Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
909/2022 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against car accident judgment due to lack of legal grounds and procedural compliance.

Geschäftsnummer 909/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiff against a final judgment from the Single Member Court of Appeals regarding a car accident case. The appellant argued that the lower court exceeded its discretionary power in awarding damages and failed to properly assess evidence, but the court found these claims unsupported by law. Since the defendant was absent and the appellant's arguments did not meet the legal threshold for overturning the final decision, the appeal was rejected in its entirety.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the appellant fails to demonstrate that the lower court exceeded its discretionary power or violated legal principles, especially when the defendant is absent and the appellant's arguments lack legal basis.

Schlagwörter

KI-generiert
car accident damages discretionary power limits appeal admissibility final judgment review procedural compliance Einstellung der Leistungen Übergangsentschädigung Abgangsentschädigung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 section 1 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 909 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 909/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α.Ε.Γ.Α. με την επωνυμία " … ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-12-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου Πόριας Καστοριάς, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15.10.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. ΑΝΡ 25/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ 84/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δ. Μακεδονίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 7738Β'/18-11-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο της Δ. Μακεδονίας Γ. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, η αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη σειρά της, στην προκειμένη δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων: την 1.8.2010 συνέβη στο 16° χλμ της Επ. Οδού Καστοριάς - Έδεσσας τροχαίο ατύχημα, με εμπλεκόμενα οχήματα το υπ' αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ. Ν., ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία και το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η αναιρεσίβλητη Ε. Μ., και είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της τελευταίας. Με την υπ' αριθμ. 58/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 89/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό της αναιρεσίβλητης είναι ο προαναφερθείς Γ.

Ν.. Στη συνέχεια κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, η αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 30/2015 ένδικη (δεύτερη) αγωγή, με αντικείμενο την επιδίκαση προσθέτων αξιώσεων αποζημίωσής της και ειδικότερα: α) αποζημίωσης, λόγω απώλειας εισοδήματος και β) πρόσθετης χρηματικής παροχή,ς κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω αναπηρίας που υπέστη.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με τη με αριθμό 78/2016 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, καθώς κρίθηκε: α) η μεν, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, αξίωση της αντιδίκου μη νόμιμη και β) η αξίωση απώλειας εισοδήματος ουσιαστικά αβάσιμη. Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 02/2018 έφεσή της, παραπονούμενη για τις κρίσεις της παραπάνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την απόρριψη της αγωγής της.

Επί της ανωτέρω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αριθμό 84/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα έγινε εν μέρει δεκτή η με αριθμό κατάθεσης 30/2015 αγωγή της και επιδικάσθηκε σ' αυτήν νομιμότοκα το συνολικό ποσό των 61.263,12 ευρώ εκ των οποίων:

α) ποσό 30.000 ευρώ, ως πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 ΑΚ και β) ποσό 31.263,12 ευρώ, ως απώλεια εισοδήματος, για το χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής και εντεύθεν. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 1105/2015).

Η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Αυτό εμφανίζεται στις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται διαδοχικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 1379/2010).

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως "πρόωρη", και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/2010). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 930 του ΑΚ ορίζεται ότι "η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ... Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του".

Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Κατά συνέπεια γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. της αξιοπιστίας των μαρτύρων), τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ' αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 334/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 20/2019). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα -δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019)- ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ' αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017).

Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 45/2019). Εξάλλου, στο αναιρετήριο πρέπει, συναφώς, να εκτίθενται ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του" προκύπτει ότι σκοπός αυτής είναι η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί (ΑΠ 560/2013).

Το ποσό του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 560/ 2013, ΑΠ 2153/2013). Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ότι με την 58/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκδοθείσα επί της πρώτης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου τα εξής: "Την 1-8-2010 και περί ώρα 10.50, η ενάγουσα Ε.

