Supreme Court remands appeal for retrial due to contradictory findings on bank negligence and authorization verification.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial after finding the appellate court's reasoning contradictory regarding the bank's negligence. The plaintiff argued that the bank failed to verify signatures and phone calls, while the bank claimed it acted within its means. The court ruled that accepting the bank's own admission of negligence while simultaneously claiming it followed proper procedures created an irreconcilable contradiction requiring a new trial.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 830 of the Code of Civil Procedure; A court decision must be remanded for retrial if it contains contradictory findings regarding the defendant's negligence and the verification of authorizations, rendering further examination of other grounds unnecessary.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 908 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 908/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία» και με τον διακριτικό τίτλο «Eurobank Ergasias», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», ως καθολική διάδοχος της «Τράπεζας Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία».
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Ρίζο και Γεώργιο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.05.2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3819/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6281/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη (ΑΠ 1220/2014). Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ’ αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ’ αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 2229/2013).
Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν, όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν.
δ/τος της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, «Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία».
Τέτοια «απόδειξη καταθέσεως χρημάτων» είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ` αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της (AΠ 189/2002, ΑΠ 93/2005, ΑΠ 1122/2005).
Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή – θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί – εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρ. 448 § 2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ’ αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώριση.
Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ’ αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.
Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της Τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι η Τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σ’ αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ’ αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.
Συνακόλουθα, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της Τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της Τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την Τράπεζα σε βάρος του καταθέτη (ΑΠ 929/2009).
Η ευθύνη της Τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρ. 332 § 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα στην περίπτωση προσκόμισης από τρίτο πρόσωπο έγγραφης εξουσιοδότησης του πελάτη που δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, εφόσον παραλείψουν τις επιβαλλόμενες προς επαλήθευση της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης ενέργειες, στις οποίες συγκαταλέγονται ο συγκριτικός έλεγχος της τεθειμένης επ’ αυτής υπογραφής του προς το τηρούμενο στην τράπεζα δείγμα αυτής αλλά και η τηλεφωνική επικοινωνία με τον πελάτη προς επιβεβαίωση της γνώσης του για το περιεχόμενο της σχετικής εντολής, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά το σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια (ΑΠ 1432/2019, AΠ 2118/2014).
[II] Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της εναγομένης τράπεζας (ήδη αναιρεσείουσας) αγωγή επικαλούμενος ότι από δόλο άλλως αμέλεια των υπαλλήλων της τράπεζας κατά τα περιστατικά που ειδικότερα εκθέτει σ’ αυτή απώλεσε τις καταθέσεις του που εισπράχθηκαν από τρίτους εν αγνοία του και ζήτησε την επιδίκαση του εν λόγω ποσού από τη σύμβαση παρακαταθήκης, αλλά και κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3819/2017 απόφασή του απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την εξ αδικοπραξίας βάση και αιτήματα και ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά τα λοιπά.
Ο ενάγων άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους. Το Εφετείο με την 6281/2019 απόφασή του, κατά παραδοχή της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή ως προς τη βάση της από την άνω σύμβαση επιδικάζοντας υπέρ του ενάγοντος 172.063,125 ευρώ.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η εναγόμενη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
«|Την 06.11.2006 ο ενάγων ο οποίος τυγχάνει αρχιτέκτονας – μηχανικός, διατηρών τεχνικό γραφείο στην ... και ο Θ. Β. τον οποίον είχε πρότινος γνωρίσει μέσω του γνωστού και φίλου του Γ. Β., μετέβησαν στο με αριθμό ... υποκατάστημα της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας στο ..., όπου ο Θ. Β. διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό και παρουσιάστηκαν στον τότε διευθυντή του και ήδη μάρτυρα ανταπόδειξης Μ.
Κ., τον οποίο ενημέρωσαν ότι ο ενάγων επιθυμεί να ανοίξει στο υποκατάστημα αυτό τραπεζικό λογαριασμό και ότι πρόθεσή του είναι τα χρήματα αυτά να παραμείνουν στο λογαριασμό αυτό και να μην επενδυθούν περαιτέρω, σύμφωνα με τις προτάσεις που του έκανε ο ως άνω Διευθυντής. Πράγματι ο ενάγων την 06.11.2006 άνοιξε στην εναγομένη, με τη προβλεπόμενη διαδικασία , τον λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό ...-...-..., του οποίου δικαιούχος ήταν ο ίδιος και στον οποίο κατέθεσε, αυθημερόν, με επιταγή, το χρηματικό ποσό των 170.000 ευρώ, παρέλαβε δε μετά ταύτα το σχετικό βιβλιάριο καταθέσεων.
