Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
909/2013 KI-generiert

Supreme Court annuls first instance judgment for violating equality principle regarding one-time compensation payments.

Geschäftsnummer 909/2013
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision and remanded the case for retrial. The lower court had ruled that the company must pay a one-time compensation of 10,000 euros to former casino employees who transferred to public service, citing an unlawful discrimination compared to other employees. The Court agreed that the lower court correctly identified this violation of the principle of equality under Article 4, paragraph 7, item a of Law 3139/2003, despite the company having no prior legal obligation to pay such amounts.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Article 4, paragraph 7, item a of Law 3139/2003; The principle of equality requires that similar situations be treated alike, mandating compensation for employees transferred to public service who were discriminated against by not receiving a one-time payment granted to others.

Schlagwörter

KI-generiert
principle of equality one-time compensation unlawful discrimination public service transfer annulment of judgment remand for retrial Labor Law 3139/2003 Umwandlung von Arbeitsplätzen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 4, paragraph 7, item a of Law 3139/2003
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 909 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 909/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου που δήλωσε ότι η ως άνω εταιρεία μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Ν., κατοίκου ... 2) Δ. Ε. του Α., κατοίκου ... 3) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ... 4) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... 5) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... 6) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ... 7) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ... 8) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... 9) Α. Π. του Λ., κατοίκου ... 10) Κ. Π. του Ι., κατοίκου ... 11) Β. Π. του Π., κατοίκου ... 12) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ... 13) Π. Τ. του Κ., κατοίκου ... 14) Σ. Δ. του Β., κατοίκου ...

Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 5, 6, 7, 9, 10, 11, 12, 13, 14, αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Καραντζά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καραντζά και κατέθεσε προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1374/2005 μη οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών ως καθ' ύλην αρμόδιο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 547/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6906/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/3/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 22/3/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 15/3/2010 αίτηση της Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." κατά των Α. Β. κλπ, περί αναιρέσεως της 6906/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αυτής.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../ 25-11-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ.6906/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η 12-4-2011, επιδόθηκε νόμιμα στον τέταρτο από τους αναιρεσιβλήτους Δ.

Κ. του Α.,με θυροκόλληση, τηρηθεισών και των νομίμων διατυπώσεων του άρθρου 128 ΚΠολΔ, με επιμέλεια της πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../ 25-11-2011 έκθεση επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, επιδόθηκε στον ίδιο αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της 364/11-10-2011 βεβαίωσης αναβολής, από τη δικάσιμο της 12-4-2011 για τη δικάσιμο της 14-2-2012, της αρμόδιας Γραμματέως του Αρείου Πάγου, με κλήση προς συζήτηση για τη τελευταία αυτή δικάσιμο (14-2-2012) με θυροκόλληση, τηρηθεισών και των νομίμων διατυπώσεων του άρθρου 128 ΚΠολΔ.

Κατά τη δικάσιμο αυτή (14-2-2012),η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 13-11-2012, οπότε αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (26-2-2013), κατά την οποία και όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου.

Επομένως, αφού η καθιερούμενη από το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔ και γ' ΚΠολΔ, πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 1812/2012, ΑΠ 1681/2011, ΑΠ 1296/2006), ενώ η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθρ.226 παρ.4 εδ.β' και γ', 575 του ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος ως άνω τέταρτου αναιρεσίβλητου.

Με το άρθρο 12 του ν. 2636/1998 συστήθηκε η "Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ", η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1 του ίδιου νόμου, είχε ως σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ. Λόγω της ανάθεσης των έργων αυτών στη νέα εταιρία με το άρθρο 21 παρ.1 του ίδιου νόμου (2636/1998) επήλθε η σταδιακή κατάργηση των Υπηρεσιών Αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, οι οποίες μέχρι τότε τα ασκούσαν.

Με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 2636/1998, το προσωπικό, που είχε προσληφθεί και υπηρετούσε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την εξυπηρέτηση των αναγκών των καταργούμενων Υπηρεσιών Αυτεπιστασίας, μεταφέρθηκε, αυτοδικαίως, με την ίδια σχέση εργασίας στη νέα εταιρία, η οποία λογίσθηκε ως διάδοχος εργοδότης για όλες τις συνέπειες.

