Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
907/2025 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against murder by negligence verdict due to sufficient reasoning and correct legal application.

Geschäftsnummer 907/2025
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for murder by negligence, finding the lower court's reasoning adequate. The appellant argued for a lack of specific justification and erroneous application of law, but the court confirmed the existence of non-conscious negligence and joint culpability. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 473, 474, 498, 504, 510, 578 of the Criminal Procedure Code; An appeal against a second-instance judgment for murder by negligence is inadmissible if the judgment provides specific and detailed reasoning regarding the type of negligence and joint culpability, thereby satisfying the requirements for admissibility under the relevant statutory provisions.

Schlagwörter

KI-generiert
murder by negligence criminal appeal admissibility specific reasoning requirement joint culpability legal costs allocation non-conscious negligence Supreme Court review Verkehrsunfall

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 473, paragraph 3 of the Criminal Procedure Code
Article 474, paragraph 1 and 2 of the Criminal Procedure Code
Article 504, paragraph 1 of the Criminal Procedure Code
Article 474 of the Criminal Procedure Code
Article 498 of the Criminal Procedure Code
Article 510, paragraph 1, items D and E of the Criminal Code
Article 578, paragraph 1 of the Criminal Procedure Code
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 907 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 907/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αμανατίδου- Μωυσίδου, για αναίρεση της αποφάσεως 1951/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους : 1. Κ. Ρ. του Χ. και 2. Μ. Ρ. του Ι., κάτοικοι ..., που δεν εμφανίσθηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-3-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί , ως ουσία αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 10-3-2025 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμό 1951/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ` έφεση, Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 17-2-2025 και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα για τρία έτη, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, έχει ασκηθεί, με κατάθεση του δικογράφου ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 10-3-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα.

Περιέχει δε ορισμένους και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ`, Ε' και Θ' ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2 , 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην των παραστάντων για την υποστήριξη της κατηγορίας α) Κ.

Ρ. του Χ. και β) Μ. Ρ. του Ι., οι οποίοι όπως προκύπτει από τα από 3-4-2025 αποδεικτικά επιδόσεως του Π.Υ. Κ. Π. και τα από 2-4-2025 και 3-4-2025 αποδεικτικά επίδοσης της Αρχ/κα Μ. Χ. και του Αρχ/κα Α. Κ. στους αντίκλητους δικηγόρους τους Κων/νο Παρηγόρη και Ευαγγελία Φωτοπούλου αντίστοιχα, κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν δια συνηγόρου στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας . 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 474 και 498 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 487 του ΚΠΔ, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η απαιτούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση.

Μόνη δε, η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου, με αναφορά στο κατηγορητήριο, και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με αυτό, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητας του κατηγορουμένου (Ολ.Α.Π.9/2005, ΑΠ 609/2021, ΑΠ 751/2020, ΑΠ 741/2020, ΑΠ 721/2020 ΑΠ 217/2020).

Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Θ` του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 98/2024 , ΑΠ 609/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 503/2022 εκκληθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Κ. Κ. του Ν., κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία (άρθρα 26 παρ. 1β', 28 , 302 παρ. 1 ΠΚ). Κατά της αθωωτικής απόφασης αυτής, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σερρών Κωνσταντία Μελισσάρη, άσκησε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Σερρών την υπ` αριθμ. 51/18-4-2022 έφεσή της.

Με την έκθεση της ως άνω έφεσης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σερρών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η εκκαλούσα Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σερρών ζήτησε την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης αναφέροντας, κατά λέξη, τα εξής: ''.....ασκεί έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Σερρών, κατά της με αριθμό 503/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι , για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία (ήτοι για παράβαση των άρθρων 18β, 26 παρ.1β, 28, 51,53,61,63,65,79, 302 παρ.1 του προι/ντος Ποινικού Κώδικα), οι κατηγορούμενοι:

α) Κ. Κ. του Ν. και της Μ., κάτοικος ... (οδός ... ) και β) Γ. Χ. του Ι. και της Σ., κάτοικος ..., ενώ έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι, διότι εσφαλμένα εκτιμήθηκαν, τα τεθέντα υπό την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ενώ με τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, σε συνδυασμό με τα λοιπά περιεχόμενα, στην υπό ενασχόληση δικογραφία, αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ευθέως και διαφαίνεται με πληρότητα ότι, εν προκειμένω οι κατηγορούμενοι τέλεσαν στο 8° χ.λ.μ.

της Εθνικής Οδού Σερρών - Θεσσαλονίκης, κατά την 31η Αυγούστου του έτους 2017 και περί ώρα 02.30 π.μ., τη διωκόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά παραυτουργία, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο συνταχθέν κατηγορητήριο, της εν λόγω ποινικής δικογραφίας και ειδικότερα ενώ προέκυψε ότι, οι κατηγορούμενοι από αμέλεια, δηλαδή έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και επέφεραν το θάνατο του Β.

Ρ. ή Ρ. ή Γ. του Κ.

Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος Κ. Κ. του Ν. και της Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας ΤΟΥΟΤΑ 2011, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας Δ. Λ. του Α. και η δεύτερη κατηγορούμενη Γ. Χ. του Ι. και της Σ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας 2006, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας της ιδίας, έβαιναν στο 8° χ.λ.μ.