Μ. οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, κινούνταν στο ύψος του 16ου χιλιομέτρου της Εθνικής Οδού Καστοριάς - Έδεσσας με κατεύθυνση προς Καστοριά (Δισπηλιό). Στο ίδιο όχημα συνεπέβαινε, καθήμενη στη θέση του συνοδηγού η νύφη της (σύζυγος του αδερφού της) Ά. Μ.. Η ως άνω Ε.Ο.

είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε ρεύμα, στη συγκεκριμένη δε χιλιομετρική θέση, είναι ευθεία, με πλάτος 8,00 μ., χωρίς τα ερείσματα, το είδος του οδοστρώματος είναι άσφαλτος, ενώ μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας υφίσταται κατά μήκος του οδοστρώματος διπλή διαχωριστική γραμμή.

Τη δεδομένη χρονική στιγμή επικρατούσε καλοκαιρία, η άσφαλτος ήταν ξηρή, οι συνθήκες φωτισμού επαρκείς, λόγω του ότι ήταν ημέρα ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν από τεχνητά ή άλλα εμπόδια. Η κυκλοφορία των οχημάτων και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας ήταν αραιή, πεζοί δεν κυκλοφορούσαν, το δε ανώτατο προβλεπόμενο όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο είναι 90 χιλ.

την ώρα. Την ίδια ώρα ο Γ. Ν. οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συγκυριότητας του ίδιου και της Μ. Ν. σε ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "... ΑΕΓΑΖ", κινούνταν στο χώρο του πρατηρίου υγρών καυσίμων "AVIN" που βρίσκεται στην ίδια χιλιομετρική θέση της ως άνω Ε.Ο.

και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καστοριά. Τη στιγμή που το όχημα που οδηγούσε η ενάγουσα πλησίαζε στο ύψος της εισόδου του ανωτέρω πρατηρίου, ο Γ. Ν., έχοντας πρόθεση να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση (προς Έδεσσα), εξήλθε από το σημείο εισόδου του πρατηρίου και επιχειρώντας εντελώς ανέλεγκτα και αιφνίδια στροφή προς τα αριστερά, εισήλθε κάθετα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καστοριά, ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος της ενάγουσας και να την ανακόψει.

Αντιλαμβανόμενη η ενάγουσα την κίνηση του οδηγού του άλλου οχήματος, επιχείρησε να πραγματοποιήσει τροχοπέδηση, διενεργώντας παράλληλα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προσπάθεια η οποία ωστόσο δεν απέτρεψε τελικά τη σύγκρουση και το όχημα που αυτή οδηγούσε προσέκρουσε με την εμπρόσθια και εμπρόσθια αριστερή πλευρά του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο Γ.

Ν.. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, κρίθηκε ότι η πρόκληση του επίμαχου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ. Ν., ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός κατά την κοινή πείρα και λογική.

Πλέον συγκεκριμένα δεν οδηγούσε το εν λόγω όχημά του, ώστε να μην προκαλέσει ατύχημα, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του επί αυτού, ώστε κάθε στιγμή να μπορεί να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς, ειδικότερα δε αφού εξήλθε αντικανονικά από το χώρο του πρατηρίου υγρών καυσίμων (από την είσοδο και όχι την έξοδο αυτού), επιχείρησε αριστερή στροφή, κατά παράβαση της πινακίδας υποχρεωτικής πορείας προς τα δεξιά (Ρ-48) που είναι τοποθετημένη στην έξοδο του πρατηρίου και μολονότι στο συγκεκριμένο σημείο υφίσταται διπλή διαχωριστική γραμμή κατά μήκος του οδοστρώματος, ακολούθως δε εισήλθε αιφνιδιαστικά και απρόσμενα στο οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να διενεργήσει τον απαιτούμενο έλεγχο ώστε να βεβαιωθεί ότι ήταν σε θέση επιχειρήσει τέτοιου είδους ελιγμό χωρίς να θέσει σε κίνδυνο ή να παρακωλύσει την κίνηση των λοιπών χρηστών της ΕΌ.

