Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
908/2009 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against administrative expropriation dismissal due to delayed compensation payment.

Geschäftsnummer 908/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court annulled the First Instance Court's dismissal of the appeal regarding delayed compensation for administrative expropriation. The owners argued that the state failed to pay compensation within eighteen months, triggering automatic revocation of the expropriation, yet the lower court rejected their claim for re-determination. The Court ruled that the automatic revocation cannot be considered by the court ex officio and must be raised by the entitled party, thus overturning the procedural error.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 17 para. 4 item g of the 1975 Constitution; Art. 11 para. 1 of Law 797/1971; Art. 29 para. 1 and 2 of Law 2882/2001; Art. 8 para. 1-3 of Law 797/1971; Art. 3 of Law 212/1975: The automatic revocation of administrative expropriation due to non-payment of compensation within the statutory period cannot be examined by the court ex officio and must be raised by the entitled party.

Schlagwörter

KI-generiert
administrative expropriation automatic revocation compensation delay procedural admissibility ex officio examination Führerausweisentzug Einstellung des Strassenverkehrsverfahrens Rücknahme der Nichtigerklärung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 17 para. 4 item g of the 1975 Constitution
Art. 11 para. 1 of Law 797/1971
Art. 29 para. 1 and 2 of Law 2882/2001
Art. 8 para. 1-3 of Law 797/1971
Art. 3 of Law 212/1975

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
O.A.P. 7/2007
A.P. 215/2001
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 908 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 908/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ... κατοίκου ... 2) .... 3) ... κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας, αναγνώρισης δικαιούχων και καταψήφισης αποζημίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκε η 155/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/9/2006 αίτησή τους και τους από 11/6/2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 24/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ του Συντάγματος 1975, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, που έχει στην κρινόμενη υπόθεση εφαρμογή κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001(Κ.Α.Α.Α) προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 7 του ν.δ. 797/1971, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδίκαια.

Όμως, στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 212/1975, ορίζεται, ότι η ως άνω επερχόμενη αυτοδίκαια ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, όταν, μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλει στη διεύθυνση απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση, ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.

Από τις παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με εκείνη του άρθρου 8 παρ. 1-3 του ν.δ. 797/1971, προκύπτει, ότι η αξίωση του καθού η απαλλοτρίωση για καταβολή της αποζημίωσης είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ευθύς ως παρέλθει η προθεσμία του ενός και ημίσεως έτους, που τάσσεται από το Σύνταγμα στον υπόχρεο για καταβολή της.

Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση. Από την εκ μέρους του τελευταίου έγερση αγωγής για την αναγνώριση του ως δικαιούχου της αποζημίωσης μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την πάροδο της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, συνάγεται σαφώς η βούληση του να μην ασκήσει το δικαίωμα, που θεσπίστηκε για το συμφέρον του, να καταστήσει δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση επικαλούμενος την αυτοδίκαιη ανάκληση της, αλλά η βούληση του να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση θεωρείται ως μη γενόμενη, έστω και αν αυτός δεν υπέβαλε την πιο πάνω δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών, αφού η υποβολή αυτής απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης που έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Ολ ΑΠ 7/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την από 10-10-2005 αίτησή τους, όπως από αυτή προκύπτει και δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ότι είναι συγκύριου του περιγραφομένου σε αυτή ακινήτου που βρίσκεται στην παραλία της ... το οποίο εντάχθηκε μέσα στη ζώνη του αιγιαλού με προβλεπόμενη από το ν. 2344/1940 διαδικασία κι έτσι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του Δημοσίου.

Ότι με την 172/20-6-1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση και με την 400/1987 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος σε 65.075 ευρώ συνολικά. Ότι με την από 5-6-1987 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης, η αίτησή τους, όμως αυτά απορρίφθηκε με την 326/1988 απόφαση ως άνω δικαστηρίου του εν λόγω προβολή δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου από το Δημόσιο.

Ότι ακολούθως άσκησαν την από 112/1988 αγωγή κατά την κοινοτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας για την αναγνώρισή των ως δικαιούχων της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος, το δικαστήριο δε αυτό εξέδωσε αρχικά των 9/1990 πράξη και στη συνέχεια την 53/1993 οριστική απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή.

Ότι κατά της απόφασης αυτής το Δημόσιο άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 112/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που την απέρριψε, κατά της απόφασης δε αυτής το Δημόσιο άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 931/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο τελικά εξέδωσε την 250/2003 αμετάκλητη ήδη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Ότι το Δημόσιο δεν έχει καταβάλει ούτε έχει παρακαταθέσει την αποζημίωση κι έτσι η απαλλοτρίωση του ακινήτου τους δεν έχει συντελεστεί. Ότι η απαλλοτρίωση του ακινήτου τους είναι ενεργής και δεν έχει ανακληθεί αυτοδικαίως, διότι δεν έχουν ζητήσει οι ίδιοι την ανάκλησή της, ούτε προτίθενται να την ζητήσουν όπως αυτό αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά τους και ειδικότερα από τον ως άνω μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα τους με το Δημόσιο για την αναγνώρισή των ως δικαιούχων της αποζημίωσης του ακινήτου τους.

Ότι συνέπεια της μη παρακατάθεσης της αποζημίωσης από το Δημόσιο και της παράνομης αντιδικίας τους στη δίκη για την αναγνώρισή των ως δικαιούχων της αποζημίωσης απώλεσαν το ποσό που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπρατταν από την κατάθεση της αποζημίωσης σε Τράπεζα με τον εκάστοτε τόκο ταμιευτηρίου ανατοκιζόμενο ανά εξάμηνο άλλως κατ' έτος.