της Εθνικής Οδού Σερρών - Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση από Σέρρες προς Θεσσαλονίκη και δεν οδηγούσαν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ούτε ασκούσαν την αναγκαία επί της οδού και των οχημάτων τους εποπτεία και έτσι δεν μείωσαν την ταχύτητα με την οποία έβαιναν, ήτοι με 90 Κm/h ο πρώτος και 85 Κm/h η δεύτερη, παρά την περιορισμένη ορατότητα, καθώς ήταν νύκτα και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός και για αυτό δεν αντιλήφθηκαν έγκαιρα τον πεζό Β.

Ρ. του Κ., ο οποίος κινούνταν επί του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού, ούτε πραγματοποίησαν αποφευκτικό ελιγμό, με συνέπεια ο πρώτος των κατηγορουμένων να τον κτυπήσει με την μπροστινή αριστερή πλευρά του οχήματος του και να τον εκσφεντονίσει μερικά μέτρα προς τα εμπρός, στο μέσον του οδοστρώματος, πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής και στη συνέχεια η δεύτερη κατηγορουμένη με το όχημα της προσέκρουσε στον πεσμένο επί του οδοστρώματος παθόντα με το μπροστινό αριστερό τροχό του οχήματος της, εκσφεντονίζοντας τον λίγα μέτρα προς τα εμπρός με αποτέλεσμα αυτός να τραυματισθεί θανάσιμα και ειδικότερα να υποστεί βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαριά κλειστή θωρακοκοιλιακή κάκωση ανοιχτό κάταγμα (δε) ποδοκνημικής, θλαστικές κακώσεις σώματος μηχανικής αιτιολογίας συμβατές με τροχαίο συμβάν , τα οποία ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν τον θάνατο του.

Το δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τις προδιαλαμβανόμενες παραδοχές αυτές, που ως αποδεικτικά μέσα, ασκούν θετική και ουσιώδη επιρροή, στην έκβαση της δίκης αυτής, για καταδικαστική κρίση και δεν αναιρέθηκαν, ούτε ακυρώθηκαν κατά την αξία τους, από οιονδήποτε ουσιαστικά βάσιμο υπερασπιστικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων, καταλήγοντας στην εσφαλμένη κρίση ότι, το υπό κρίση ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες δηλαδή ο θανάσιμος τραυματισμός του Β.

Ρ. οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του τελευταίου. Κατά την άποψη μας, εν προκειμένω δεν εκτιμήθηκαν, κατά την πραγματική αποδεικτική έννοια και σημασία τους, παρά αντιθέτως εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα ακόλουθα προκύψαντα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα: 1/ Το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ούτε αξιολόγησε επαρκώς, την από 31.08.2017 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος, που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Σερρών, σε συνδυασμό με την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης των διορισμένων από το Τμήμα Τροχαίας, Πραγματογνωμόνων Χ.

Χ. και Σ. Θ., από τα οποία προκύπτει με σαφήνεια ότι, ο θανών διέσχισε το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του οχήματος του 1ου κατηγορούμενου Κ. Κ., δεν βρέθηκε ξαφνικά στην πορεία κίνησης του οχήματος του 1ου κατηγορούμενου, καθώς ήδη είχε διασχίσει συνολικά 6,60 μέτρα κάθετα πάνω στο οδόστρωμα, φορώντας άσπρη μπλούζα, άσπρα υποδήματα και κρατώντας άσπρη σακούλα και αναμμένο φακό, εντούτοις τα δύο ζημιογόνα οχήματα έπεσαν πάνω στον πεζό και τον κτύπησαν με το εμπρόσθιο και αριστερό μέρος τους, καταδεικνύοντας κάκιστη οδηγική συμπεριφορά από την πλευρά των δύο κατηγορουμένων, με αξιοσημείωτη έλλειψη προσοχής, κακή αντίληψη, κακή χρήση φώτων και μεγάλη ταχύτητα για τις περιστάσεις της οδού. 2/ Το Δικαστήριο εσφαλμένα με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, η ταχύτητα του οχήματος του 1ου κατηγορούμενου ήταν περίπου 55-65 Κm/h σύμφωνα με την με αριθμό 2251/2017 έρευνα και αιτιολογημένη τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης αιτιών και ανασχεδιασμού τροχαίου ατυχήματος του διορισμένου από τον πρώτο κατηγορούμενο κ.

Γ., ενώ από την με ημερομηνία 01.08.2019 τεχνική έκθεση ανάλυση τροχαίου ατυχήματος του Ειδικού Πραγματογνώμονα - Εκτιμητή Τροχαίων ατυχημάτων Α. Μ., διορισμένου από τον προς υποστήριξη της κατηγορίας στην οποία αναλύονται διεξοδικά οι συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος από άποψη τόπου, χρόνου και σφαλμάτων αμφότερων των υπαίτιων οδηγών των αυτοκινήτων, προέκυψε με ενάργεια αφενός ότι, η ταχύτητα του οχήματος του πρώτου κατηγορούμενου προσδιορίζεται στα 90 Κm/h (λαμβανομένου υπόψη των φθορών στο όχημα και των τραυμάτων του θανόντος) και αφετέρου ότι, η ταχύτητα του οχήματος της δεύτερης κατηγορούμενης προσδιορίζεται στα 85 Κm/h.