και χωρίς να παραχωρήσει ως όφειλε, προτεραιότητα στο διερχόμενο όχημα της πρώτης ενάγουσας, κατά παράβαση των άρθρων 4, 12 § 1, 21 §§ 1, 2 και 3, 26 § 4 περ. β' του ΚΟΚ. Επίσης κρίθηκε ότι περιστατικά που να θεμελιώνουν κάποιου είδους συνυπαιτιότητα της ενάγουσας, οδηγού του με στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος δεν αποδείχτηκαν αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η ανωτέρω κινούνταν με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ταχύτητας της Ε.Ο. (90 χιλ/ώρα).

Αντιθέτως, κινούμενη με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα επέδειξε σωστή οδηγητική συμπεριφορά και μολονότι δεν είχε κανένα περιθώριο αντίδρασης, επιχείρησε τροχοπέδηση και ταυτόχρονο αποφευκτικό ελιγμό έστω και ανεπιτυχή μόλις αντιλήφθηκε το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο να εισέρχεται αιφνίδια στο ρεύμα κυκλοφορίας της προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση.

Κατόπιν δε των διαπιστώσεων αυτών απορρίφθηκε τόσο η ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας (άρθρο 5 § 1 του ν. ΓπΝ/1911) όσο και η ένσταση συντρέχοντας πταίσματος (άρθρα 6 του ν. ΓπΝ/1911 και 300 του ΑΚ) που πρόβαλαν οι εναγόμενοι κατά της αγωγής αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμες. Επίσης κρίθηκε ότι από την εν λόγω σύγκρουση τραυματίστηκε η ενάγουσα, η οποία άμεσα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καστοριάς, όπου, αφού υποβλήθηκε σε όλες τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, οι γιατροί διαπίστωσαν ότι είχε υποστεί "ενδαρθρικό κάταγμα (ΔΕ) ποδοκνημικής", για την αποκατάσταση του οποίου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία έγινε εξωτερική και εσωτερική οστεοσύνθεση με την τοποθέτηση μοσχευμάτων, "κάταγμα έξω σφυρού (ΑΡ) ποδοκνημικής" καθώς και "μικροαποσπαστικό κάταγμα αστραγάλου (ΑΡ)", τα οποία αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά.

Ότι νοσηλεύτηκε στην ορθοπεδική κλινική του ως άνω νοσοκομείου από την 1-8-2010 μέχρι την 6-8-2010 όποτε και εξήλθε με οδηγίες για επανέλεγχο των καταγμάτων ενώ της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Επιπλέον ο θεράπων ιατρός της συνέστησε την εφαρμογή καλτσών σύσφιξης για την αποτροπή φλεβίτιδας και επιστραγαλίδας στο αριστερό πόδι καθώς και τη χρήση τραπεζοειδούς βακτηρίας κατά τη βάδιση.

Ότι στις 17-8-2010 υποβλήθηκε σε νέο ακτινολογικό έλεγχο στο Γενικό Νοσοκομείο Καστοριάς και στις 10-9-2010 επισκέφτηκε εκ νέου τα εξωτερικά ιατρεία του ίδιου Νοσοκομείου, όπου εξετάστηκε από τον προαναφερόμενο ιατρό της ορθοπεδικής κλινικής, ο οποίος διαπίστωσε μετατραυματική επώδυνη δυσκαμψία στην ποδοκνημική περιοχή του αριστερού της ποδιού, οπότε της συνέστησε σειρά φυσικοθεραπειών και έγερση από το κρεβάτι μετά την 25-9-2010.

Ότι στις 2-12-2010, τρεις μήνες μετά το ατύχημά της, η πρώτη ενάγουσα εξετάστηκε από τον ιδιώτη ιατρό ..., χειρουργό ορθοπεδικό, ο οποίος διαπίστωσε σοβαρές κινητικές δυσκολίες στη βάδιση της, λόγω του έντονου πόνου στα σημεία των καταγμάτων, για την αντιμετώπιση του οποίου λάμβανε αναλγητικά φάρμακα ενώ της συνέστησε φυσικοθεραπείες για πιθανή βελτίωση των κινητικών της προβλημάτων.