Εν τούτοις, λόγω του ότι η ανάθεση της αξιοποίησης της περιουσίας του ΕΟΤ στη νέα εταιρία απέβλεπε στην περαιτέρω μεταβίβαση επιχειρηματικών μονάδων σε ιδιώτες, με την παρ.3 του ίδιου άρθρου 22, δόθηκε στο προσωπικό των καταργούμενων Υπηρεσιών Αυτεπιστασίας η περαιτέρω ευχέρεια είτε να ακολουθεί τις μονάδες στις οποίες υπηρετούσε, όταν αυτές μεταβιβάζονται σε τρίτους, είτε να μετατάσσεται σε άλλες, κεντρικές ή περιφερειακές υπηρεσίες του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ, με την ίδια ή συναφή σχέση εργασίας.

Αρχικώς, με την παρ.4 εδ. γ' του άρθρου 13 του ν. 2636/1998, εξαιρέθηκαν από τη διοίκηση και διαχείριση της "Ανώνυμης Εταιρίας Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ" μεταξύ άλλων και "τα ακίνητα, οι εγκαταστάσεις και γενικά η επιχειρηματική μονάδα του καζίνου της Πάρνηθας και των υπόλοιπων καζίνων που λειτουργούν υπό την εποπτεία του".

Κατόπιν, με το άρθρο 9 παρ.4 του ν. 2837/2000, η ως άνω εταιρία μετονομάσθηκε σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" ("ΕΤΑ ΑΕ") και με την παρ.6 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 13 του ν. 2636/1998, με αποτέλεσμα να περιέλθει στη διοίκηση και διαχείριση της "ΕΤΑ ΑΕ" και η επιχειρηματική μονάδα του καζίνου της Πάρνηθας.

Με το άρθρο 10 παρ.1 του ν. 2837/2000, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 2919/2001, επιβλήθηκε στην "ΕΤΑ ΑΕ" η υποχρέωση να συστήσει, μεταξύ άλλων, θυγατρική εταιρία για τη λειτουργία του καζίνου της Πάρνηθας. Παράλληλα, με την παρ.5 του ίδιου άρθρου 10, καταργήθηκε η Υπηρεσία Αυτεπιστασίας του ΕΟΤ για το καζίνο της Πάρνηθας (εδ.

α') και ορίσθηκε ότι για το προσωπικό αυτής με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 2636/1998 (εδ. β'). Στη συνέχεια, το εδ. β' της παρ.5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 αντικαταστάθηκε με την παρ.6 του άρθρου 4 του ν. 3139/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7 του άρθρου 49 του ν. 3220/2004 και ορίσθηκε ότι από την ανάληψη της διοίκησης, διαχείρισης ή εκμετάλλευσης της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο, Ξενοδοχείο, Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την αντίστοιχη θυγατρική εταιρία της "ΕΤΑ ΑΕ", όλο το προσωπικό, που εργάζεται στη μονάδα αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στη θυγατρική εταιρία, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "ΕΤΑ ΑΕ" ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν.

Και περαιτέρω, με την παρ.7 εδ. α' του άρθρου 4 του ν. 3139/2003, ορίσθηκε ότι το προσωπικό του εδ. β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000, όπως αντικαταστάθηκε, μπορεί, μέσα σε ένα έτος από τη μεταφορά του στη θυγατρική εταιρία, να υποβάλει αίτηση μεταφοράς είτε στο Δημόσιο, είτε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α' ή β' βαθμού και ότι την απόφαση για την αποδοχή της αίτησης λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο της θυγατρικής εταιρίας, το οποίο αποφασίζει για τη χορήγηση εφ' άπαξ ποσού σε κάθε μεταφερόμενο εργαζόμενο, ύψους, μετά την αφαίρεση όλων των νόμιμων επιβαρύνσεων, 10.000 ευρώ.

Τέλος, με το άρθρο 2 παρ.1 εδ. δ' του ν. 3270/2004, η ανώνυμη εταιρεία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" μετονομάσθηκε σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ", αλλά διατήρησε το ίδιο λογότυπο "ΕΤΑ ΑΕ". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του εφ' άπαξ ποσού 10.000 ευρώ προβλέφθηκε ως κίνητρο για την εκούσια μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού από τη θυγατρική της "ΕΤΑ ΑΕ" εταιρία, στην οποία είχε περιέλθει η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο, Ξενοδοχείο, Τελεφερίκ Πάρνηθας", προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ.

