Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
909/2018 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against administrative court jurisdiction ruling due to lack of written contract formalities.

Geschäftsnummer 909/2018
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appeal against the Administrative Court's dismissal of the plaintiff's claim, finding the lower court erred in jurisdiction. The plaintiff sued a municipality for unjust enrichment arising from a verbal contract for public works, which the Administrative Court incorrectly classified as administrative. The Court ruled that without a written contract, the dispute falls under civil jurisdiction under Article 1 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was granted, the administrative decision was annulled, and the case was remitted to the Administrative Court for retrial.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 1, 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; A dispute over a verbal contract for public works lacks the necessary written form and thus constitutes a civil matter, not an administrative one, requiring civil court jurisdiction.

Schlagwörter

KI-generiert
civil jurisdiction administrative jurisdiction verbal contract written form requirement unjust enrichment public works contract Code of Civil Procedure

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 97 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 909 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 909/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Μουζουράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΑΙΩΝ" που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλάσκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/1/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 23/2/2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 65/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η από 11-9-2006 έφεση του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΑΙΩΝ" και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 92/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, απορρίφθηκε η από 8-6-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 194/2016, ΑΠ 1393/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 εδ. α' και 2 και 72 παρ. 1εδ. ιε' του ν. 3852/2010 " Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης- Πρόγραμμα Καλλικράτης", που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1-1-2011, ορίζονται τα ακόλουθα: α) με το άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιε' ότι η Οικονομική Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α).... ιγ) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και β) με το άρθρο 58 κατά την παρ. 1 εδ.

α' ότι ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή, ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ότι σε περίπτωση που δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής, οφείλει όμως, στην περίπτωση αυτή, να υποβάλει τη σχετική απόφασή του προς έγκριση κατά την πρώτη συνεδρίαση της δημαρχιακής επιτροπής.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, για την πρόσληψη δικηγόρου, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου για το Δήμο, απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής και ότι στην περίπτωση, που δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή λήψης απόφασης, μπορεί ο Δήμαρχος να αποφασίσει για την πρόσληψη δικηγόρου, πρέπει όμως στην περίπτωση αυτή να υποβάλλει τη σχετική απόφασή του προς έγκριση στην Οικονομική Επιτροπή, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση.

Η απόφαση δε της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις η απόφαση του Δημάρχου αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του Δήμου. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο Δήμαρχος, που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει το δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, ελλείψει δε χορήγησης τέτοιας πληρεξουσιότητας ο Δήμος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 1918/2014, ΑΠ 821/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΑΙΩΝ" εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Βασίλειο Μπαλάσκα, ως πληρεξούσιος αυτού, κατά τη δήλωσή του, ο οποίος για την πρόσληψη του προσκομίζει την υπ' αριθ. 1137/12-1-2018 απόφαση του Δημάρχου Αρταίων.

Πλην όμως, και ανεξαρτήτως του εάν υποβλήθηκε η σχετική απόφαση του Δημάρχου προς έγκριση στην Οικονομική Επιτροπή, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίασή της, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, κατά ένα εκ των ρηθέντων νομίμων τρόπων, που προβλέπει ο ΚΠολΔ, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη από την οποία να προκύπτει ότι παρέσχε στον άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να το εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε υπάρχει σχετική δήλωση στα πρακτικά της δίκης του ως άνω Δημάρχου για την από μέρους του χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ίδιο δικηγόρο, με συνέπεια το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ να λογίζεται δικονομικά απόν.

Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθ. …4/19-12-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας, Κ. Θ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο απολιπόμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, ως προς το οποίο, συνεπώς, θα προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, όταν, δηλαδή, τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 487/2011, ΑΠ 309/2002).

Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ.1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ.2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ.3).

Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.

Επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπήχθησαν όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 περιπτώσεων, περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.

Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό ( ΑΕΔ 7/2017).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2011). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ( ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 12, 11/2013, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 8/2000, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1225/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" κάθε σύμβαση για λογαριασμό ΝΠΔΔ, που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (και μεταγενέστερα κατά την υπ` αριθ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β`447/1992) 150.000 δραχμών (ή 440, 20€), ήδη δε κατά την υπ` αριθ. 2/59649/ 0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ Β`1427/2001), που ισχύει από 1-1-2002, 2.500 ευρώ) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ΝΠΔΔ ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 766/2014).

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 - 913 του ΑΚ, για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1225/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΑΙΩΝ" δια του τότε Δημάρχου του συνήψε, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1998 έως 2002, με αυτόν, ο οποίος ήταν εργολάβος δημοσίων έργων, τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις έργου, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο την ταφή των σκουπιδιών του εναγομένου, ότι οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν προφορικά και χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου, ότι η συμφωνημένη αμοιβή, κατά τα εκτιθέμενα, υπερέβαινε για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μέχρι 31-12-2001 το ποσό των 150.000δραχμών (ή 440,20€) και γι' αυτές που καταρτίστηκαν μετά την 1-1-2002 το ποσό των 2.500€, ότι αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο όλα τα έργα, τα οποία ανέλαβε με τις παραπάνω συμβάσεις και, αν και έλαβε τη διαβεβαίωση από το Δήμαρχο, ότι θα κινούσε τη διαδικασία για τη νομιμοποίησή του για να μπορέσει να εισπράξει την αμοιβή του, μέχρι τώρα το εναγόμενο ΝΠΔΔ αρνείται να του καταβάλει την αμοιβή του, συνολικού ποσού 50.521,34€, την οποία προσδιορίζει λεπτομερώς κατ' είδος, ποσότητα και χρόνο εκτέλεσης και παράδοσης του κάθε έργου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής το εν λόγω ποσό των 50.521,34€ ως αμοιβή με βάσει τις διατάξεις περί συμβάσεων και επικουρικά για την περίπτωση, που ήθελε κριθεί ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις είναι άκυρες, αφού δεν περιβλήθηκαν τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον το εναγόμενο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο εις βάρος του κατά το ως άνω ποσόν, που αντιστοιχεί στην ωφέλεια, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο.

Με το ανωτέρω ιστορικό η αγωγή κατά το επικουρικό αίτημά της ( το κύριο αίτημά της απορρίφθηκε με αμετάκλητη διάταξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως μη νόμιμο, συνδεόμενο με άκυρες συμβάσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος έγγραφος τύπος) εισάγει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, διαφορά ιδιωτικού δικαίου.

Ειδικότερα, η ένδικη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, αφορούν άκυρες συμβάσεις έργου, που καταρτίστηκαν μεταξύ ΝΠΔΔ και ιδιώτου, για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος, κατά νόμο, έγγραφος τύπος. Ενόψει δε του προφορικού χαρακτήρα αυτών δεν είναι δυνατή η διάγνωση του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει αυτές και ειδικότερα εάν διήποντο από εξαιρετικό υπέρ του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς, έτσι ώστε αυτό να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στον εκτελέσαντα τις άνω συμβάσεις αναιρεσείοντα, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται κυρίως ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως διοικητικής, ανεξαρτήτως του εάν με τις άνω συμβάσεις επιδιώκετο η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο.

Με τα δεδομένα αυτά η ένδικη αγωγή υπάγεται προς εκδίκαση στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΚΠολΔ. Το Εφετείο, δικάζον επί της αγωγής αυτής, έκρινε, ότι αυτή εισάγει διαφορά από εργολαβική σύμβαση εκτέλεσης δημοσίου έργου, που έχει διοικητικό χαρακτήρα, καθόσον πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας, ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή μη της συναφθείσας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, ως εκ της προφορικής σύναψης αυτής και ότι εντεύθεν δικαιοδοσία προς εκδίκασή της έχουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, απέρριψε την αγωγή αυτή.

Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 1 του ΚΠολΔ κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει και οι τρείς λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' ενιαίαν ορθή εκτίμηση, προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 65/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1400) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