Ο ίδιος ιατρός διέγνωσε μετατραυματική εμφάνιση επώδυνης οστεοαρθρίτιδας άμφω καθώς και εκδήλωση επώδυνης ακάνθου στην πτέρνα του αριστερού ποδιού, συνεπεία των καταγμάτων και βεβαίωσε ότι η ασθενής χρήζει χειρουργικής επέμβασης για την αφαίρεση των μεταλλικών υλικών της εσωτερικής οστεοσύνθεσης του δεξιού άκρου ποδός και την αντιμετώπιση τα ακάνθου, επιπλέον δε έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει πλήρως στις ατομικές της ανάγκες και στην εργασία της.

Ότι στις 24-1-2011 υποβλήθηκε εκ νέου σε ακτινολογικό έλεγχο στο ακτινολογικό εργαστήριο του ΙΚΑ Καστοριάς, σύμφωνα δε με το πόρισμα του ελέγχου αυτού εμφάνιζε "οστεοπορωτική απεικόνιση των οστών των ταρσών και των μεταταρσίων άμφω καθώς και των κάτω άκρων κνημών και περονών άμφω", "χειρουργηθέντα με μεταλλικά προθέματα (καρφιά) κατάγματα κνήμης και περόνης (κάτω άκρα δεξιά) μη πλήρως πορωθέντα, κυρίως του έσω κονδύλου της δεξιά κνήμης", "οστεοπορωτικό σχηματισμό στηλοειδούς αποφύσεως αριστερής περόνης" και "οστεοαρθροπάθεια άμφω".

Ότι στο μεταξύ περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2010, λόγω της συνεχούς κατάκλισης και της πλήρους ακινησίας που επέβαλε η κατάσταση της υγείας της, σύμφωνα και με τις συστάσεις των θεραπόντων ιατρών της, η ενάγουσα παρουσίασε διαρροϊκό σύνδρομο οφειλόμενο σε απόφραξη του παχέος εντέρου, το οποίο αντιμετωπίστηκε με υποκλυσμούς και υπακτικά από το στόμα.

Ότι, επιπλέον, εξαιτίας του τραυματισμού της στο ατύχημα, η ενάγουσα, εμφάνισε μείζονα καταθλιπτική διαταραχή με φοβίες, ιδεοληψίες και κοινωνική απόσυρση, σύμφωνα με την από 25-4-2012 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Κ. Ν., ειδικού νευρολόγου, ο οποίος την εξέτασε την 25-4-2012 και της χορήγησε την κατάλληλη αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή.

Ότι περαιτέρω η ενάγουσα, που κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως λογίστρια στην Ε.ΔΗ.ΚΑ. Α.Ε. - Εκθετήριο Δημοπρατήριο Γούνας Καστοριάς, κρίθηκε από την Α' βάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ (Τοπικό Υποκατάστημα Καστοριάς) ανίκανη για εργασία για το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος έως 31-1-2011.

Ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα έλαβε από τον ασφαλιστικό της φορέα, ως επίδομα ασθενείας, το συνολικό ποσό των 5.526,47 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου επιδόματος Χριστουγέννων του 2010, ύψους 429,20 ευρώ κι ότι απώλεσε, εξαιτίας του τραυματισμού της κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, τις καθαρές αποδοχές της, των 1.372,18 ευρώ μηνιαίως, τις οποίες θα συνέχιζε να λαμβάνει με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα, όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα καθώς και το επίδομα Χριστουγέννων του 2010, ύψους 1.372,18 ευρώ, ήτοι απώλεσε το συνολικό ποσό των ευρώ 9.605,26 (6 μήνες X 1.372,18 ευρώ + 1.372,18 ευρώ επίδομα Χριστουγέννων 2010), από το οποίο αφού αφαιρέθηκε εκείνο των 5.526,47 ευρώ που αντιστοιχεί στο καταβληθέν από το ΙΚΑ επίδομα ασθενείας καθώς και το εκείνο των 771,58 ευρώ που καταβλήθηκε από τον εργοδότη της για τις πρώτες 20 ημέρες του Αυγούστου του 2010 και έτσι της επιδικάστηκε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη και ανέρχεται στο ποσό των 3.307,21 ευρώ.