Το κίνητρο αυτό προβλέφθηκε με το άρθρο 4 παρ.7 εδ. α' του ν. 3139/2003 και, λόγω της μη αναδρομικής ισχύος του νόμου αυτού, μπορούσε να τύχει εφαρμογής επί μεταφοράς εργαζομένων από το χρόνο της δημοσίευσής του (30-4-2003) και μετέπειτα. Αντίθετα, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί επί εργαζομένων που είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στην "ΕΤΑ ΑΕ" και είχαν μεταταχθεί στο Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ απ' ευθείας από αυτήν, χωρίς ουδέποτε να καταστούν προσωπικό της θυγατρικής εταιρίας.

Περαιτέρω, το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκτός εάν οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.

Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων και η κατάφασή της δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, ενώ αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε περίπτωση, κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992).

Αντίθετα, αν πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις ή κατηγορίες προσώπων, η διαφορετική ρύθμιση ή μεταχείριση δεν δημιουργεί ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας. Τέλος, στο άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο [μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων και] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο έκρινε επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της 547/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε κάνει δεκτή την από 23-3-2004 αγωγή των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 6906/2008 απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα εξής:

Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] είχαν προσληφθεί [από την οικεία Υπηρεσία Αυτεπιστασίας του ΕΟΤ] με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μέχρι τον Αύγουστο 2000 πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στο καζίνο της Πάρνηθας. Μετά τη σύσταση της εναγομένης ["Ανώνυμης Εταιρίας Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ" και ήδη αναιρεσείουσας], οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στο υπαλληλικό προσωπικό αυτής, έχοντας την ευχέρεια είτε να παραμείνουν στην υπηρεσία της εναγομένης είτε να ζητήσουν μετάταξη.

Κάνοντας χρήση της ευχέρειας αυτής, οι ενάγοντες, εντός του έτους 2002, κατόπιν αιτήσεών τους μετατάχθηκαν σε διάφορες υπηρεσίες του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ (προσδιορίζονται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση), χωρίς να λάβουν το εφ' άπαξ ποσό των 10.000 ευρώ, ως αντιστάθμισμα της μείωσης των αποδοχών τους από την απώλεια των νομίμων φιλοδωρημάτων που έπαιρναν στο καζίνο.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η αναιρεσείουσα, αν και κατά το χρόνο της μετάταξης των αναιρεσίβλητων δεν είχε εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως την ευθεία υποχρέωση να χορηγήσει σ' αυτούς το εφ' άπαξ ποσό των 10.000 ευρώ, διότι αυτό προβλέφθηκε από τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 εδ.

α' του ν. 3139/2003, στη συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να το χορηγήσει και στους αναιρεσίβλητους προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, διότι κατά αδικαιολόγητη διάκριση το κατέβαλε όχι μόνο σε όσους μετατάχθηκαν κατ' εφαρμογή του ν. 3139/2003, αλλά και σε άλλους υπαλλήλους (μη προσδιοριζόμενους), οι οποίοι δεν ενέπιπταν στις διατάξεις αυτού.

Με τα όσα δέχθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, διότι αν και διέγνωσε ότι η περίπτωση των αναιρεσίβλητων, που είχαν μεταταχθεί εντός του έτους 2002 ως υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, ήταν διαφορετική από την περίπτωση όσων μετατάχθηκαν μετά την ισχύ του ν. 3139/2003, ως υπάλληλοι της θυγατρικής εταιρίας στην οποία είχε περιέλθει η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο, Ξενοδοχείο, Τελεφερίκ Πάρνηθας", παρά ταύτα έκρινε ότι είχε δημιουργηθεί δυσμενής διάκριση από τη μη χορήγηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους του εφ' άπαξ ποσού των 10.000 ευρώ, που είχε χορηγηθεί από τη θυγατρική εταιρία στους δικούς της υπαλλήλους.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6906/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