Στη συνέχεια την ίδια ημέρα ο ενάγων και ο Θ. Β. συνέταξαν και υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο πρώτος αναλάμβανε την υποχρέωση να διατηρεί στον ως άνω καταθετικό λογαριασμό, ο αριθμός του οποίου μνημονεύθηκε ρητά, το χρηματικό ποσό της κατάθεσης (170.000 ευρώ) και να μην το αποσύρει μέχρι τις 15.05.2007, διότι διαφορετικά, το εν λόγω συμφωνητικό θα θεωρείτο άκυρο και αυτός (ενάγων), θα υποχρεούταν να καταβάλει στον αντισυμβαλλομενό του (Θ.
Β.), το ποσό των 50.000 ευρώ. Χαρακτηριστικά, μάλιστα, αναφέρεται στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό ότι μετά την 15.05.2007 ο ενάγων θα δύναται να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο των 170.000 ευρώ όπως εκείνος θελήσει , γεγονός για το οποίο εγγυάται ο έτερος συμβαλλόμενος Θ. Β.. Για το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό ο ενάγων διατείνεται ότι καταρτίσθηκε προκειμένου να δεσμευθεί έναντι του Θ.
Β. ότι θα αφήσει το ως άνω χρηματικό ποσό κατατεθειμένο στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό προς ενίσχυση της θέσης του διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος, ο δε Θ. Β. , στις έγγραφες εξηγήσεις πoυ έδωσε όταν κλήθηκε από την εναγoμέvη, διατείνεται ότι τo συμφωνητικό αυτό συνεργασίας συνήφθη μεταξύ τους για δουλειά που θα έκαναν μαζί και ο ενάγων για τη διάθεση σε αυτόν του κεφαλαίου του θα ελάμβανε ως επιτόκιο για έξι μήνες 23% (3,7% το μήνα), χωρίς, όμως, να διευκρινίζει ποια δουλειά ή συνεργασία θα είχαν μεταξύ τους ή το είδος της επένδυσης των χρημάτων του ενάγοντα που θα του επέφεραν το συμφωνηθέν μεταξύ τους επιτόκιο .
Όπως, περαιτέρω, αποδείχθηκε , την 14.11.2006 και την 23.11.2006, προσήλθε στο υποκατάστημα της εναγομένης στο ..., ο Γ. Κ. και εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο, Χ. Σ., τις αντίστοιχες, από 13.11.2006 και 23.11.2006 εξουσιοδοτήσεις – υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες είχαν συνταχθεί επί εντύπου υπευθύνων δηλώσεων του ν. 1599/1986 και ανέφεραν τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντα, όπως αυτά είχαν δηλωθεί στο κατάστημα της εναγομένης, κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, καθώς και υπογραφή κάτω από την ένδειξη «ο Δηλών», χωρίς, όμως, να έχει θεωρηθεί το γνήσιο της υπογραφής αυτής από αρμόδια Αρχή.
Με αυτές τις υπεύθυνες δηλώσεις, ο ενάγων φέρεται να εξουσιοδοτεί τον εμφανιζόμενο στο κατάστημα της εναγομένης, Γ. Κ., να μεταφέρει από τον ως άνω ατομικό λογαριασμό του , στο λογαριασμό που διατηρούσε στην ίδια τράπεζα (εναγομένη) ο Γ. Β., με αριθμό ...-..., τα χρηματικά ποσά των 88.000 ευρώ και 81.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι στις υπεύθυνες δηλώσεις αναφέρονταν να γίνει μεταφορά των χρημάτων στο λογαριασμό που διατηρεί ο Γ. Β., ενώ ο λογαριασμός αυτός ήταν κοινός με τον Θ. Β., με τον οποίο, ως διατείνεται ο τελευταίος, υπήρχε μεταξύ τους συνεργασία βάσει της οποίας είχαν συμφωνηθεί οι εν λόγω μεταφορές χρημάτων, οπότε λογικό θα ήταν στις υπεύθυνες δηλώσεις να αναφέρεται το όνομα αυτού ως δικαιούχου της μεταφοράς.