Ότι ακόμη η ενάγουσα από το σοβαρό τραυματισμό της στο ατύχημα και τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της πολύμηνης ανάρρωσής της αλλά και μελλοντικώς πρόκειται να υποβληθεί αφού έχει κριθεί αναγκαία η πραγματοποίηση δύο χειρουργικών επεμβάσεων στο δεξί της πόδι καθώς και από τη στεναχώρια της για την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος της και την περαιτέρω στέρηση της χρήσης του, ως βασικού μεταφορικού της μέσου, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας της επιδικάστηκε τελικά το ποσό των 40.000 ευρώ".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα από τον Φεβρουάριο του έτους 2011 που επέστρεψε στην εργασία της ως λογίστρια στην Ε.ΔΗ.ΚΑ. Α.Ε. - Εκθετήριο Δημοπρατήριο Γούνας Καστοριάς, αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες, τόσο και ως προς την πνευματική συγκέντρωση και διαύγεια που απαιτούνταν για να ανταπεξέλθει σε αυτή όσο και σωματικά, καθώς λόγω της μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας δεν μπορούσε ούτε καθιστή να είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά ούτε και όρθια, ενώ είχε ενοχλήσεις και πόνους καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Επιπλέον δε, αντιμετώπιζε και δυσκολία στη μετάβαση και στην επιστροφή της από την εργασία, αφού είχε καταστραφεί το αυτοκίνητό της, δεν υπήρχε βολική δημόσια συγκοινωνία, την οποία βέβαια ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να χρησιμοποιούσε λόγω αδυναμίας ανάβασης και κατάβασης από λεωφορεία και έτσι αναγκάζονταν να υποχρεώνεται σε συγγενικά της πρόσωπα προκειμένου να την εξυπηρετήσουν και να αναλάβουν τις σχετικές διαδρομές.

Επιπλέον δε όπως προαναφέρθηκε εξαιτίας της κατάθλιψης που εμφάνισε η ενάγουσα μετά το ατύχημα, έχασε και το ενδιαφέρον της για την εργασία της και οπωσδήποτε τη διάθεσή της να εργαστεί και οι όποιες δυσκολίες που αντικειμενικά αντιμετώπισε μετά την επιστροφή στην εργασία της μεγεθύνθηκαν μέσα της και εξαιτίας της ψυχικής διαταραχής που της προκλήθηκε λόγω του τραυματισμού της και της ταλαιπωρίας που βίωνε εξακολουθητικά εξαιτίας αυτού.

Όπως δε προκύπτει από το από 4-7-2012 έγγραφο "γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας" της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του LK.A., κατά την οποία η ενάγουσα κατόπιν αξιολογήσεως από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. κρίθηκε ως έχουσα ποσοστό αναπηρίας 40% λόγω μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας ποδοκνημικών και υπαστραγαλικών που θα διαρκέσει επί διετία.

Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα υπέβαλε στην εργοδότριά της την από 31-7-2012 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, καθώς από την 1-8-2012, θεμελίωσε δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης (βλ. και την 520/2013790 απόφαση περί απονομής σύνταξης γήρατος του Διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος ΙΚΑ Καστοριάς). Αποδείχθηκε εξάλλου ότι η ενάγουσα δεν είχε οικογενειακές ή άλλες προσωπικές υποχρεώσεις, ζούσε μόνη της και είχε σκοπό να εξαντλήσει το όριο ηλικίας για την πλήρη συνταξιοδότησή της και να εργαστεί μέχρι τέλους, καθώς μάλιστα είχε λάβει στεγαστικό δάνειο που θα εξοφλούνταν πλήρως μέχρι το έτος 2024, με τοκοχρεωλυτικές δόσεις περίπου 282,56 ευρώ έκαστη, οπότε και υπολόγιζε στα εισοδήματα της από την εργασία της μέχρι και το θέρος του έτους 2019.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η μερική αναπηρία που προκλήθηκε στην ενάγουσα από το τραυματισμό της και η κατάσταση της ψυχικής υγείας της που επηρεάστηκε δυσμενώς αποκλειστικά και μόνο λόγω αυτού (του τραυματισμού της) και των συνεπειών που είχε στη ζωή της, συνδέονται αιτιωδώς με την απόφασή της να προχωρήσει σε πρόωρη συνταξιοδότηση, αποτελώντας τη μόνη ενεργή αιτία για τη λήψη της απόφασης αυτής.

