Supreme Court partially allowed appeal on court costs, rejecting appeal against first three defendants while ordering payment to others.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding court costs. The appellants had challenged the costs imposed on four specific defendants, while the first three defendants were absent from the lower proceedings. The Court ruled that the appeal was admissible only regarding the costs for the fourth, fifth, and sixth defendants, ordering them to pay the appellants' expenses while dismissing the appeal against the first three parties.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal against a judgment on court costs if the lower court erred in applying cost allocation rules to specific parties, while dismissing the appeal against other parties where no error occurred.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 908 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 908/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Μ. Μ. του Δ. συζ. Δ. Ε., κατοίκου ..., 3.Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 4.Ε. Μ. του Δ., συζύγου Β. Τ., κατοίκου ..., 5.Ζ. χήρας Ι. Μ., το γένος Δ. και Ό. Δ., κατοίκου ..., 6.Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7.Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 8.Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 9.Ν. Κ. του Α. και Α., κατοίκου ..., 10. Δ. Κ. του Α., συζ. Κ. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Δανάη Τιμίνη που ανακάλεσε την από 16-10-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Του Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και διαδόχου της αποβιωσάσης συζύγου του Π. Μ. του Φ., ο οποίος δεν παραστάθηκε 2. Ι. Μ. του Α. και της Π., κατοίκου ..., νομίμως εκπροσωπουμένου κατά την περίοδο της ανηλικότητας του, από τον ασκούντα την γονική μέριμνα αυτού πατέρα του Α., Μ.
του Ι., και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και διαδόχου της αποβιωσάσης μητέρας του Π. Μ. του Φ., ο οποίος δεν παραστάθηκε 3. Φ. Μ. του Α. και της Π., κατοίκου ..., νομίμως εκπροσωπουμένου κατά την περίοδο της ανηλικότητας του από τον ασκούντα την γονική μέριμνα αυτού πατέρα του Α. Μ. του Ι., και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και διαδόχου της αποβιωσάσης μητέρας του Π.
Μ. του Φ., ο οποίος δεν παραστάθηκε 4.Ιωάννας συζύγου Φ. Κ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτη Κουντουριώτη 5. Της αστικής εταιρίας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε 6.
Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα η οποία δεν παραστάθηκε 7. Δήμου …. της Ν.Ε. …. ως καθολικού διαδόχου της τέως Κοινότητας ... Νομού …., που εδρεύει στο …., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο και κάτοικο ...
που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δήμητρα Τζούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
8. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-6-2008 και 30-11-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 72/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της παρούσας αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον διάδικο που απολείπεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.
β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της ανωτέρω κλήτευσης, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 21-3-2018, μετά δε από αναβολή για τη δικάσιμο της 7-11-2018, ενώ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς και …76 Β'/ 9-1-2018 και ….15 Β'/17-1- 2018 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Η.
Μ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την 21-3-2018 προς συζήτησή της και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση.
Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών, η κλήτευση των οποίων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 7-11-2018 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς …13 Β/4-1-2018, …14 Β/4-1-2018 και …15 Β/4-1-2018 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.
Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την 21-3-2018 προς συζήτησή της και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων με θυροκόλληση στη διεύθυνση "..., κάτοικο ...", ενώ στο εισαγωγικό δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης αναφέρονται ως "κ..., οδός ...", χωρίς καμία περαιτέρω μνεία ως προς την αιτία επίδοσης στην προαναφερόμενη διεύθυνση και όχι σ' εκείνη που αναγράφεται στο εισαγωγικό δικόγραφο της αναίρεσης.
Συνεπώς, ως προς αυτούς, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η συζήτηση της αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1094, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται να γίνονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται, στο αρμόδιο γραφείο της περιφέρειας του ακινήτου, σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν επέρχεται η μεταβίβασή της και αφετέρου ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.
Περαιτέρω, ο κύριος του πράγματος, σε περίπτωση αμφισβήτησης της κυριότητάς του δικαιούται, έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, να ζητήσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, να αναγνωρισθεί είτε ότι εκείνος είναι κύριος του πράγματος (θετική αναγνωριστική αγωγή), είτε ότι ο αμφισβητών την κυριότητά του εναγόμενος τρίτος δεν είναι κύριος τούτου (αρνητική αναγνωριστική αγωγή).
Η σώρευση όμως στο ίδιο δικόγραφο θετικής αναγνωριστικής αγωγής και αρνητικής τοιαύτης, εμποδίζεται από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ενάγοντος, εφόσον με την επιλογή από εκείνον του αιτήματος να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου, παύει πλέον να υφίσταται στο πρόσωπό του και έννομο συμφέρον αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο του εναγομένου.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 930/1943 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του β.δ/τος της 24/10/1940 "περί τροποποιήσεως κλπ. ως και λοιπών Νόμων και Διαταγμάτων αφορώντων την διαχείρισιν της ανταλλαξίμου περιουσίας": "Τα εντός των διοικητικών ορίων της Κοινότητας ... κείμενα ανταλλάξιμα ακίνητα, εφ' ων οι κάτοικοι της Κοινότητας ταύτης ανήγειρον οικίας, εκκλησίας, σχολεία κλπ.
