI. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 623-624 του ΚΠολΔ, μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για χρηματικό κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ, είναι κατά ποσό ορισμένο και δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση του λογαριασμού αυτού, το κλείσιμο τούτου και το κατάλοιπο που προκύπτει υπέρ εκείνου που ζητεί την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Αν αναγνωρίσθηκε το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 192/2005, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 6524/1991).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 ν.δ. της 17/7/13-8-1923 και 112 Ε.Ν.Α.Κ. προκύπτει ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη του καταλοίπου, που θα προέλθει από τη λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός εάν η μεταγενέστερη είναι πρόσθετη σύμβαση, με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου μέχρι όμως του ποσού της αρχικής συμβάσεως, εάν δεν έλαβε μέρος με την ιδιότητα του εγγυητή στην πρόσθετη σύμβαση ή και των πρόσθετων στην συνέχεια συμβάσεων, εφ' όσον και αυτός τις εγγυήθηκε (ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 1229/2007, ΑΠ 1458/2006, ΑΠ 100/2004).
Στην ένδικη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αίτησης βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου για πλημμέλειες από τους αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθήν εκτίμηση και 14 του ίδιου άρθρου, επικαλούμενος ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, όπως συμπληρώθηκε με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, ως αόριστο και, με επάλληλη κρίση, ως μη νόμιμο.
Από την εκτίμηση των δικογράφων της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εξέθεσε, για τη θεμελίωση του δεύτερου λόγου ανακοπής, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: α) ότι δεν υπέγραψε την με αριθμό 351/07-01-2008 πρόσθετη πράξη τροποποίησης των όρων της σύμβασης ανοικτού λογαριασμού, με την οποία συμφωνήθηκε νέο επιτόκιο υψηλότερο κατά 2,50% από το συμβατικό επιτόκιο της πιστώτριας τράπεζας, β) η απαίτηση της αναιρεσίβλητης χωρίς την ανωτέρω αύξηση του επιτοκίου απομειώνεται για τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012, κατά τα ποσά των 6.136 ευρώ, 6.070 ευρώ, 4.770 ευρώ, 7.513 ευρώ και 18.000 ευρώ, αντίστοιχα, γ) την 28-12-2011 μεταφέρθηκε σε οριστική καθυστέρηση ποσό 204.010,88 ευρώ και η αναιρεσίβλητη επί του ποσού αυτού επέβαλε αδικαιολόγητα τόκους, με επιτόκιο 14,40%, το οποίο υπερβαίνει το επιτόκιο της πρόσθετης πράξης και έτσι υπολόγισε τόκους ποσού 47.306,05 ευρώ έως 28-12-2011 και μέχρι την 17-4-2012 επέβαλε τόκους ποσών 10.725,06 ευρώ, 396,59 ευρώ και 72,57 ευρώ.