Το γεγονός δε ότι υπήρξε τυχερή και θεμελίωνε τότε και πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο μόνος παραγωγικός της βούλησης περί συνταξιοδότησής της λόγος, αλλά οπωσδήποτε συνδέεται αιτιωδώς και ιδιαίτερα με την αδυναμία της να ανταπεξέλθει πλέον στις απαιτήσεις τις εργασίας της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αν η ενάγουσα εξακολουθούσε να εργάζεται από την 1-8-2012 μέχρι και την 22-7-2019, οπότε και θα συνταξιοδοτούνταν κανονικά με την συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας της θα αποκόμιζε το συνολικό ποσό των 31.262,12 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 372,18 ευρώ το μήνα που θα ελάμβανε επιπλέον της σύνταξης που έλαβε αυτή στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα, αφού ο μισθός της ανέρχονταν σε 1.372,18 ευρώ μηνιαίως και η σύνταξή της στα 1.000 ευρώ (που με την πορεία των χρόνων μειώθηκε βέβαια) ως διαφυγόντα εισοδήματα, που αυτή θα εισέπραττε ως υπάλληλος στην προαναφερόμενη εταιρεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός της και οι συνέπειες που είχε αυτός στη σωματική και ψυχική της υγεία.

Συνεπώς ζημιώθηκε η ενάγουσα κατά το εν λόγω ποσό το οποίο και πρέπει να της επιδικαστεί. Η εκκαλουμένη που έκρινε ότι η εν λόγω ζημία της ενάγουσας δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό της κατά το επίμαχο τροχαίο ατύχημα και απέρριψε το παραπάνω κονδύλιο αποζημίωσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το σχετικό βάσιμο δεύτερο λόγο της έφεσης και ως εκ τούτου πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και κατά το κεφάλαιο αυτό.

Εξάλλου, καθόσον αφορά την αξίωση με βάση τη διάταξη το άρθρου 931 ΑΚ, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 58 ετών, υγιής, με σταθερή εργασία στην ίδια εργοδότρια επί 25 έτη, ζώντας μόνιμα στην Ποριά Καστοριάς. Εξαιτίας του τραυματισμού της στο επίμαχο τροχαίο ατύχημα, κατέστη μερικώς ανάπηρη κατά ποσοστό 40%, όπως κρίθηκε ήδη από το έτος 2012, το οποίο με την πάροδο των ετών, ενόψει και της ηλικίας της ενάγουσας έχει επαυξηθεί, όπως τούτο προκύπτει από όλες τις ιατρικές εξετάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και πλέον πρόκειται για μόνιμη και μη αναστρέψιμη κατάσταση.

Η μερική αυτή αναπηρία της που οφείλεται στη μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα που εμφανίσθηκε στην ενάγουσα, ως απότοκος του τραυματισμού της, καθώς συνεπάγεται τη μόνιμη υποβάθμιση της λειτουργικότητας των αρθρώσεων των κάτω άκρων της, επηρέασε κατά τα προαναφερθέντα τόσο την ικανότητά της προς εργασία, όσο και τη διάθεσή της για τη ζωή και οπωσδήποτε πρόκειται για ατέλεια και έλλειψη της σωματικής ακεραιότητας της παθούσας, που παρεμποδίζει τον φυσιολογικό της βίο.