ως και οι εκτάσεις εφ' ων οι κάτοικοι ούτοι ενεφύτευσαν από τριακονταετίας αμπέλους ή άλλας φυτείας, ας κατέχουσιν έκτοτε και νέμονται ως ίδια, καθώς και τα μέχρι δύο στρεμμάτων εκτάσεως χορτολίβαδα, τα κατεχόμενα υπό των κατοίκων και χρησιμοποιούμενα δια την οικόσιτον κτηνοτροφίαν των, αποδίδονται δυνάμει του παρόντος εις τους εν λόγω κατοίκους και διαγράφονται εκ του Κτηματολογίου της Υ.Δ.Μ.Κ.
άνευ άλλης διατυπώσεως, ακυρουμένων των οικείων πρωτοκόλλων καταλήψεως και παραδόσεως των κτημάτων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ως ανταλλαξίμων. Αι λοιπαί ακάλυπτοι εκτάσεις (αγροί, βοσκαί, λειβάδια, δάση κλπ.) αίτινες ανήκουν εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν, παραχωρούνται εις το νομικόν πρόσωπον της Κοινότητος επί τιμήματι καθορισθησομένω υπό της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής του Αγροτικού Κώδικος".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, για να αποδοθούν στους κατοίκους της Κοινότητας …. τα κατεχόμενα, κατά τη δημοσίευση του νόμου, από εκείνους χορτολίβαδα, που χρησιμοποιούσαν για την οικόσιτη κτηνοτροφία τους, θα έπρεπε αυτά να έχουν έκταση μέχρι δύο στρέμματα, ενώ σε περίπτωση που αυτά υπερέβαιναν το εμβαδόν αυτό, οι κάτοικοι δεν είχαν δικαίωμα απόδοσης ούτε για τη μέχρι των δυο στρεμμάτων έκταση, την οποία άλλωστε ο νόμος και δεν προσδιορίζει.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τις από 11-6-2008 και 30-11-2009 αγωγές τους, εξέθεταν ότι κατέστησαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 2.832 τ.μ.
και κατά πρόσφατη εμβαδομέτρηση 2.744 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο συνοικισμό της Κοινότητας ..., αφενός με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των αναφερομένων κληρονομικών διαδοχών και αφετέρου με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής τους σ' εκείνον των δικαιοπαρόχων τους, αλλά και δυνάμει των προαναφερομένων διατάξεων του ν. 930/1943, εφόσον οι δικαιοπάροχοί τους ήσαν κάτοχοι του επιδίκου κατά το 1943 και το χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες της οικόσιτης κτηνοτροφίας τους.
Ζητούσαν δε με την πρώτη, πλην άλλων, όπως αφενός αναγνωρισθεί ότι είναι συγκύριοι του επιδίκου εκείνοι και αφετέρου ότι ουδένα δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού απέκτησαν ποτέ οι εναγόμενοι, κατά τα προσδιοριζόμενα ειδικότερα χρονικά σημεία και με τη δεύτερη, πλην άλλων, να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί του επιδίκου.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφενός έκρινε απορριπτέες, ως μη νόμιμες, αμφότερες μεν τις αγωγές, ως προς τη βάση τους που στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 930/1943, λόγω του ότι η επίδικη εδαφική έκταση, κατά τα εκτιθέμενα στα αγωγικά δικόγραφα, είναι μεγαλύτερη των δύο στρεμμάτων, τη δε από 11-6-2008 αγωγή και ως προς το αρνητικό αναγνωριστικό αίτημά της, ελλείψει εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο των εναγόντων, εφόσον προτάχθηκε ως αίτημα στην αγωγή τους η αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας εν μέρει τις αγωγές για τις παραπάνω αιτίες, σύμφωνα με όσα προεκτίθενται στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε τις διατάξεις ούτε των άρθρων 369, 1033, 1094, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, ούτε του άρθρου 2 του ν. 930/1943, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα σχετικά σκέλη του είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, προκειμένου να αποδειχθεί το βάσιμο του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι εκείνοι είναι οι αποκλειστικοί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και να αντικρουσθεί ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων για την επί του, ως άνω, επιδίκου κτήση κυριότητας, τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα και δη:
α) τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς ...2/2-12-2008 των Γ. Κ. και Ι. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, 14/17-6-2003 των Θ. Μ.ή και Γ. Δ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμυνταίου και 29/1-3-2007 των Μ. Τ. και Ά. Μ. και 41/5-6- 2008 του Θ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Φλώρινας, β) τις φωτογραφίες του επιδίκου, γ) την από 30-6-1977 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση των Ε.