Εν συνεχεία , αποδείχθηκε ότι προς πιστοποίηση της γνησιότητας κάθε μιας από τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης, Χ. Σ., προέβαινε κάθε φορά σε έλεγχο της επ’ αυτών υπογραφής του ενάγοντα, συγκρίνοντάς την με δείγμα υπογραφής του, που με αφορμή το άνοιγμα του ατομικού λογαριασμού του, υπήρχε στην τράπεζα.
Ακολούθως, δε, πριν από την πραγματοποίηση κάθε συναλλαγής, ως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και ως εμφαίνεται με σχετική σημείωση επί των ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων, ο ανωτέρω υπάλληλος επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι τελούσε σε γνώση των εξουσιοδοτήσεων και ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενο αυτών, ήτοι τη μεταφορά των χρημάτων από τον ατομικό του λογαριασμό, στο λογαριασμό που διατηρούσε ο Γ.
Β. με το συνεργάτη του Θ. Β.. Με τον τρόπο αυτό λοιπόν, αναλήφθηκε, συνολικά, από το ατομικό βιβλιάριο του ενάγοντα, το χρηματικό ποσό των 169.000 ευρώ και μεταφέρθηκε στον ως άνω κοινό λογαριασμό που τηρούσαν στην εναγομένη ο Θ. Β. και ο Γ. Β., από τον οποίο, αυτοί πολύ αργότερα το ανέλαβαν ως συνδικαιούχοι (βλ.
αντίγραφο της κίνησης του βιβλιαρίου τους, για χρονικό διάστημα από 14.11.2006 έως 21.07.2009). Μετά ταύτα και αφού παρήλθε χρονικό διάστημα τριών και πλέον ετών, την 17η Φεβρουαρίου 2010, ο ενάγων μετέβη στο υποκατάστημα της εναγομένης στο ..., όπου είχαν λάβει χώρα οι επίδικες αναλήψεις και ζήτησε , χωρίς να έχει προσκομίσει μαζί του το βιβλιάριο, να πληροφορηθεί τη κίνηση του λογαριασμού του.
Όταν, δε, πληροφορήθηκε τις γενόμενες αυτές αναλήψεις και ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήταν 1.000 ευρώ, κοινοποίησε στην εναγομένη την από 18.02.2010 εξώδικη πρόσκλησή του, με την οποία ισχυριζόμενος ότι η μεταφορά των κεφαλαίων από τον ατομικό του λογαριασμό έλαβε χώρα, εν αγνοία του και χωρίς την εντολή του, ζήτησε την επανατοποθέτηση των αναληφθέντων χρημάτων στο λογαριασμό του, τη χορήγηση αντιγράφων των αμφισβητούμενων από τον ίδιο παραστατικών αναλήψεων και τη γνωστοποίηση των στοιχείων των εμπλεκομένων προσώπων.
Η εναγομένη αρχικά αρνήθηκε να δώσει την οποιαδήποτε πληροφορία, μέχρι να περαιωθεί ο έλεγχος που διενεργούσε σχετικά με τα καταγγελόμενα, στη συνέχεια όμως και ενόψει της επικείμενης συζήτησης της από 12.03.2010 (με αριθμό κατάθεσης 55498/2010) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί να του επιδείξει τα ως άνω παραστατικά και έγγραφα, παρέδωσε τελικά σε αυτόν τις από 13.11.2006 και 23.11.2006 εξουσιοδοτήσεις, καθώς και τα από 2006 και 23.11.2006 δελτία ανάληψης και κατάθεσης.
Ο ενάγων διατείνεται επί αυτών ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης επέδειξαν δόλο άλλως βαριά αμέλεια, καθώς δέχθηκαν τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις χωρίς αυτές να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του και αφετέρου δεν επικοινώνησαν προηγουμένως μαζί του, προκειμένου να επαληθεύσουν ότι πράγματι επιθυμούσε να λάβουν χώρα οι συγκεκριμένες συναλλαγές, επισημαίνοντας ότι στην επί των υπευθύνων αυτών δηλώσεων επισημείωση ότι πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία , δεν αναφέρει τον αριθμό τηλεφώνου, τον οποίο ο υπάλληλος κάλεσε και μίλησε μαζί του.