Ειδικότερα, αυτή δεν μπορεί να περπατάει με την ίδια ευκολία αλλά έχει δυσχέρεια, δυσκολεύεται ως νοικοκυρά στις καθημερινές δραστηριότητες και εργασίες της, δεν μπορεί να βρίσκεται όρθια για πολύ, ούτε όμως και να κάθεται, ενώ βαδίζει υποχρεωτικά με βακτηρία, κάτι που επηρέασε δυσμενώς και τη ψυχική της υγεία.

Γενικά η ενάγουσα αδυνατεί πλέον να ασκήσει δραστηριότητα που απαιτεί σωματική καταπόνηση έστω και ελαφριά κι έτσι έχει δυσχεράνει πολύ η προσωπική της διαβίωση, ενώ και οι καθημερινοί και συνεχείς πόνοι υποβιβάζουν οπωσδήποτε την ποιότητα της ζωή της. Αυτή η επίκτητη, εξ αιτίας του τραυματισμού της, ατέλεια και έλλειψη της σωματικής ακεραιότητας της ενάγουσας σε βάρος των προτέρων φυσικών προτερημάτων της, αφού ήταν απολύτως υγιής και δυναμική γυναίκα, εργαζόμενη και πλήρως αυτοεξυπηρετούμενη και ανεξάρτητη αποτελεί, ως βλάβη του σώματός της και σύμφωνα με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, αρνητικό στοιχείο για τη μελλοντική της, οικονομική κα κοινωνική ιδίως ζωή, αφού είναι δεδομένη, η εξ αυτής δυσμενής στους τομείς αυτούς επίδρασή της.

Εξαιτίας αυτής, η ενάγουσα δεν θα μπορεί να συμμετάσχει και να διεκπεραιώνει δραστηριότητες που θα απαιτούν σωματική ένταση και ισχύ, είτε αυτές θα αφορούν τον καθημερινό της βίο είτε τον κοινωνικό και αθλητικό τομέα. Θα είναι υποχρεωμένη να υποβάλλεται σε περισσότερα έξοδα από ένα υγιή συνομήλικό της, αφού θα είναι αναγκασμένη να χρησιμοποιεί για τις περισσότερες μετακινήσεις της οχήματα, θα ξοδεύει περισσότερα χρήματα σε φάρμακα, φυσικοθεραπείες, ειδικά παπούτσια κ.λπ..

Συναφώς τα ανωτέρω δύνανται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επηρεάσουν δυσμενώς την οικονομική της εξέλιξη και να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική προαγωγή της, με την αύξηση των εξόδων της, ενώ θα επηρεάσουν δυσμενώς και την κοινωνική της ζωή και τις εν γένει συναναστροφές της, δοθέντος ότι θα αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι των υγιών συνομηλίκων της, τους οποίους δεν θα μπορεί να ακολουθεί σε δραστηριότητες που απαιτούν, κατά τα ανωτέρω, σωματική ένταση και ισχύ, όπως διάφορες εκδρομές, πεζοπορίες κ.λπ.

Συνακόλουθα και δεδομένου ότι η δυσμενής αυτή επίδραση του τραυματισμού της ενάγουσας στο μέλλον της δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, νόμιμη, με βάση τα στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτιθέμενα, συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως υπέρ αυτής και εύλογης, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ, αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας, με βάση το φύλο και την ηλικία της, το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας της, της άρτιας, προ του τραυματισμού της, φυσικής της κατάστασης και της ανυπαρξίας ευθύνης της στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου συμβάντος και του εξ αυτού τραυματισμού της, απότοκος του οποίου υπήρξε η κατάσταση μερικής αναπηρίας στην οποία τελεί, κρίνεται ότι πρέπει να οριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ".