Και ότι η προσδιορισθείσα με την πιο πάνω 400/1987 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου οριστική αποζημίωση δεν αποδίδει πλέον την πλήρη κατά το Σύνταγμα αποζημίωση, διότι η αξία του ακινήτου μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος (19 έτη) έχει πολλαπλασιαστεί για λόγους μη οφειλόμενους στην αναγκαστική απαλλοτρίωση ή στην εκτέλεση του έργου της.

Ζήτησαν δε κατόπιν αυτών με την πιο πάνω αίτησή τους οι αιτούντες αναιρεσείοντες να υποχρεωθεί το καθού η αίτηση ήδη αναιρεσίβλητο Δημόσιο να τους καταβάλει την προαναφερόμενη δικαστικά καθορισθείσα οριστική αποζημίωση αναπροσαρμοσμένη με τους τόκους, που θα τους απέδιδε με εξαμηνιαίο ανατοκισμό άλλως με ετήσιο ανατοκισμό όλως δε επικουρικά ζήτησαν να επανακαθορισθεί η οριστική τιμή μονάδα αποζημίωσης του ακινήτου τους, άλλως να καθοριστεί συμπληρωματική τιμή μονάδας αποζημίωσης.

Από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην αίτηση πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα το ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν ζητήσει την ανάκληση της επίμαχης απαλλοτρίωσης και το ότι αυτοί επί μακρό χρονικό διάστημα ήτοι επί 15 έτη μετά τον καθορισμό της προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους που άρχισε ένα έτος περίπου από την έκδοση της απόφασης για την προσωρινή αποζημίωση διεκδίκησαν και πέτυχαν τελικώς τη δικαστική αναγνώρισή των ως δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής συνάγεται σαφώς η βούληση τους να μη ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίστηκε για το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση αλλά η βούλησή τους να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση.

Επομένως, με βάση το ιστορικό της αίτησης δεν επήλθε αυτοδίκαιη ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από την παρέλευση του δεκαοκτάμηνου από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό ή οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης και τη μη καταβολή της αποζημίωσης, ήτοι από τη μη καταβολή της αποζημίωσης, ήτοι από τη μη συντέλεσή της, αλλά η απαλλοτρίωση αυτή εξακολουθεί να είναι ενεργής και ισχυρή.

Συνακόλουθα το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι με βάση τα ιστορούμενα στην ένδικη αίτηση η αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου των αναιρεσειόντων έχει αρθεί αυτοδικαίως και είναι ανύπαρκτη και ότι εντεύθεν οι αιτούντες στερούνται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της αίτησης, την οποία κατόπιν της κρίσης του αυτής απέρριψε ως απαράδεκτη, μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων ουσιαστικού δικαίου παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο κι έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ, κατά τον βάσιμο κατ' ορθή εκτίμηση από αμφότερες τις αναιρετικές αυτές πλημμέλειες, πρώτο λόγο τόσο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης όσο και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής.

Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης είχε την ακόλουθη γνώμη. Η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ 1 του Ν.2882/2001 και 17 παρ, 4 εδ. δ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1975 στην περίπτωση της μη καταβολής της καθορισθείσης αποζημίωσης εντός της προθεσμίας που προβλέπουν οι ως διατάξεις στη δίκη για τον καθορισμό ή επανακαθορισμό της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση, προς το συμφέρον του οποίου θεσπίστηκαν οι εν λόγω διατάξεις για να μην παραμένει για πολύ χρόνο εκκρεμής η απαλλοτρίωση και να μην υφίσταται βλάβη από την μακρόχρονη δέσμευση της περιουσίας του (Ολ.ΑΠ 7/2007.

Α.Π 215/2001 Περαιτέρω η κήρυξη της απαλλοτριώσεως γίνεται με πράξη της διοικήσεως η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ως πράξη δε διοικητική έχει το τεκμήριο της νομιμότητας και εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματα της μέχρις ότου ανακληθεί από το όργανο που την εξέδωσε ή βεβαιωθεί η αυτοδίκαιη άρση της από το Διοικητικό Πρωτοδικείο όπως προβλέπεται από τη διάταξη της παρ 4 του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 .

Ενόψει όλων αυτών είναι προφανές το έννομον συμφέρον του ιδιοκτήτη ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και δεν του καταβλήθηκε η αποζημίωση εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, με συνέπεια την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης να ζητεί τον καθορισμό ή τον επανακαθορισμό της αποζημίωσης στην περίπτωση που δεν εκδόθηκε ανακλητική ή βεβαιωτική πράξη της διοικήσεως ή σχετική απόφαση του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με αίτηση τους ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησαν τον επανακαθορισμό της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί με τις υπ αρίθμ. 172/86 και 400/87 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και Εφετείου Ναυπλίου αντίστοιχα, για το ακίνητο τους το οποίο απαλλοτριώθηκε με την ένταξη του στη ζώνη του αιγιαλού που καθορίστηκε με πράξη της διοικήσεως.

Ότι το καθού δεν τους κατέβαλε τις αποζημιώσεις που ορίστηκαν με τις ανωτέρω αποφάσεις εντός της προθεσμίας των δέκα οχτώ μηνών από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης με αποτέλεσμα να επέλθει αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης. Αφού δε έλαβε αυτεπάγγελτα υπόψη την ανάκληση αυτή έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν έννομο συμφέρον να ζητήσουν τον καθορισμό αποζημίωσης για το ακίνητο τους και για το λόγο αυτό απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη.

Έτσι όμως όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω, σύμφωνα με τις οποίες η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και μπορεί να προταθεί μόνο από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως Κατά συνέπεια υπέπεσε στην πλημμέλεια που αποδίδεται με τους σχετικούς λογούς της αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθμ.1 Κ.Πολ.Δ οποίοι έπρεπε να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι στην ουσία σύμφωνα με την πιο πάνω αιτιολογία.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή, η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρα 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 155/2006 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