Η εναγομένη, δε, τράπεζα αντιτείνει ότι ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον διενεργήσαντα την ανάληψη υπάλληλό της, καθότι τόσο αυτός όσο και ο ίδιος ο διευθυντής του υποκαταστήματος και μάρτυρας ανταπόδειξης, επικοινώνησαν τηλεφωνικά μαζί του και τους διαβεβαίωσε ότι είναι ενήμερος για τις υπεύθυνες δηλώσεις και ότι εντέλλεται τις αναλήψεις αυτές στα πλαίσια της συνεργασίας που έχει με τον Θ.
Β.. Προς επίρρωση, δε, του ισχυρισμού αυτού, η εναγομένη προσκομίζει και επικαλείται αντίγραφα των υπεύθυνων αυτών δηλώσεων τα οποία της προσκόμισε ο ίδιος ο Θ. Β., εκ των υστέρων, όταν κλήθηκε στα πλαίσια της έρευνας που διεξήγαγε η εναγομένη, στα οποία αντίγραφα, μετά τη μεταφορά των χρηματικών ποσών στο λογαριασμό που τηρούσε αυτός με τον Γ.
Β., ο ίδιος (Θ. Β.) σημείωνε, προς εξασφάλιση της μεταξύ τους συνεργασίας και απόδειξη τήρησης των συμφωνηθέντων, ότι έλαβε αντίστοιχα τα εν λόγω ποσά για εξάμηνο με επιτόκιο 3,7% το μήνα. Αναφορικά με τους προαναφερόμενους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, από το αυτό – εν γένει – αποδεικτικό υλικό, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Ο Θ. Β. και ο ενάγων γνωρίσθηκαν μέσω του κοινού τους φίλου Γ. Β., το Νοέμβριο του έτους 2006, προκειμένου να αναπτυχθεί μεταξύ τους συνεργασία οικονομικής φύσεως, της οποίας κανείς δεν δευκρινίζει το ακριβές περιεχόμενο, με διάθεση πάντως κεφαλαίων από τον ενάγοντα στον Θ. Β., προκειμένου ο τελευταίος να τα εκμεταλλεύεται για επενδύσεις στο εξωτερικό, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος προς τον ενάγοντα 3,7%, ήτοι υψηλότερου του νομίμου τραπεζικού.
Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι πέρα από τις ως άνω επίδικες αναλήψεις και μεταφορές χρηματικών ποσών, που έγιναν από το τηρούμενο στην εναγομένη λογαριασμό του ενάγοντα προς τον επίσης εκεί τηρούμενο κοινό λογαριασμό των Γ. Β. και Θ. Β., ο ενάγων την 01.03.2007 μετέβη από κοινού με τον Θ. Β. στο κατάστημα ... της ALPHA ΒΑΝΚ και εκδήλωσε την επιθυμία του στον υπεύθυνο πελατείας ιδιωτών υπάλληλο Δ.
Σ. αλλά και στον διευθυντή Ε. Π., να ανοίξει με το Θ. Β. κοινό λογαριασμό, Προς εξυπηρέτηση των μεταξύ τους οικονομικών δοσοληψιών, συστήνοντάς τον ως συνεργάτη του. Στο πλαίσιο, μάλιστα , αυτής τις συνεργασίας τους και με εξουσιοδοτήσεις που εμφάνισε στο ως άνω υποκατάστημα της εν λόγω τράπεζας η Α. Κ., βοηθός λογιστή και εξωτερικός συνεργάτης στο κατάστημα της τράπεζας αυτής, μεταφέρθηκαν από τον ατομικό λογαριασμό, που τηρούσε εκεί ο ενάγων προς τον κοινό που ανοίχθηκε με τον Θ.
Β. και αναλήφθηκαν από τον τελευταίο , το συνολικό ποσό των 389.000 ευρώ. Σχετικά με τις αναλήψεις αυτές των χρηματικών ποσών από το λογαριασμό του και τις συμψηφιστικές μεταφορές τους στο κοινό λογαριασμό με τον Θ. Β. ο ενάγων ενημερώθηκε επίσης μετά από τρία έτη από τη τελευταία συμψηφιστική μεταφορά με την από 17.02.2010 αίτησή του για να λάβει γνώση των κινήσεων του λογαριασμού του και κατόπιν απέστειλε στην ALPHA ΒΑΝΚ εξώδικη διαμαρτυρία , αμφισβητώντας ότι οι μεταφορές αυτές των χρημάτων ήταν εν γνώσει του και έγιναν με εξουσιοδότησή του ενώ ακολούθως άσκησε εις βάρος της τράπεζας αυτής την από 13.04.2010 (αριθμ.