Κατά τα ως άνω το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση επιδίκασης υπέρ της αναιρεσίβλητης και εύλογης, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, αποζημίωσης, δεδομένου ότι: α) εξαιτίας του τραυματισμού της στο επίμαχο τροχαίο ατύχημα, κατέστη μερικώς ανάπηρη κατά ποσοστό 40%, όπως κρίθηκε ήδη από το έτος 2012, το οποίο με την πάροδο των ετών, ενόψει και της ηλικίας της ενάγουσας έχει επαυξηθεί και πλέον πρόκειται για μόνιμη και μη αναστρέψιμη κατάσταση, β) Η μερική αυτή αναπηρία της οφείλεται στη μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα που εμφανίσθηκε στην ενάγουσα, ως απότοκος του τραυματισμού της, γ) Η μερική αυτή αναπηρία της συνεπάγεται τη μόνιμη υποβάθμιση της λειτουργικότητας των αρθρώσεων των κάτω άκρων της, και πρόκειται για ατέλεια και έλλειψη της σωματικής ακεραιότητας της παθούσας, που παρεμποδίζει τον φυσιολογικό της βίο, αφού έχει δυσχέρεια στη βάδιση, υποχρεούμενη πλέον στη χρήση βακτηρίας, αλλά και εν γένει στις καθημερινές δραστηριότητες και εργασίες της, μη δυνάμενη να βρίσκεται όρθια για πολύ, ούτε όμως και να κάθεται, υποφέροντας από καθημερινούς και συνεχείς πόνους που υποβιβάζουν την ποιότητα της ζωή της, δ) η επίκτητη αυτή, εκ του τραυματισμού της, ατέλεια αποτελεί αρνητικό στοιχείο για τη μελλοντική της, οικονομική και κοινωνική της ζωή, αφού εξαιτίας αυτής, η ενάγουσα δεν θα μπορεί να συμμετάσχει και να διεκπεραιώνει δραστηριότητες που θα απαιτούν σωματική ένταση και ισχύ, σε οποιοδήποτε τομέα του καθημερινού της βίου, ενώ θα είναι υποχρεωμένη να υποβάλλεται σε περισσότερα έξοδα από ένα υγιή συνομήλικό της, επειδή θα είναι αναγκασμένη να χρησιμοποιεί για τις περισσότερες μετακινήσεις της οχήματα, να ξοδεύει περισσότερα χρήματα σε φάρμακα, φυσικοθεραπείες, ειδικά παπούτσια κ.λπ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., αφενός μεν διότι και σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, αφετέρου δε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης.

Δεν συντρέχουν, επομένως, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα πλημμέλειες ούτε της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξης, διότι η μετατραυματική αρθρίτιδα δεν συνιστά μόνιμη αναπηρία, που επηρεάζει ο μέλλον της αναιρεσίβλητης και θα την επιβαρύνει οικονομικά στο μέλλον, ούτε της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως διατείνεται, δεν διευκρινίζεται εάν η μετατραυματική ασθένεια είναι θεραπεύσιμη και στην άσκηση ποίων δραστηριοτήτων θα δυσχερανθεί η αναιρεσίβλητη εξ αυτής.

Οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες, υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Κατ' ακολουθίαν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω με τις ως άνω κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας το ποσό της πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ.

χρηματικής παροχής στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει (και μάλιστα καταφανώς) το συνήθως επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής τέταρτος λόγος του δικογράφου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 931 του Α.Κ., αποδίδει στην πληττομένη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι καταφανώς μεγαλύτερο του συνήθως επιδικαζομένου για ανάλογες περιπτώσεις, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Τέλος, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κρίνεται και ο τρίτος εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για έλλειψη νόμιμης βάσης αναφορικά με το επιδικασθέν, κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ, κονδύλιο για μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη, δεδομένου ότι ο προβαλλόμενος δι' αυτού ισχυρισμός περί του ότι η αναιρεσίβλητη συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα με δική της βούληση, λόγω γήρατος και όχι αναγκαστικά, λόγω της εκ του ατυχήματος αναπηρίας, και η εντεύθεν προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού αναπτυσσόμενη επιχειρηματολογία βάλλουν κατά της εκτίμησης των αποδείξεων από το Δικαστήριο, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αφού δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.10.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. ΑΝΡ 25/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ 84/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δ. Μακεδονίας.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