γ) Ότι τα πιο πάνω επιτόκια δεν τον δεσμεύουν, έτσι ώστε η όποια ευθύνη του έναντι της αναιρεσίβλητης ανέρχεται σε ποσό 189.000 ευρώ, σύμφωνα με τα επιτόκια των συμβάσεων πίστωσης.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του εκτίμησε και απέρριψε το δεύτερο λόγο ανακοπής, ως ακολούθως: «| [ …] Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, και όπως αυτός εκτιμάται και όπως παραδεκτά συμπληρώνεται με το δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ακύρως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, διότι αφενός μεν η από 07-01-2008 πρόσθετη πράξη τροποποίησης των όρων της αρχικής συμβάσεως με την οποία προσαυξήθηκε το συμβατικά καθορισθέν επιτόκιο, εκδόθηκε χωρίς τη σύμπραξη και υπογραφή του ιδίου και με την πράξη αυτή η καθ' ης χρέωσε τον ίδιο, ως εγγυητή, με ποσά τόκων πέραν των συμβατικών, αφετέρου δε ο ίδιος υπέγραψε για τυπικούς και μόνον λόγους την από 08-03-2004 σύμβαση εγγυήσεως, με την οποία εγγυόταν την εξόφληση της πίστωσης έως το ποσό των 220.000,00 ευρώ, πιστεύοντας ότι πρόκειται για ήδη συναφθείσες και συναφθεισόμενες την ίδια ημέρα συμβάσεις. [...]Στην προκειμένη περίπτωση με τον ως άνω δεύτερο λόγο ανακοπής καθώς και το δεύτερο πρόσθετο λόγο ειδικότερα ως προς το πρώτο σκέλος του, ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναφέρθηκαν ανωτέρω, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, όπως κρίνει το Δικαστήριο δεν πλήττει ο ανακόπτων συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και δη συγκεκριμένο κονδύλι τόκων πέραν των συμβατικών τόκων, κατά το οποίο ακύρως εκδόθηκε εις βάρος του η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Πέραν δε, της πρόδηλης αοριστίας του, ο ως άνω λόγος είναι σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναφέρθηκαν ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος και ως νόμω αβάσιμος, διότι πρόκειται για έκδοση διαταγής πληρωμής για το οφειλόμενο κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, συνεπώς, δεν απαιτείται για το ορισμένο της διαταγής πληρωμής να αναφέρεται ούτε στο αντίγραφο της καρτέλας οριστικής καθυστέρησης και το αντίγραφο λογαριασμού κίνησης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε στη διαταγή πληρωμής για την πληρότητα και το ορισμένο της, ούτε τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, από το οποίο προέκυψε το κατάλοιπο, όπως το επιτόκιο υπερημερίας ή το συμβατικό επιτόκιο, βάσει των οποίων κινήθηκε ο λογαριασμός, ούτε η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού από το άνοιγμα έως το κλείσιμο του, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο σχετικό απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστοδότρια τράπεζας.
Συνεπώς, ο ως άνω δεύτερος λόγος ανακοπής, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και σε κάθε περίπτωση ως νόμω αβάσιμος σύμφωνα με όσα εκτενώς αναφέρθηκαν παραπάνω, ως προς το πρώτο σκέλος του[...]. Ο ως άνω δεύτερος λόγος της ανακοπής, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής ως προς το δεύτερο σκέλος του, πέραν του ότι είναι προεχόντως απορριπτέος, λόγω της πρόδηλης αοριστίας του, διότι ο ανακόπτων δεν βάλλει κατ' ορισμένου κονδυλίου του λογαριασμού, συγκεκριμένα δεν εκθέτει συγκεκριμένα στο λόγο ανακοπής μέχρι ποιου ποσού ευθύνεται αυτός, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται περί μη υπογραφής της τελευταίας πρόσθετης σύμβασης με την οποία αυξήθηκε το ποσό της πίστωσης, μέχρι του ποσού των 220.000 ευρώ, και μέχρι ποίου ποσό τελικά αυτός ευθύνεται, ώστε να δύναται να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο ως άνω λόγος ανακοπής, και να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, σε καταφατική δε τυχόν περίπτωση, να αφαιρεθεί το υπερβάλλον ποσόν για το οποίο ισχυρίζεται ότι δεν ευθύνεται (ποίο είναι αυτό δεν εκθέτει στο σχετικό λόγο ανακοπής, από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στη διαταγή πληρωμής, παρά μόνο προτείνεται από αυτόν μια αόριστη, γενική και ασαφής αμφισβήτηση του ποσού για το οποίο ευθύνεται), συνεπώς, προεχόντως είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος ανακοπής ως προς το δεύτερο σκέλος του λόγω της αοριστίας του.
Σε κάθε όμως περίπτωση, ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν εκτενώς στην προηγηθείσα ανωτέρω μείζονα νομική σκέψη, δεδομένου ότι εάν πρόκειται για συμπληρωματική αύξηση του ποσού της πίστωσης, η οποία προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης και δεν είναι αυτοτελής, όπως επικαλείται ο ίδιος ο ανακόπτων, ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή ολόκληρου του καταλοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού, αλλά η ευθύνη του περιορίζεται πάντοτε μέχρι το ποσό της αρχικής σύμβασης.