καταθ. 75050/4254/20Ι0) αγωγή του, επί της οποίας, μετ’ αναίρεση, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2501/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του και υποχρεώθηκε η εκεί εναγομένη τράπεζα σε αποζημίωσή του, λόγω διαγνωσθείσας βαριάς αμέλειας των υπαλλήλων της κατά την εκτέλεση των συμψηφιστικών μεταφορών των χρηματικών ποσών από το λογαριασμό του.
Περαιτέρω, με την από 12.05.2010 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικης πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησε , για λογαριασμό του ενάγοντα, ο γραφολόγος Μ. Μ., επί των επίδικων δύο ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων, αποφαίνεται ότι τόσο η χειρόγραφη γραφή στα κείμενά τους όσο και η επ' αυτών υπογραφή, δεν προέρχονται από τον ενάγοντα.
Η εναγομένη αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό επικαλούμενη ότι ο ενάγων ήταν γνώστης των χρηματικών αναλήψεων από το λογαριασμό του και της μεταφοράς αυτών στο κοινό λογαριασμό των Γ. Β. και Θ. Β. , αφού ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον αρμόδιο υπάλληλό της αλλά και από τον ίδιο το διευθυντή του υποκαταστήματος και δήλωσε γνώστης αυτών και συνήνεσε προφορικά για την εκτέλεση της μεταφοράς.
Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε καμία δόλια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης του καταστήματος ... κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, οι ίδιοι δε απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες που τους απέδιδε με την εις βάρος τους υποβληθείσα μήνυση , δυνάμει του υπ’ αριθμ. 959/2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίνεται, όμως, ότι αυτοί δεν επέδειξαν την δέουσα επιμέλεια κατά την εκτέλεση αυτών (καθηκόντων), αλλά αντιθέτως επέδειξαν βαριά αμέλεια, αποκλίνουσα σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά, που θα επεδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, δε, ενώ δεν προσήλθε ο ίδιος προσωπικά ο δικαιούχος του λογαριασμού (ενάγων) για ανάληψη εξαιρετικά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ατομικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου και τη μεταφορά τους , ακολούθως, σε άλλο λογαριασμό, τρίτου προσώπου , ήτοι του Γ.
Β. ως ανέφεραν οι υπεύθυνες δηλώσεις, με τον οποίο ουδεμία συναλλακτική σχέση ή συνεργασία τον συνέδεε, η οποία να ήταν γνωστή στην εναγόμενη τράπεζα, μάλιστα δε, σε διάστημα λίγων ημερών από το άνοιγμα του εκεί τραπεζικού λογαριασμού του , αλλά προσήλθε τρίτο πρόσωπο (Γ. Κ.) , στον οποίο δεν είχε καν παραδοθεί από αυτόν (ενάγοντα) το βιβλιάριο ταμιευτηρίου και δεν επιδεικνυόταν αυτό στο Κατάστημα της Τράπεζας, όπου το παραπάνω (τρίτο πρόσωπο) παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπός του, με βάσει τις προαναφερθείσες εξουσιοδοτήσεις υπεύθυνες δηλώσεις του ν.1599/1986, που όμως δεν έφεραν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη ημερομηνία από αρμόδια Δημόσια Αρχή, με ενδεχόμενο οι τεθείσες υπογραφές να μην είναι γνήσιες αλλά πλαστογραφημένες, έλλειψη και συγχρόνως κίνδυνο που όχι μόνο κατανοούσαν αλλά και αντιλαμβάνονταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομενης, παρά ταύτα έστερξαν στην ανάληψη και μεταφορά , κατά τα ανωτέρω, των ως άνω χρηματικών ποσών, παρόλο που το ύψος των αναλαμβανόμενων χρηματικών ποσών και η απουσία της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής και βεβαίωσης της ημερομηνίας αποτελούσαν κρίσιμες ενδείξεις από τις οποίες οι προστηθέντες έπρεπε να αμφιβάλλουν ως προς τη γνησιότητα των υπογραφών του ενάγοντος, οι οποίες αμφισβητούνται από αυτόν ότι είναι γνήσιες.
