Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
909/2010 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on bank debt succession requiring full asset transfer knowledge.

Geschäftsnummer 909/2010
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding bank debt succession. The appellants argued that the bank's claim against their father was unclear due to specific credit line items, yet the court accepted the bank's ledger excerpts as proof of the total outstanding balance. The court ruled that the Second Instance correctly rejected the appellants' vague objections and upheld the bank's right to claim the full debt amount.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Article 479 of the Civil Code; Article 477 of the Civil Code: Succession of debts by a transferee requires the transfer of all assets constituting the estate, or at least the most significant portion, with the transferee's knowledge of the total succession.

Schlagwörter

KI-generiert
bank debt succession civil code provisions asset transfer knowledge creditor rights judicial appeal dismissal financial liability estate transfer Überweisung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 479 of the Civil Code
Article 477 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 909 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 909/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.... και 2. ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ντασιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 22-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτή αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής.

Επιπλέον, πρέπει να τελούσε εν γνώσει ο αποκτών, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της.

Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση.

Οι διατάξεις όμως αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν.

Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσεως, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης.

Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Επομένως, χρέος της περιουσίας που μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη αποτελεί και το κατάλοιπο του, κατά τα άρθρα 874 Α.Κ., 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ.

της 17/7-13/8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αλληλοχρέου λογαριασμού, που τηρείται για την εξυπηρέτηση παροχής πίστωσης από τράπεζα στον οφειλέτη εφόσον η σχετική σύμβαση παροχής πίστωσης έχει καταρτισθεί πριν τη μεταβιβαστική της περιουσίας του οφειλέτη σύμβαση, ανεξαρτήτως αν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού έγινε από την πιστώτρια, σύμφωνα με τους όρους της πιστωτικής σύμβασης, μετά την κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης, αφού και στην περίπτωση αυτή η γενεσιουργός της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας ενοχή υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, τα δε σχετικά κονδύλια των πιστωχρεώσεων του λογαριασμού αποβάλλουν, με την καταχώρησή τους σ' αυτόν, την αυτοτέλεια τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό να είναι το προκύπτον κατά το κλείσιμο αυτού κατάλοιπο.

Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πίστωσης και χρέωσης, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο, σε μεταβίβαση όλων των περιουσιακών του στοιχείων, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.

Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη συμβάσεως περί μεταβιβάσεως περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβιβάσεως μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει (όπως δέχθηκε και το Εφετείο) ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα εκθέτει τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι η συγχωνευθείσα από αυτή με απορρόφηση τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", με την υπ' αριθμ....

αρχική σύμβαση παροχή πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις από 19.11.1998 και 28.1.1999 πρόσθετες πράξεις, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός αυτής και αφετέρου του πατρός των εναγομένων ...ως πιστούχο και της μητρός αυτών ως εγγυήτριας υπέρ του πιστούχου, χορήγησε στον πρώτο πίστωση μέχρι του ποσού των 25.000.000 δραχμών, υπό τους όρους της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης.

Ότι η πιστώτρια την 19.10.2000 έκλεισε οριστικώς τον λογαριασμό που ετηρείτο από αυτή για την εξυπηρέτηση της πίστωσης και ο οποίος κατά το κλείσιμό του εμφάνιζε χρεωστικό εις βάρος του πιστούχου υπόλοιπο 29.883.911 δραχμών, όπως προκύπτει και από τις επισυναπτόμενες στην αγωγή καρτέλες κίνησης του λογαριασμού, τόσο δε το κλείσιμο του λογαριασμού όσο και το κατάλοιπο αυτού γνωστοποίησε η πιστώτρια στον πιστούχο και την εγγυήτρια, την 31.10.2000.