Εξάλλου, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, η εγγύηση δόθηκε υπέρ του μέλλοντος να προκύψει καταλοίπου του λογαριασμού κατά το οριστικό κλείσιμο, οι ενδιάμεσες διακυμάνσεις του λογαριασμού από τότε που δόθηκε η εγγύηση από τον ανακόπτοντα μέχρι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δεν ασκούν οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση […] |».
Με τα εκτιθέμενα περιστατικά, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, είναι μη νόμιμος στο σύνολό του, διότι με την αρχική σύμβαση και τις πρόσθετες αυξητικές συμβάσεις που επακολούθησαν, τις οποίες δεν αμφισβητεί ο ανακόπτων - αναιρεσείων (πλην της τελευταίας με αριθμό …/07-01-2008, τροποποιητικής ως προς το ύψος του επιτοκίου), χορηγήθηκε στον πρωτοφειλέτη Μ.
Π. πίστωση ποσού 220.000 ευρώ, την εξόφληση της οποίας, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, εγγυήθηκε ο αναιρεσείων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη καταβολής κάθε χρεωστικού υπολοίπου. Επομένως, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που εκτίθεται πιο πάνω, η ευθύνη του καταλαμβάνει και τις πρόσθετες συμβάσεις, οι οποίες απλώς αυξάνουν το ποσό της πίστωσης, μέχρι το όριο του ποσού της αρχικής σύμβασης, καθώς και των πρόσθετων στις οποίες συμβλήθηκε, δηλαδή του κεφαλαίου των 220.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Ενόψει δε του ορίου αυτού ευθύνης του, για κάθε χρεωστικό υπόλοιπο και χωρίς να επικαλείται ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού περιλαμβάνει παράνομους τόκους σε βάρος του πιστούχου πρωτοφειλέτη,ούτε δε να επικαλείται ότι το επιτασσόμενο με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής προαναφερθέν ποσό και χωρίς το επιτόκιο της με αριθμό …/7-1-2008 τροποποιητικής σύμβασης υπερβαίνει το ως άνω όριο εγγυητικής ευθύνης του για το χρεωστικό υπόλοιπο, δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός στον παραπάνω λόγο ανακοπής ότι χωρίς την προσαύξηση επιτοκίου η οποία απορρέει από την παραπάνω τροποποιητική σύμβαση, που δεν δεσμεύει τον ανακόπτοντα, η όποια ευθύνη του έναντι της αναιρεσίβλητης ανέρχεται στο ποσό των 189.000 ευρώ.
Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε και ως μη νόμιμο το λόγο αυτό της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο, με επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από τα απαιτούμενα για την εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 851 ΑΚ, που ορίζει την έκταση της ευθύνης του εγγυητή και παρατίθεται στην ανακοπή.
Άρα ο έβδομος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ορθά από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθ.19, αφού το Εφετείο δεν διέλαβε ελάσσονα πρόταση με αποδεικτικό πόρισμα και με τον οποίο πλήττεται, κατ' ορθήν εκτίμηση, η απόφαση του Εφετείου και ως προς την επάλληλη κρίση της περί της νομιμότητας του λόγου ανακοπής, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αίτησης, ως προς το σκέλος του από τον αριθ.14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επίσης πλήττεται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για δικονομικό σφάλμα της απόρριψης του πιο πάνω, δεύτερου λόγους της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε, πρωτίστως ως αορίστου, αποβαίνει αλυσιτελής, καθόσον η έρευνα και τυχόν παραδοχή του δεν άγει σε αναίρεση της απόφασης, όπως προεκτέθηκε σχετικά και με τον πρώτο αναιρετικό λόγο.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-06-2018 αίτηση του Α. Π., για αναίρεση της με αριθμό 334/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