Με βάση δε τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, βαριά αμέλεια η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων πιστωτικού ιδρύματος, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής αναληφθέντος ποσού, εφόσον αυτοί δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή, αναλόγως, της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίσθηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην τράπεζα και δεν φέρει βέβαιη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια Αρχή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, επιδεικνύοντας, έτσι, αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.
Στη κρίση , δε, αυτή περί βαριάς αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν ασκεί έννομη επιρροή η γνησιότητα ή μη της υπογραφής του ενάγοντα επί των ως άνω δύο υπευθύνων δηλώσεων, αφού, ούτως ή άλλως, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, δεν υφίσταται έγκυρη πληρεξουσιότητα του καταθέτη για ανάληψη χρηματικών ποσών από λογαριασμό του όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίσθηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει βέβαιη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια Αρχή.
Ομοίως, ουδεμία έννομη επιρροή για την επίδικη αξίωση ασκεί η διερεύνηση της πραγματικής σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα με τον Γ. Β. και το Θ. Β., αφού κρίσιμο εν προκειμένω είναι η διερεύνηση και μόνον αν η τραπεζική εταιρία δια των προστηθέντων υπαλλήλων ,της προέβη στις αναγκαίες ενέργειες προς διευκρίνιση της ταυτοπροσωπίας του δικαιούχου του λογαριασμού και το γνήσιο της ενώπιόν τους προσκομισθείσας από τρίτο πρόσωπο εξουσιοδοτήσεως.
Άλλωστε, ως προς αυτό το ζήτημα λεκτέον ότι ακόμα και η επικαλούμενη με τον ενάγοντα τηλεφωνική επικοινωνία για την επιβεβαίωση των εξουσιοδοτήσεων και των εντελλομένων με αυτές αναλήψεων σημειώθηκε κατά τρόπο πλημμελή, χωρίς να αναφέρεται ο τηλεφωνικός αριθμός κλήσης του ενάγοντα και η ώρα κλήσης αυτού, με αποτέλεσμα, ενόψει της αμφισβήτησης και άρνησης από τον ενάγοντα του γεγονότος αυτού, να μην αποδεικνύεται τούτο, ως πραγματοποιηθείσα από τον υπάλληλο της εναγομένης ενέργεια.
Συνεπώς, η εναγομένη τραπεζική εταιρία, υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό της αναληφθείσας τραπεζικής του καταθέσεως εκ 169.000 ευρώ καθώς και το ποσό των 3.063,125 ευρώ, που αντιστοιχεί στους απωλεσθέντες τόκους του παρανόμως αναληφθέντος από το τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος κεφαλαίου για χρονικό διάστημα από της καταθέσεως αυτού μέχρι και τις οχλήσεως της εναγομένης από τον ενάγοντα , ήτοι για χρονικό διάστημα 29 μηνών από 06.11.2007 μέχρι 06.02.2010 […]|».
[III] Ακολούθως το Εφετείο κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που «απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά το κεφάλαιο της συμβατικής ευθύνης, κατά το οποίο και μόνον εκκαλείται η υπόθεση και μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο, ενώ έπρεπε να την κάνει δεκτή ως προς την αγωγική αυτή βάση», δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, «με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσον αφορά την εξειδίκευση της έννοιας της βαριάς αμέλειας των προστηθέντων της εναγομένης και κακή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της ένδικης ανάληψης των χρηματικών ποσών από το τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, που τηρούσε στην εναγομένη» , εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε, δίκασε την υπόθεση κατ’ ουσίαν και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγόμενη τράπεζα να καταβάλει το συνολικό ποσό των 172.063,125 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής βαρειάς αμέλειας των προστηθέντων (υπαλλήλων) της εναγόμενης τράπεζας αναφορικά με την τηλεφωνική επιβεβαίωση περί της ύπαρξης πληρεξουσιότητας για τις επίδικες αναλήψεις, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άρθρων 830, 827 ΑΚ, άρθρ. 3 ν.δ 17-7/13-8-1923, 236 ΑΚ.
