Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of appeal due to jurisdictional error by lower court.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal challenging the First Instance Court's decision to declare the case inadmissible due to jurisdictional error. The appellants argued that the First Instance Court erred in declaring itself incompetent, while the appellees contended the lower court correctly applied procedural rules. The court ruled that the specific legal provision preventing appeals against jurisdictional errors by higher courts did not apply here, leading to the rejection of the appeal.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 583 et seq., 632, 933, 979 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a decision declaring a case inadmissible due to jurisdictional error is admissible unless the decision was made by a higher court regarding the jurisdiction of a lower court.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 909 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 909/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Π., 2) Ν. συζ. Α. Κ., το γένος Θ. Τ., 3) Ι. Κ. του Α., 4) Π. Κ. του Α., κατοίκων ... 5) Β., συζύγου Δ. Τ., το γένος Λ. Π., κατοίκου ... ατομικώς και ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της Δ. Τ. του Θ., 6) Τ. Τ. του Δ., κατοίκου ... ατομικώς και ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα του Δ. Τ. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ... 2) Ν., συζ. Γ. Ν., το γένος Α. Τ., κατοίκου ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Χ. Α. του Δ., κατοίκου ... 4) Ε. συζ. Ι. Η., το γένος Δ. Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", με ΑΦΜ ... που εδρεύει στην ... και ήδη …, και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Σ. Ν. του Δ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Παπαϊωάννου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 2465/2018, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 2127/2020 Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων 2127/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2465/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι, πλην της 1ης και 2ης αναιρεσίβλητης, παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1-3-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 2127/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων, δίκασε ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών και απέρριψε την έφεση των εναγόντων- εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, κατά της αριθμ. 2465/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ερήμην του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, την αγωγή με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι τους οφείλουν αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από παράνομη χρήση του επίδικου ακινήτου τους ως κακόπιστοι νομείς άλλως ως αυθαίρετοι χρήστες, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται και η υπ'αριθμ. 2465/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ο πέμπτος των αναιρεσειόντων Τ. Τ. άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και ως εξ αδιαθέτου μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του Δ. Τ. στις 19-9-2019 πριν την άσκηση αναιρέσεως στις 8-3-2021 μετά και την αποποίηση κληρονομίας της συζύγου του Β. Τ. (141/20/1019 Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Αθηνών, 242273/2-12-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, 349/16-1-2020 δήλωση αποποίησης κληρονομίας).
Από το άρθρο 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. (ΑΠ 206/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ.
γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ` αναβολή δικάσιμο (ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1062/2017). Όπως προκύπτει, από τις υπ'αριθμ. 344Δ και 343/4-6-2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης αντιστοίχως, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της από 01-03-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή, από 20.05.2021 πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Γ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 08.09.2021, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε στους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι με βάση τα προαναφερόμενα, είχαν κληθεί στην αρχική δικάσιμο της 08.09.2021 κατά την οποία η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει ως κλήτευσή τους για τη νέα δικάσιμο, πρέπει ο Άρειος Πάγος να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 765/2008).
Αν όμως η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο της απόρριψης της έφεσης, όσο και η πρωτόδικη ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1286/2018). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.
Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης, για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Α.Π 360/2020, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 336/2009, ΑΠ 306/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) των προσβαλλόμενων αποφάσεων η μεν υπ' αριθμ. 2127/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ'αριθμ. 2465/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής και παρέπεμψε αυτήν προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως καθύλην αρμόδιο δικαστήριο.
Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ'αριθμ. 2465/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά τα λοιπά η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά της υπ'αριθμ. 2127/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Kατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δ. (Ολ ΑΠ. 2/2001).
Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Α.Π. 640, 862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ. 1735/2008). Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (Α.Π 1921/2017, ΑΠ. 371/08, 370/2014).
Τέλος, κατά το άρθ. 47 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο §2 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23-7-2015) "Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο".
Με την ως άνω διάταξη για λόγους οικονομίας της δίκης και προς αποφυγή παρέλκυσής της, αλλά και διότι το ανώτερο δικαστήριο διαθέτει κατά τεκμήριο τα εχέγγυα ορθής δικαστικής κρίσης, προβλέπεται ότι δεν είναι δυνατή η προσβολή με ένδικο μέσο της απόφασης ανώτερου δικαστηρίου για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου και της απόφασης κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο.
Επομένως, το Εφετείο με το ν' απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ'αριθ. 2465/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία παραπέμφθηκε η από 21-4-2017 αγωγή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ως καθύλην αρμόδιο, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα.
Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς έρευνα κατά της υπ'αριθμ. 2127/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεδομένου ότι σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, υπόκειται σε αναίρεση μόνο σχετικά με το κεφάλαιο της απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης, η υπό κρίση αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως, πρέπει ν'απορριφθεί. Να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 8-3-2021 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί μέρος των δικαστικών εξόδων λόγω της δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόστηκαν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν μέρος των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, μειωμένα όμως (άρθρα 176, 179, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 01-03-2021 αίτηση, για αναίρεση των 2127/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2465/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων εις βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ για κάθε διάδικο μέρος.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