Ο λόγος της εσφαλμένης αποδοχής της ανωτέρω έκθεσης έγκειται στο ότι, πρόκειται για τεχνική έκθεση με επισφαλή συμπεράσματα, καθώς έχει υπολογισθεί ποσοστό τριβής 0,60 (για ολισθηρό οδόστρωμα) αντί του ορθού 0,70 (για ξηρό οδόστρωμα) καθώς οι συνθήκες που επικρατούσαν τη στιγμή του ατυχήματος ήταν καλοκαιρία και το οδόστρωμα ήταν στεγνό, επιπλέον έχει υπολογισθεί ποσοστό πέδησης που δεν αποτυπώθηκε στο οδόστρωμα παρά το ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος επιβεβαίωσε ότι, δεν τροχοπέδησε καθόλου, καθώς δεν αντιλήφθηκε τον πεζό, τέλος έχει υπολογισθεί εντελώς αυθαίρετα η απόσταση ακινητοποίησης του οχήματος του πρώτου κατηγορούμενου μετά την παράσυρση του πεζού στα 15 μ., όταν ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος και η συνοδηγός του έχουν καταθέσει και συνομολογούν ότι, η τελική θέση του οχήματος τους προέκυψε μετά από οπισθοπορεία.

Τα ανωτέρω ανακριβή στοιχεία που εμπεριέχονται στην ανωτέρω έκθεση, έχουν στόχο να υπολογισθεί η ταχύτητα του πρώτου κατηγορούμενου σε χαμηλότερα επίπεδα. Η ταχύτητα του πρώτου οχήματος αποκλείεται να ήταν μόνο 55-65 Κm/h και αυτό προκύπτει από την σφοδρότητα της σύγκρουσης που αποδεικνύεται από τα τραύματα του πεζού ήτοι βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση πολτοποίηση ήπατος , σπλήνα κλπ.

Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν αυτό που εξαρχής έγινε δεκτό από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος σε συνδυασμό με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ. Χ. και Σ. Θ. και συγκεκριμένα ότι, η αυξημένη ταχύτητα οδήγησε στο να εκσφενδονισθεί ο πεζός περί τα 30 μέτρα από το πιθανό σημείο σύγκρουσης.3/ Το Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι, οι κατηγορούμενοι δεν όφειλαν να ρυθμίσουν την ταχύτητα τους σε συνθήκες νυκτός, σε αντίθεση με τα όσα ρητά προβλέπονται στο άρθρο 15 Κώδικα οδικής κυκλοφορίας.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύει τη μη συνετή οδήγηση των κατηγορουμένων καθώς οι περιστάσεις της οδού (οδήγηση νύκτα, έλλειψη φωτισμού) επέβαλαν στους οδηγούς να κινούνται με προσοχή, ρυθμίζοντας ανάλογα τα φώτα και την ταχύτητα του οχήματος τους, προκειμένου ανά πάσα στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς ώστε να είναι σε θέση μειώσουν αυτή ή να διακόψουν την πορεία τους, μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται σε ορατό από αυτού, μπροστινό τμήμα της οδού, η οποία είναι ευθεία δύο (2) χιλιομέτρων. 4/ Το Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι, οι συνθήκες ορατότητας του δυστυχήματος συνάγονται από την από τεχνική έκθεση του Γ. (διορισμένου από τον πρώτο κατηγορούμενο) καθώς σε αυτή διατυπώνεται η άποψη ότι, ο πεζός δεν ήταν ορατός από τον πρώτο κατηγορούμενο διότι βρισκόταν "μέσα σε ζώνη που δεν φωτίζουν τα φώτα του οχήματος" (φωτ 15:

Φάση 1). Η θέση αυτή ξεπερνά την κοινή λογική διότι τα φώτα των αυτοκινήτων εκτός από την εμβέλεια τους σε μήκος (φώτα διασταύρωσης τα 40 μέτρα και φώτα πορεία τα 100 μέτρα) έχουν και ένα πλάτος ανοίγματος τουλάχιστον 12 μέτρων και σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν όπως εμφαίνεται στην ως άνω φωτ. 15 της τεχνικής έκθεσης.

Στην υπό κρίση περίπτωση όποια φώτα και αν χρησιμοποιούσαν οι δύο οδηγοί (κατηγορούμενοι) εάν οδηγούσαν με τη στοιχειώδη και επιβεβλημένη προσοχή για τις περιστάσεις μπορούσαν και όφειλαν να αντιληφθούν ευχερώς τον πεζό καθώς το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος δεν ξεπερνούσε τα ένδεκα (11) μέτρα, μαζί με το έρεισμα εκατέρωθεν της οδού.

Αν οι κατηγορούμενοι δεν έβλεπαν και δεν είχαν τον έλεγχο του οχήματος τους, τότε οδηγούσαν εγκληματικά επικίνδυνα αφού δεν μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να εκτελούν τους κατάλληλους χειρισμούς. Είχαν υποχρέωση να χρησιμοποιούν τη μεγάλη σκάλα. Σύμφωνα δε με τις καταθέσεις των οδηγών των εμπλεκόμενων οχημάτων αλλά και την αυτοψία της τροχαίας δεν προκύπτει ταυτόχρονη ύπαρξη στην οδό κατά τη στιγμή της πρώτης και δεύτερης παράσυρσης του πεζού ετέρων οχημάτων που κινούνταν έμπροσθεν ή και αντίθετα των ζημιογόνων οχημάτων.

Εκ μόνου του γεγονότος ότι και οι δύο κατηγορούμενοι συνομολόγησαν ότι, δεν συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση χρήσης φώτων πορείας (άρ. 36 παρ. 1 ΚΟΚ) τεκμαίρεται η εσφαλμένη απόφαση του Δικαστηρίου αφού αποδείχθηκε βαριά αμέλεια κατά το σκέλος της υποχρέωσης τήρησης όλων των κανόνων συνετής οδήγησης. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι το 8° χ.λ.μ.

