Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and lack of evidence under Civil Procedure Code.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Bakers' Federation against a second-instance court ruling. The appellant argued for reversal based on vague grounds regarding evidentiary errors and misinterpretation of contracts, but the court found these arguments insufficiently specific. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(1), 559(10), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific violations of substantive law or evidentiary rules, and vague or unsubstantiated grounds are inadmissible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 909 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 909/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Ομοσπονδίας Αρτοποιών ......, που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ελευθέριος Σεραφείμ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ........., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Μπουρνά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.10.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3614/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2883/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28.11.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 10.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, οι από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ θεσπιζόμενοι κανόνες περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών, που ορίζουν, το πρώτο, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και το δεύτερο ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις δηλώσεις βουλήσεως της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας.
Το δικαστήριο δε της ουσίας αν διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη του κενού ή αμφιβόλων σημείων και δεν προσφύγει στις υπό των ανωτέρω διατάξεων θεσπιζόμενες ερμηνευτικές αρχές προς κάλυψη του κενού ή άρση του αμφιβόλου σημείου, ελέγχεται αναιρετικώς για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερομένων άρθρων του Αστικού Κώδικος (Ολ.ΑΠ 590/1968).
Από τις ανωτέρω δε διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 118 αρ.4, 9 και 566 §2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο του περί της προαναφερομένης παραβιάσεως λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την προμνημονευομένη ύπαρξη του κενού ή αμφιβόλου σημείου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο (κατά ένα μέρος) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην υπό του Εφετείου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όσον αφορά στην μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση, με την οποία η αναιρεσείουσα ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη, έναντι αμοιβής, την παραγωγή και δημοσιογραφική επιμέλεια διαφημίσεως σε εκδιδόμενο από την πρώτη περιοδικό.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, στους οποίους δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου στην επίμαχη σύμβαση, είναι αόριστος.
II. Επειδή, η κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ιδίου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12-13/95).
Για να είναι δε ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση α) ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, (άρθρο 559 αρ.1 ΚπολΔ) και β) έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ), απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, α) οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς αν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών, β) σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια στις αιτιολογίες, δηλαδή ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση (Ολ 32/96, 27/98).
Στην κρινομένη υπόθεση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (κατά ένα μέρος), προβάλλονται αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και χωρίς αιτιολογίες ή με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη οφείλει στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση αυτή ως αμοιβή για τις προσφερθείσες από την αναιρεσίβλητη υπηρεσίες.
Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν και για την εφαρμογή των οποίων δεν περιέχονται αιτιολογίες καθώς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά το μέρος που με αυτό πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και απορριπτέος.
III. Επειδή, κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (αρθρ.117, 118 ΚΠολΔ), πρέπει επί πλέον να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο και, κατά συνέπεια, το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.14 σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 648 ΑΚ ορίζεται ότι "με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο μισθός υπολογίζεται κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή...", ενώ στο άρθρο 649 του ιδίου Κώδικος ορίζεται ότι "Αν η εργασία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, λογίζεται πως έχει σιωπηρά συμφωνηθεί μισθός".
Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση εργασίας, ανεξαρτήτως αν αυτή έχει τη νομική μορφή της εξηρτημένης εργασίας ή εκείνης των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, συνδυαζόμενες και προς εκείνη του άρθρου 361 και 656 ΑΚ, συνάγεται ότι στοιχεία της αγωγής περί καταβολής του συμφωνημένου μισθού για το ορισμένο αυτής είναι α) η συμφωνία περί παροχής ορισμένης εργασίας και περί καταβολής μισθού στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα αυτής η οποία καταβολή μπορεί να συνομολογείται είτε κατά χρόνο απασχολήσεως είτε κατά μονάδα εργασίας ή κατ' αποκοπή, β) η υπό του εργαζομένου παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας ή η πραγματική προσφορά της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενο (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ) δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης, εκτίθεται σ' αυτή ότι με σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων ανατέθηκε στην ενάγουσα η δημοσιογραφική επιμέλεια της καταχωρήσεως διαφημίσεων διαφόρων επιχειρήσεων στο υπό της εναγομένης εκδιδόμενο περιοδικό "........." αντί αμοιβής υπολογιζομένης σε ποσοστό επί της αξίας εκάστης διαφημίσεως που η εναγομένη θα εισέπραττε γι' αυτή (όπως το ποσοστό αυτό εξειδικεύεται στην αγωγή), ότι η ενάγουσα εξετέλεσε την ανατεθείσα σ' αυτή άνω εργασία, καθώς και ότι η οφειλομένη αμοιβή για το έτος 1998, με βάση τα υπό της εναγομένης εισπραχθέντα από τους τρίτους ποσά για τις γενόμενες καταχωρήσεις των διαφημίσεων (όπως αυτά αναλυτικώς διαλαμβάνονται στην αγωγή), ανήλθε στο συνολικό ποσό των 3.430.180 δραχμών ή 10.067 Ευρώ, η επιδίκαση του οποίου ζητείται με την ένδικη αγωγή.
Επομένως, ιστορούνται στην αγωγή αυτή όλα τα αναγκαία για την δικονομική της πληρότητα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος και ορθώς το Εφετείο που την δίκασε την έκρινε ορισμένη και δεν την κήρυξε απαράδεκτη ως αόριστη, οι δε περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (όχι όμως και από τον αριθμό 9 του ιδίου άρθρου, κατ' ορθή υπαγωγή του στους λόγους αυτούς διαλαμβανομένου πραγματικού) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
IV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το "δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 482 ΚΠολΔ, έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 917/2002, ΑΠ 22/2004).
Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται, σύμφωνα με το άρθρο 566 §2 ΚΠολΔ, α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου και γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (κατά ένα μέρος) προβάλλεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, στον οποίο δεν μνημονεύονται τα ανωτέρω στοιχεία, είναι αόριστος και απορριπτέος.
V. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (κατά ένα μέρος) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 παρ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της υπάρξεως της επιδίκου οφειλής χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, τα οποία προσήγαγαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο περί του αντιθέτου άνω λόγος αναιρέσεως (αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένα ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά το μέρος που με αυτό η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς στο αναιρετήριο να αναφέρεται κανένα από τα ανωτέρω στοιχεία, είναι αόριστος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.11.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 2883/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