Ότι την 14.1.2000 ο πιστούχος πρωτοφειλέτης, με τα αναφερόμενα στην αγωγή τέσσερα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Τρικάλων Θεοδώρου Παπαβασιλείου, νομίμως μεταγραφέντων, που καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα (14.1.2000), μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στους εναγομένους υιούς του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ολόκληρη την περιουσία του, που αποτελείτο από τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, αξίας 95.000 ευρώ, σε κάθε εναγόμενο, το γεγονός δε ότι τα μεταβιβασθέντα αποτελούσαν ολόκληρη την περιουσία του γνώριζαν οι αποκτήσαντες εναγόμενοι.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, η ενάγουσα, ως καθολική διάδοχος της συγχωνευθείσας σ' αυτή δι' απορροφήσεως πιστώτριας, ζήτησε κυρίως να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν ο καθένας διαιρετώς και νομιμοτόκως το ποσό των 87.700,40 ευρώ, που αποτελούσε το κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού πίστωσης χρεωστικό εις βάρος του πιστούχου κατάλοιπο.

Με αυτό το ιστορικό και αίτημα, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματός της στοιχεία που επέτρεπαν στους μεν εναγομένους να αμυνθούν στο δε δικαστήριο να διαγνώσει τη βασιμότητα (νομική και ουσιαστική) της αγωγής και ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτή ότι η μεταβιβασθείσα στους εναγομένους περιουσία αποτελούσε ολόκληρη την περιουσία του πρωτοφειλέτη μεταβιβάσαντος, ότι στην περιουσία του υπήρχε, κατά τον χρόνο των συμβάσεων μεταβίβασης, χρέος από τη σύμβαση παροχής πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις, το ύψος του οποίου τελούσε υπό την αίρεση του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, ότι η αξία της μεταβιβασθείσας σε κάθε εναγόμενο περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των 95.000 ευρώ και ότι οι αποκτήσαντες εναγόμενοι εγνώριζαν πως με τα άνω συμβόλαια μεταβιβάζετο σ' αυτούς ολόκληρη η περιουσία του πρωτοφειλέτη.

Συγκεκριμένα ως προς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο, όχι μόνο αναφέρεται αυτό, αλλά και ενσωματώνονται στην αγωγή οι καρτέλες κίνησης των πιστωχρεώσεων του τηρουμένου για την εξυπηρέτηση της πίστωσης λογαριασμού. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Ως προς την εκ του άρθρου 559§19 Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα αιτίαση, ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό των εναγομένων περί αοριστίας των κονδυλίων του λογαριασμού, ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος, διότι η ίδρυσή του προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, ενώ η απόρριψη ενός ισχυρισμού ως απαραδέκτου (λ.χ.

εξαιτίας αοριστίας) ή νόμω αβασίμου αποκλείει τη θεμελίωση αυτού του λόγου. Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση Ι της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπονται από το νόμο.

Για να είναι, επομένως, ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο και η σχετική διάταξη αυτός νόμου που απαγορεύει το φερόμενο ως παρά τον νόμο ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν.1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας.

Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου αλλά πρωτοτύπου. Ο τυχόν όμως επιπρόσθετος όρος της σύμβασης πίστωσης, ότι ο οφειλέτης, πιστούχος ή εγγυητής, δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των τηρουμένων για την κίνηση του λογαριασμού βιβλίων πιστωχρεώσεων της πιστώτριας, είτε ο όρος αυτός έχει προδιατυπωθεί ως γενικός όρος συναλλαγών (ΓΌΣ), είτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, είναι άκυρος, στην πρώτη μεν περίπτωση ως καταχρηστικός, σύμφωνα με το άρθρα 2 παρ.6 και 7 παρ.2 περ.