Μ., Α. Κ. και Γ. Γ., δ) την από 8-7-1981 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ….Κ. Μ., ε) την με αριθ. πρωτ. 8606/8-7-1981 αίτηση του Γ. Γ. προς την Οικονομική Εφορία Κοζάνης, στ) το τοπογραφικό διάγραμμα, ζ) την από 27-10-1992 αίτηση της Α. Κ. προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Ν. …, η) τη με αριθ. 12570/2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Φλώρινας Ζ.
Χ., θ) την από 30-4-2002 εξώδικη απάντηση του Προέδρου της Κοινότητας ... Ν. Μ., ι) την από 4-7-1996 αίτηση του Μ. Μ. προς τον Προϊστάμενο της Πολεοδομίας …., ια) την από 4-6-2007 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία των αναιρεσειόντων και την από 8-11-2007 απάντηση της Κοινότητας ..., ιβ) το από Σεπτέμβριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Σ. και ιγ) το υπ'αριθ. …50/16-6-1982 Τίτλο Κυριότητας-Πρωτόκολλο Παραδόσεως και Παραλαβής ΑΚ …55Α κτήματος του Δημοσίου ΔΑΜΚ. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, όπως άλλωστε αναφέρει στο σκεπτικό της, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλούνται και νομότυπα προσκομίζουν, στα οποία περιλαμβάνονται και όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα, μερικά εκ των οποίων μάλιστα, όπως η με αριθ. ...2/2-12-2008 ένορκη βεβαίωση των Γ.
Κ. και Ι. Γ., οι φωτογραφίες και η από 8-7-1981 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ..., ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς κάποια διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΟλΑΠ 96/1985, ΑΠ 194/2018).
Εξάλλου, επί αναγνωριστικής κυριότητας και διεκδικητικής αγωγής, οι διάδικοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας (ΑΠ 1536/2012, ΑΠ 1596/2009) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε απλός ομόδικος ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους, οι δε πράξεις και οι παραλείψεις του δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους λοιπούς ομοδίκους του.
Με τον δεύτερο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας και, συνεπώς, οι εξ αυτών τέταρτη, πέμπτη και έκτη ερημοδικασθέντες στον πρώτο βαθμό εκπροσωπήθηκαν, κατ' άρθρο 76 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, από την έβδομη εναγομένη αναιρεσίβλητη, η δε έφεση έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς και όχι να θεωρηθεί ότι συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας, οπότε ως εκκαλούντες εδικαιούντο να προβάλουν όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσαν να προβάλουν πρωτοδίκως.
Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, οι εναγόμενοι -αναιρεσίβλητοι ήσαν απλοί και όχι αναγκαίοι ομόδικοι και, συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος είναι μη νόμιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, που αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 956/2018) σαφώς προκύπτει αφενός ότι ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα και αφετέρου ότι τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, εις βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, εις βάρος του διαδίκου που νικήθηκε.
Αν γίνει δεκτή έφεση και εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, τότε αν ο εκκαλών παρέστη και στα δύο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) δικαστήρια ουσίας, επιβάλλονται εις βάρος του εφεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ενώ αν παρέστη μόνο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Με τον πρώτο κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ οι τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων-εναγομένων ερημοδικάσθηκαν στον πρώτο βαθμό, εν τούτοις το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες-εφεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα και των ερημοδικασθέντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και της υπ' αριθ. 51/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας επιβεβαιώνεται η προαναφερόμενη καταδίκη των αναιρεσειόντων, παρά την ερημοδικία των τριών αναιρεσιβλήτων στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Με την κρίση του όμως αυτή, το Εφετείο παρέβη τις προαναφερθείσες διατάξεις και, επομένως, ο πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με τις προηγηθείσες σκέψεις, πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιβληθείσα δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας των τέταρτης, πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων, να κρατηθεί η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό και να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητοι να καταβάλουν στις ανωτέρω αναιρεσίβλητες το συνολικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν η τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα αναφερόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του εβδόμου αναιρεσιβλήτου Δήμου …., κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 276 ν. 3463/2006, 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, όπως το τελευταίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΑΚ και ισχύει μετά την υπ' αριθ. 13442/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987).
Ως προς το όγδοο νικήσαν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται εις βάρος των αναιρεσειόντων, ελλείψει σχετικού εκ μέρους του αιτήματος (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-7-2017 αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 72/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μόνο κατά το κεφάλαιο των επιβληθέντων δικαστικών εξόδων και ως προς το μέρος που αφορά τους τέταρτη, πέμπτη και έκτη εκκαλούσες.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες-εφεσιβλήτους να καταβάλουν στις τέταρτη, πέμπτη και έκτη εκκαλούσες τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας που καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τις τέταρτη, πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των εβδόμου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2019.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