Ειδικότερα , ενώ δέχεται ότι κρίσιμο ζήτημα για τη θεμελίωση της ευθύνης της τράπεζας αποτελεί η διερεύνηση περί του εάν οι υπάλληλοί της προέβησαν στις αναγκαίες ενέργειες σε σχέση με το γνήσιο των ενώπιόν τους προσκομισθεισών εξουσιοδοτήσεων υπογραφής του δικαιούχου του λογαριασμού-ενάγοντος διαλαμβάνοντας τις ακόλουθες παραδοχές: (α) ότι «οι εξουσιοδοτήσεις – υπεύθυνες δηλώσεις είχαν συνταχθεί επί εντύπου του ν.1599/1986 και ανέφεραν τα στοιχεία της ταυτότητας του ενάγοντα, όπως αυτά είχαν δηλωθεί στο κατάστημα της εναγόμενης κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού ...», (β) ότι «ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγόμενης Χ.
Σ. προέβαινε κάθε φορά σε έλεγχο της επ’ αυτών υπογραφής του ενάγοντα , συγκρίνοντάς την με δείγμα της υπογραφής του, που με αφορμή το άνοιγμα του ατομικού λογαριασμού του, υπήρχε στην τράπεζα», (γ) ότι «πριν από την πραγματοποίηση κάθε συναλλαγής και ως εμφαίνεται με σχετική σημείωση επί των ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων, ο ανωτέρω υπάλληλος (Χ.Σ.) επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι τελούσε σε γνώση των εξουσιοδοτήσεων και ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενο αυτών , ήτοι τη μεταφορά των χρημάτων από τον ατομικό του λογαριασμό στο λογαριασμό που διατηρούσε ο Γ.
Β. με τον συνεργάτη του Θ. Β....», διαλαμβάνοντας δηλαδή παραδοχές που αίρουν τη θεμελίωση βαρειάς αμέλειας εκ μέρους των προστηθέντων της, εφόσον δέχεται υπό τα προεκτεθέντα ότι οι υπάλληλοι της τραπεζας προέβησαν στις επιβαλλόμενες από τις περιστάσεις ενέργειες και με τα μέσα που οι τελευταίοι διέθεταν, ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι συντρέχει βαρειά αμέλεια της τράπεζας με την παραδοχή ότι (α) «οι υπάλληλοι δέχθηκαν τις επίμαχες εξουσιοδοτήσεις και έστερξαν στην ανάληψη και μεταφορά των επιδίκων ποσών παρά την απουσία θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του ενάγοντος την οποία ο τελευταίος αμφισβητεί» και (β) ότι «η τηλεφωνική επικοινωνία για την επιβεβαίωση των εξουσιοδοτήσεων και των εντελλομένων αναλήψεων, σημειώθηκε κατά τρόπο πλημμελή, χωρίς να αναφέρεται ο τηλεφωνικός αριθμός κλήσης του ενάγοντα και η ώρα κλήσης με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται τούτο ως πραγματοποιηθείσα από τον υπάλληλο της εναγομένης ενέργεια», χωρίς όμως να εξηγεί αφ’ενός γιατί η επαλήθευση του περιεχομένου των άνω εξουσιοδοτήσεων, μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας της τράπεζας με τον ενάγοντα που έλαβε χώρα προς κάλυψη της τυπικής έλλειψης της θεώρησης της υπογραφής του (που προηγουμένως δέχθηκε) δεν συνιστά την επιβαλλόμενη ενέργεια από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθετε η τράπεζα και αφετέρου με ποιο τρόπο μόνη η παράλειψη αναγραφής του αριθμού τηλεφώνου του ενάγοντα συνιστά βαρειά αμέλεια της τράπεζας και οδηγεί στην άρση της προηγούμενης παραδοχής περί της έγγραφης επισημείωσης του υπαλλήλου σε εκάστη των επίδικων εξουσιοδοτήσεων της προηγηθείσας των αναλήψεων τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ενάγοντα και επιβεβαίωσης από τον τελευταίο της γνώσης του ως προς τη χορήγηση και το περιεχόμενό τους.
Επομένως κατά παραδοχή ως βασίμου, του δεύτερου εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει η απόφαση αυτή να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο , συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας η οποία κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την από 10.02.2020 αίτηση της Τράπεζας «Eurobank A.E» για αναίρεση της με αριθμό 6281/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο , συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