κζ ν.2251/94, διότι περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα του πιστούχου καταναλωτή, στη δεύτερη δε περίπτωση, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως του πιστούχου και προσκρούει στη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, παρά την ύπαρξη τέτοιου όρου στη σύμβαση πίστωσης, ο οφειλέτης δικαιούται σε ανταπόδειξη των κονδυλίων πιστωχρεώσεων του λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι προς απόδειξη του καταλοίπου του κλεισθέντος από την πιστώτρια τράπεζα λογαριασμού, που αποτελούσε χρέος του μεταβιβάσαντος την περιουσία του στους εναγομένους πιστούχου πρωτοφειλέτη, παρά τον νόμο δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσο αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων που τηρούσε η πιστώτρια ενάγουσα και τα οποία εμφάνιζαν την κίνηση (πιστωχρεώσεις) του λογαριασμού μέχρι το οριστικό του κλείσιμο, τα αποσπάσματα δε αυτά συμφωνήθηκε με τον 5° όρο της πιστωτικής σύμβασης ότι θα αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης πιστώτριας για το κατά το κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προκύπτον κατάλοιπο, μη δικαιουμένου του πιστούχου πρωτοφειλέτη σε ουδεμία αμφισβήτηση.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι με την υπ' αριθμ.... έγγραφη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε μεταξύ της συγχωνευθείσας δι' απορροφήσεως από την ενάγουσα τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" και του μεταβιβάσαντος την περιουσία του στους εναγομένους πατέρα τους ...

και τις από 19.11.1998 και 28.1.1999 πρόσθετες πράξεις, η άνω τράπεζα χορήγησε στον πατέρα των εναγομένων πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 25.000.000 δρχ. με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης παροχής πίστωσης. Με όρο της πιστωτικής σύμβασης (παρ.9.4) συμφωνήθηκε ότι η απαίτηση της πιστώτριας από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμό της πίστωσης αποδεικνύεται και από απόσπασμα των βιβλίων της πιστώτριας στα οποία εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού από την έναρξη ή την τελευταία αναγνώριση και εφεξής.

Για την κίνηση της πίστωσης τηρήθηκε από την πιστώτρια ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, από το ακριβές δε αντίγραφο αποσπάσματος των βιβλίων της πιστώτριας που εμφανίζουν την κίνηση του λογαριασμού προκύπτει ότι την 20.10.2000, που η πιστώτρια έκλεισε οριστικώς το λογαριασμό, το χρεωστικό εις βάρος του πιστούχου κατάλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 29.883.911 δρχ., η δε πιστώτρια, την 31.10.2000, γνωστοποίησε στον πιστούχο το κλείσιμο του λογαριασμού, το προκύπτον ως άνω ποσό καταλοίπου, καθώς και απόσπασμα της κίνησης του λογαριασμού από την έναρξη λειτουργίας του μέχρι και το οριστικό του κλείσιμο, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων ... . Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι "δεν προκύπτει σαφώς και ορισμένως το ύψος της οφειλής του μεταβιβάσαντος πατρός μας προς την ενάγουσα από τον επίμαχο ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με τον οποίο αμφιβητείται το ύψος των επί μέρους κονδυλίων πιστωχρέωσης, που περιέχονται στο άνω απόσπασμα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφ' όσον δεν προσβάλλεται κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού, ούτως ώστε να μπορεί η πιστώτρια να αμυνθεί.

Από τις παραδοχές του αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσο, προς απόδειξη του καταλοίπου του κλεισθέντος λογαριασμού, ακριβές αντίγραφο αποσπάσματος των βιβλίων που τηρούσε για την κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης η πιστώτρια και στα οποία εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού (πιστωχρεώσεις) μέχρι το οριστικό του κλείσιμο, το οποίο (αντίγραφο) εγκύρως συμφωνήθηκε ως αποδεικτικό μέσο για το κατάλοιπο του λογαριασμού, χωρίς να δεχθεί και ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται να αμφισβητήσουν τα επί μέρους κονδύλια των πιστωχρεώσεων του λογαριασμού, αφού τον σχετικό ισχυρισμό τους απέρριψε ως αόριστο, διότι δεν αμφισβητούσαν ορισμένα από τα κονδύλια αυτά.

Επομένως, ο άνω 2ος λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.03.2009 αίτηση των ... και ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 128/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