της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης Σερρών είναι ευθεία δύο χλ.μ οριζόντια, διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους 11 μέτρων (μαζί με τα ερείσματα). Είναι δρόμος εισόδου- εξόδου στην πόλη των Σερρών από και προς Θεσσαλονίκη. Κατά μήκος της οδού υπάρχουν εγκατεστημένες εταιρείες αντιπροσωπείες αυτοκινήτων κατασκευαστικές εταιρείες εμπορικά κέντρα πολυκαταστήματα, πρατήρια με συνεχείς παράπλευρες οδούς που διασταυρώνονται με την Εθνική Οδό και τεχνητός φωτισμός υπάρχει σε διάφορα σημεία της οδού.

Στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπάρχει τεχνητός φωτισμός (η τελευταία κολώνα φωτισμού του δρόμου βρίσκεται περίπου 269 μέτρα προ του πιθανού σημείου παράσυρσης του πεζού από το όχημα του πρώτου κατηγορούμενου, γεγονός που καθιστά αδιαμφισβήτητη και μη αντικρουόμενη την υποχρεωτική χρήση φώτων πορείας (εμβέλεια 100 μέτρων) σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ.1 ΚΟΚ.

Το Δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι, δεν χρειαζόταν η χρήση των φώτων πορείας δεχόμενο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε δήθεν μόλις ρυθμίσει τα φώτα του επειδή διέρχονταν αντίρροπα κινούμενα οχήματα. Ας σημειωθεί ότι, ο ισχυρισμός αυτός του πρώτου κατηγορούμενου ακούστηκε για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία και ουδόλως επιβεβαιώνεται από άλλους μάρτυρες, από πραγματογνώμονες και από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας και του αποδεικτικού υλικού.

Τέλος σύμφωνα με την κοινή λογική, κάθε οδηγός όταν κινείται σε οδό τις νυκτερινές ώρες περιορίζει την ταχύτητα του και πρωτίστως ενεργοποιεί τα φώτα πορεία του, ώστε να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή ορατότητα, να μπορεί να αποφύγει τυχόν εμπόδια ή ακόμα και κάποιο ζώο που μπορεί να πεταχτεί η δε αυτόματη κίνηση ενεργοποίησης και απενεργοποίησης της σκάλας των φώτων πραγματοποιείται προς διευκόλυνση αφενός του οδηγού αφετέρου αποφυγής της θάμβωσης των απέναντι. 5/ Ουσιώδες σφάλμα της απόφασης, του Δικαστηρίου, αποτελεί ότι, δεν αξιολογήθηκε ορθά το γεγονός ότι, ανευρέθη πλησίον της τελικής θέσης του παθόντος ένα λειτουργικός φακός μήκους εννέα (9) εκατοστών, ο οποίος ήταν αναμμένος τη στιγμή της ανεύρεσης.

Η ύπαρξη του φακού αποδεικνύει άνευ ετέρου την πρόνοια του πεζού να γίνει αντιληπτός, από τα διερχόμενα οχήματα, σε μη φωτιζόμενο σημείο του δρόμου. Επίσης αποδεικνύει ότι, θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τον πρώτο οδηγό εάν αυτός οδηγούσε με στοιχειώδη σύνεση και προσοχή και ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οποιαδήποτε πηγή φωτός αναδεικνύεται και γίνεται περισσότερο και καλύτερα αντιληπτή σε συνθήκες σκότους.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο αυτόπτης μάρτυρας Π. Τ. κατάθεσε ότι, αντιλήφθηκε εγκαίρως το φως του φακού, μείωσε την ταχύτητα του κα προσπέρασε το σημείο με ασφάλεια χωρίς να προσκρούσει στον πεζό. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα αναδεικνύει τις πραγματικές συνθήκες του ατυχήματος καθώς βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος αμέσως μετά την παράσυρση του θανόντος από το όχημα της δεύτερης κατηγορουμένης (Χ.) και μας δίνει σαφή εικόνα των σημαντικότερων παραμέτρων αυτού.

Ο μάρτυρας που είχε κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Σέρρες, κινούνταν δηλαδή στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου στο μέσον αυτού, κείτονταν ο θανών, στην τελική θέση που ανερεύθη, επιβεβαιώνει ότι στο σημείο του ατυχήματος ο φακός ήταν ορατός από μακριά και ο ίδιος που οδηγούσε προσηκόντως τον είδε εγκαίρως μείωσε ταχύτητα απέφυγε και προσπέρασε τον θανόντα, επιδεικνύοντας με τις ενέργειες του τη νόμιμη και ενδεδειγμένη οδηγική συμπεριφορά για τις συνθήκες της οδού την οποία αν επεδείκνυαν και οι δύο κατηγορούμενοι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί. 6/ Ο πρώτος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι δεν αντιλήφθηκε τον πεζό, δεν τον είδε, δεν έκανε τίποτα να τον αποφύγει, αισθάνθηκε μία μαύρη σκιά να πέφτει στο αυτοκίνητο του από αριστερά, χωρίς να μπορεί να διακρίνει αν ήταν άνθρωπος ή ζώο.

Η συμπεριφορά του πρώτου κατηγορούμενου συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε το όχημα του ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ δεδομένου ότι το ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του μετρηθέν με τη μέθοδο της αιμοληψίας ήταν 0,739/l ( Α' δείγμα) και 0,709/l ( β' δείγμα) δηλαδή ποσότητα πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο των 0,509/1 πέραν από το οποίο ο οδηγός υπέχει ευθύνη και θεωρείται κατ "αμάχητο τεκμήριο ότι, βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης ανικανότητας προς οδήγηση.

Η κατανάλωση από τον πρώτο κατηγορούμενο οινοπνευματωδών ποτών στην ως άνω ποσότητα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του δυστυχήματος δεδομένου ότι, η ποσότητα αυτή επέδρασε ουσιωδώς στην οδηγική ικανότητα του και είχε ως συνέπεια να μην βρίσκεται αυτός σε κατάλληλη σωματική και διανοητική κατάσταση για να ελέγχει το αυτοκίνητο του, να οδηγεί με σύνεση με συνεχώς τεταμένη την προσοχή του να ασκεί επί του οχήματος τον πλήρη έλεγχο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να λαμβάνει συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα έλλειψη τεχνητού φωτισμού) ώστε να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις συνθήκες αυτές.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι μπορεί να ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους η αιμοληψία και ο προσδιορισμός αλκοόλης στο αίμα του πρώτου κατηγορούμενου όμως και οι δύο κατηγορούμενοι εξετάσθηκα με διαφορά μίας ώρας από την ίδια υπηρεσία με τον πρώτο κατηγορούμενο να τελεί σε κατάσταση μέθης και την δεύτερη κατηγορούμενη να είναι αρνητική.

Υπό αυτές τις συνθήκες αμφισβητείται ο ισχυρισμός ότι, η μέθοδος της αποστείρωσης που χρησιμοποιήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο επηρέασε το αποτέλεσμα καταρρίπτεται δε πλήρως από την υπ' αριθμ. 321/2020 ένορκη βεβαίωση της Ιατρού Π. Σ. που διενήργησε τις επίμαχες αιμοληψίες η οποία ενόρκως δήλωσε ότι, η μέθοδος αποστείρωσης του σημείου αιμοληψίας γίνεται μόνο με νερό ή betadin ενώ κατά τη διαδικασία δεν παρίσταται κανείς τρίτος πλην του Αστυνομικού Υπαλλήλου Ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που είχε χρησιμοποιηθεί οινόπνευμα ως μέθοδος αποστείρωσης αυτό θα συνιστούσε αιτία αύξησης των επιπέδων της αλκοόλης στο αίμα έως και 0.18 γρ.

ανά λίτρο σύμφωνα με το υπ'αριθμ. πρωτ. .../2020 έγγραφο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θράκης ούτως ώστε το αποτέλεσμα της μέθης του πρώτου κατηγορούμενου δεν αλλάζει, επιδρώντας καταλυτικά στην αμελή οδηγική συμπεριφορά του. 7/ Το Δικαστήριο έσφαλε διότι δεν εκτίμησε ορθά ότι, η δεύτερη κατηγορούμενη (Χ.) δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος της καθόσον οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη για τις περιστάσεις της οδού (οδήγηση νύκτα, έλλειψη τεχνητού φωτισμού) ιππαστί στη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και μέσα στο αντίθετο ρεύμα πορείας της με τους αριστερούς τροχούς της, δεν ρύθμισε όπως ήταν υποχρεωμένη τα φώτα του οχήματος της σε φώτα πορεία (εμβέλειας 100 μέτρων), μη αντιλαμβανόμενη την παράσυρση πεζού, που συνέβη έμπροσθεν αυτής, το όποιο σήμα κινδύνου εξέπεμπαν τα φώτα έκτακτης ανάγκης του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου στα δεξιά της (του πρώτου κατηγορούμενου).

Μόλις την τελευταία στιγμή είδε πάνω και κάθετα στη διαχωριστική γραμμή "έναν μαύρο όγκο" δηλαδή των σωριασμένο πεζό που φορούσε λευκή μπλούζα λευκά υποδήματα με εκτεθειμένο μεγάλο μέρος του σώματος του λόγω της καλοκαιρινής ένδυσης του με ένα αναμμένο φακό να κείτεται παραδίπλα. Η δεύτερη κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι έκανε αμέσως ελιγμό προς τα δεξιά για να τον αποφύγει και λίγα μέτρα μετά επανέφερε το όχημα της στην πορεία του.

Δηλαδή συνομολόγησε ότι κινούνταν ιππαστί στη διαχωριστικής γραμμή, αν όχι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθότι παρά τον ελιγμό κτύπησε τον πεζό με το εμπρόσθιο και αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της. Τέλος η ίδια κατέθεσε ότι " δεν θυμάται αν προσέκρουσε στο σωριασμένο σώμα του πεζό" αποκαλώντας τον "όγκο".

Η οδήγηση της δεύτερης κατηγορούμενης ήταν αμελής και επικίνδυνη καθώς προσέκρουσε με σφοδρότητα στο σωριασμένο σώμα χωρίς καμία τροχοπέδηση χωρίς τον παραμικρό αποφευκτικό ελιγμό όπως καταδεικνύουν ο αποσπασμένος προφυλακτήρας το σπασμένο φανάρι η σπασμένη ποδιά του οχήματος της και το σκασμένο αριστερό της λάστιχο, σε αντίθεση με αυτή του οδηγού (ενός ετέρου και μη εμπλεκόμενου στο ατύχημα οχήματος) που προπορευόταν της δεύτερης κατηγορούμενης που αντιλήφθηκε εγκαίρως τον σωριασμένο πεζό, έκοψε ταχύτητα τον απέφυγε και συνέχισε την πορεία του .Συνακόλουθα των ανωτέρω συλλογισμών, που διατυπώνονται προς αντίκρουση της αθωωτικής κρίσεως του Δικαστηρίου, εσφαλμένη υπήρξε κατά την κρίση μας, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, με συνέπεια να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι αθώοι, ενώ έπρεπε κατά τα προδιαλαμβανόμενα, να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης προς αυτούς πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία, δοθέντος ότι, όπως προεκτέθηκε, εν προκειμένω, ουδείς ουσιαστικά βάσιμος λόγος αθώωσής τους συνέτρεχε, με δεδομένο ότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου, δύναται όπως υποστηριχθεί η απουσία της απαιτούμενης αμέλειας τέλεσης, της ως άνω διωκόμενης πράξης, στο πρόσωπο τους'' Κατά της έφεσης αυτής της Εισαγγελέως , όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν περιέχει την απαιτούμενη από το άρθρο 487 του ΚΠΔ αιτιολογία καθόσον τα πρακτικά της απόφασης δεν είχαν καθαρογραφεί κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σερρών και ως εκ τούτου η Εισαγγελέας δεν θα μπορούσε να έχει πλήρη γνώση της ακροαματικής διαδικασίας και επιπροσθέτως ο έκτος λόγος έφεσης που αφορά το στοιχείο της μέθης, καθιστά την ασκηθείσα έφεση απαράδεκτη αφού αναφέρεται σε στοιχεία εκτός του κατηγορητηρίου.

Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της παραπάνω έφεσης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σερρών, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: '' ......Η έφεση αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εφόσον από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης στις 7-4-2022 μέχρι την σύνταξη στις 18-4-2022 [ημέρα Δευτέρα] της σχετικής έκθεσης ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.

Σ. στην περιφέρεια του οποίου κατοικούσε ο κατηγορούμενος δεν παρήλθε το χρονικό διάστημα των δέκα ημερών που ορίζει η διάταξη του άρθρου 473 ΚΠΔ. Επιπλέον, η έφεση αυτή περιέχει την απαιτούμενη, κοιτά την έννοια του άρθρου 487 του ισχύοντος ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι θεμελιώνονται σ' αυτήν οι λόγοι της έφεσης για πλημμελή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ειδικότερα, από όσα εκτίθενται στην σχετική έκθεση έφεσης προκύπτει ότι η Εισαγγελέας έλαβε υπόψη της όλα τα εξετασθέντα πρωτοδίκως αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προσδιορίζονται στο δικόγραφο της οι λόγοι, για τους οποίους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά την άποψη της εκκαλούσας Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα, εκτίθενται αιτιολογημένοι συλλογισμοί για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους πράξη της της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία και αντικρούεται αιτιολογημένα η απαλλακτική κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου χωρίς να δημιουργεί κάποια ακυρότητα του δικογράφου της η παράθεση του επικαλούμενου από τους κατηγορούμενους έκτου λόγου έφεσης, που αφορά τον προσδιορισμό του ποσοστού οινοπνεύματος στον οργανισμό του πρώτου κατηγορουμένου κατά τη στιγμή του ατυχήματος, ακόμη και εάν αυτός ο λόγος αναφέρεται σε στοιχεία εκτός κατηγορίας που αποδόθηκε στους κατηγορούμενους.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη έφεση, που άσκησε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σερρών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί η υπόθεση περαιτέρω στην ουσία της''. Η, επί τη βάσει των προαναφερομένων, αιτιολογία της έφεσης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σερρών κατά της αθωωτικής πρωτόδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (487 ΚΠΔ), διότι, θεμελιώνει το λόγο της έφεσής της, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αφού εκτίθενται σ` αυτήν, ποιες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της έφεσης.

Ειδικότερα, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σερρών εκθέτει τι προέκυψε κατά την κρίση της από ολόκληρο το αποδεικτικό υλικό που έλαβε υπόψη του το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τονίζοντας τα καίρια σημεία αυτών και αναφερόμενη σε όλα τα περιστατικά που τέθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου αυτού και περαιτέρω, αναφέρεται ειδικότερα, τόσο στην από 31-8-2017 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος, που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Σερρών και στην Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης των διορισμένων από το Τμήμα Τροχαίας Πραγματογνωμόνων Χ.

Χ. και Σ. Θ., όσο και στην τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης αιτιών και ανασχεδιασμού τροχαίου ατυχήματος του διορισμένου από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα πραγματογνώμονα Κ. Γ. και την τεχνική έκθεση - ανάλυση τροχαίου ατυχήματος του διορισμένου από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία πραγματογνώμονα Α.

Μ. , σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ( μαρτυρικές καταθέσεις, λοιπά έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων) και εκθέτει ότι, βάσει των ανωτέρω, προέκυψε η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία, με την εκκαλούμενη απόφαση, κηρύχθηκε αθώος.

Αναφέρει δηλαδή η εκκαλούσα Εισαγγελέας τα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τα οποία, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έπρεπε να πεισθεί για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την εν λόγω αξιόποινη πράξη και αιτιολογεί πλήρως τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αντικρούοντας την αντίθετη παραδοχή της αθωωτικής απόφασης, ότι δηλαδή ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος Β.

Ρ. οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του τελευταίου. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σερρών δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τις απολογίες των κατηγορουμένων (αναιρεσείοντος και συγκατηγορουμένης του Γ.

Χ.) είναι αβάσιμες καθόσον η εκκαλούσα Εισαγγελέας επανειλημμένως στην έφεσή της αναφέρεται σε όσα κατέθεσαν και συνομολογούν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (σελ. 3 στοιχ. 7ος - 12ος, σελ. 4 στοιχ. 8ος - 9ος, σελ. 5 στοιχ. 15ος) . Τέλος οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αναφοράς στην Εισαγγελική έφεση στοιχείων εκτός κατηγορίας και συγκεκριμένα στοιχείων περί της δήθεν μέθης του αναιρεσείοντος δεν καθιστά την ανωτέρω έφεση απαράδεκτη καθόσον τούτο δεν αναιρεί την πληρότητα των λοιπών στοιχείων που εκτίθενται και αποτελούν, κατά την κρίση της εκκαλούσας Εισαγγελέως , τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Επομένως, το παραπάνω Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την υπ` αριθμό 51/2022 έφεση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σερρών και να προχωρήσει στην κατ` ουσία εξέταση της υπόθεσης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας του, και ο σχετικός, με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. 3.Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ισχύσαντος μέχρι την 1-7-2019 ΠΚ, το οποίο δεν διαφοροποιήθηκε από τον ισχύοντα νέο ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε το άρθρο 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ` αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (condition sine qua non), ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά (ΑΠ 694/2023, 632/2022, ΑΠ 455/2019).

Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν στην πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ.

αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Αυτό δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά στην αστική ευθύνη. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 713/2023, ΑΠ 757/2022, ΑΠ 624/2022, ΑΠ 610/2021).

Έτσι, η τυχόν συντρέχουσα υπαιτιότητα (συνυπαιτιότητα) του παθόντος ή και τρίτου, δεν αίρει την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική του ευθύνη, εκτός αν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος (ΑΠ 83/2022, ΑΠ 566/2020).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005).

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 117/2023). Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 757/2022, ΑΠ 476/2022).

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. (Ολ.ΑΠ 2/2011, ΑΠ645/2020, ΑΠ322/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1951/2024 απόφασης του, το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μηνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: ''Στις 31-8-2017 και περί ώρα 2.30, ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο του μάρκας ΤΟΥΟΤΑ 2011, ιδιοκτησίας της Δ. Λ. έχοντας θέσει σε λειτουργία τα φώτα διασταύρωσης εκινείτο στο 8°χιλιόμετρο της Ε.Ο Σερρών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση από Σέρρες προς Θεσσαλονίκη. Όπισθεν του ανωτέρω αυτοκινήτου και σε αρκετά μεγάλη απόσταση από αυτό εκινείτο η δεύτερη κατηγορουμένη οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας SΕΑΤ 2006, ιδιοκτησίας της ιδίας, με κατεύθυνση επίσης από Σέρρες προς Θεσσαλονίκη. Η ανωτέρω οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατεύθυνσης, διαχωρίζεται κατά μήκος του άξονά της, σε δύο ρεύματα πορείας αντίθετης κατεύθυνσης με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,40 μέτρων και έρεισμα αριστερά εκάστου ρεύματος κυκλοφορίας πλάτους 1,30 μέτρων.

Στο προαναφερόμενο σημείο της η οδός αυτή είναι ευθεία σε μήκος 2 χλμ τουλάχιστον. Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ήταν νύχτα, δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η κυκλοφορία των πεζών μηδαμινή, υπήρχε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην ανωτέρω περιοχή ήταν 90 χιλ/ωρ, καθόσον δεν επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή, ούτε υπήρχαν καταστήματα, πλην ενός σούπερ μάρκετ cash & carry και ένα εργοστάσιο ζωοτροφών στη γύρω περιοχή, τα οποία ήταν κλειστά. Κατά την αυτή ως άνω χρονική στιγμή, στο ύφος του προαναφερόμενου σημείου και επί του ερείσματος, που υφίστατο αριστερά σε σχέση με την πορεία των ως άνω οχημάτων, βρισκόταν πεζός ο Β.

Ρ., ετών 40, υιός του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας. Ο ανωτέρω ευρισκόμενος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (βλ. την με αριθμ. ...- 2017 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης), φορώντας λευκό μπλουζάκι και λευκά υποδήματα, κρατώντας στο χέρι του ένα φακό σε λειτουργία (αναμμένο) και έχοντας πρόθεση να κινηθεί στο απέναντι έρεισμα επεχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της προαναφερόμενης οδού από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να προβεί στην ενέργειά του αυτή με ασφάλεια χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τόσον τον εαυτό του, όσο και τους λοιπούς που χρησιμοποιούσαν την οδό αυτή.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ΤΟΥΟΤΑ 2011, το οποίο εκείνη τη στιγμή προσέγγιζε το προαναφερόμενο σημείο, ο οδηγός του οποίου - πρώτος κατηγορούμενος έχοντας αναμμένα τα φώτα διασταύρωσης, η εμβέλεια των οποίων δεν ξεπερνούσε τα 40 μέτρα, δεν τον αντιλήφθηκε να κινείται επί του οδοστρώματος και να επιχειρεί να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη και κινούμενος στο μέσον του ρεύματος πορείας του και σε απόσταση περίπου ενός μέτρου από τη διπλή διαχωριστική του οδοστρώματος γραμμή με ταχύτητα, που άγγιζε τα 90 χιλ/ωρ , τον παρέσυρε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος του ( προφυλακτήρα) και τον εκτίναξε αρχικά επί του ανεμοθώρακα και στον αριστερό εξωτερικό καθρέπτη, ακολούθως δε επί του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος πορείας και πλησίον της διπλής διαχωριστικής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμής και σε απόσταση 25 μέτρων περίπου από το σημείο παράσυρσης προκαλώντας σ' αυτόν βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και βαριά κλειστή θωρακοκοιλιακή κάκωση, κακώσεις οι οποίες ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν αμέσως τον θάνατο του.

Ο ανωτέρω κατηγορούμενος αμέσως μετά την παράσυρση του ως άνω πεζού, ακινητοποίησε το όχημά του δεξιά επί του οδοστρώματος και αφού πραγματοποίησε οπισθοπορεία στάθμευσε πρόχειρα το όχημά του σε εσοχή δεξιά της οδού καταλαμβάνοντας με αυτό ένα τμήμα του οδοστρώματος και συγκεκριμένα της ΛΕΑ, άναψε στη συνέχεια τα φώτα έκτακτης ανάγκης και κάλεσε την τροχαία και το ΕΚΑΒ.

Ωστόσο εκείνη τη στιγμή πλησίαζε στο σημείο του ατυχήματος που είχε συμβεί προηγουμένως και η δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία κινούμενη με ταχύτητα 85 χλμ/ώρα και αντιληφθείσα το όχημα του πρώτου κατηγορουμένου να βρίσκεται προσωρινά σταθμευμένο δεξιά σε σχέση με την πορεία της κινήθηκε επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής χωρίς να αντιληφθεί ότι στο σημείο από το οποίο θα διέρχονταν και επί του οδοστρώματος βρισκόταν πεσμένος ο Β.

Ρ., ο οποίος είχε ήδη τραυματισθεί θανάσιμα κατά την παράσυρσή του από το όχημα του πρώτου κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει και αυτή με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου της (μπροστινό αριστερό και κάτω μέρος του προφυλακτήρα και μπροστινό αριστερό τροχό) προς το μέσο σχεδόν του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας προκαλώντας σ' αυτόν ανοιχτή κάκωση στην αριστερή λαγονομηριαία χώρα και συντριπτικό κάταγμα αριστερού άκρου ποδός με διάσχιση πέλματος, κακώσεις οι οποίες σύμφωνα με το πόρισμα της ιατροδικαστή που διενήργησε την νεκροψία και νεκροτομή έφεραν το χαρακτήρα της μεταθανάτιας κάκωσης.

Το όχημα της δεύτερης κατηγορουμένης ακινητοποιήθηκε ύστερα από πορεία αρκετών μέτρων, όταν λόγω διάτρησης του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού ήταν αδύνατη η συνέχιση της κίνησής του. Τα σχετικά με τις συνθήκες του ως άνω ατυχήματος πραγματικά περιστατικά απορρέουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, πρωτίστως δε α) από την με ημερομηνία από 31.08.2017 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Σερρών, με το συνημμένο σ' αυτή με ίδια ημεροχρονολογία πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξε ο επιληφθείς της σύγκρουσης Αρχ/κας Δ.

Β., έγγραφα στα οποία περιγράφεται ο τόπος του ατυχήματος, οι πιθανές πορείες των οχημάτων των κατηγορουμένων, η τελική θέση του οχήματος του πρώτου κατηγορουμένου αμέσως μετά την παράσυρση του ως άνω πεζού, η πιθανή πορεία του τελευταίου, οι κηλίδες αίματος επί του οδοστρώματος, τα θραύσματα και κομμάτια πλαστικών και οι επικρατούσες τη στιγμή του ατυχήματος συνθήκες κυκλοφορίας - ορατότητας, επιπλέον προσδιορίζεται το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας σε 90 χιλ/ωρ, γίνεται αναφορά στη μη ανεύρεση ιχνών τροχοπέδησης, ιχνών πλάγιας ολίσθησης και χαραγών επί του οδοστρώματος και περιγράφονται οι επιφάνειες των οχημάτων των κατηγορουμένων οι οποίες υπέστησαν βλάβες από την παράσυρση του πεζού Β.

Ρ. και ήταν για το όχημα του πρώτου κατηγορουμένου η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του, ο αριστερός καθρέπτης και ο εμπρόσθιος ανεμοθώρακας και για το όχημα της δεύτερης κατηγορουμένης η εμπρόσθια αριστερή γωνία και το πλαστικό προστατευτικό κάλυμμα του κινητήρα, β) από την με ημερομηνία Σεπτέμβριος 2017 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης των διορισμένων από το Τμήμα Τροχαίας Πραγματογνωμόνων Χ.

Χ. και Σ. Θ. στην οποία περιγράφονται οι βλάβες τις οποίες υπέστησαν τα οχήματα των κατηγορουμένων εξαιτίας του ατυχήματος και προσδιορίζεται η ταχύτητα των οχημάτων τους τη στιγμή του ατυχήματος για τον πρώτο κατηγορούμενο σε 90 χ/ω και για τη δεύτερη κατηγορουμένη σε 85 χ/ω, γ) από την με ημερομηνία 01.08.2019 Τεχνική Έκθεση Ανάλυση Θανατηφόρου Τροχαίου Ατυχήματος του Ειδικού Πραγματογνώμονα - Εκτιμητή Τροχαίων ατυχημάτων Α.

Μ., διορισμένου από τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας, στην οποία αναλύονται διεξοδικά οι συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος από άποψη τόπου, χρόνου και οδηγητικής συμπεριφοράς των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων, δ) από την υπ' αριθμ. ...-2017 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Ε.

Ζ., στην οποία περιγράφονται τα ευρήματα της νεκροψίας και νεκροτομής του θανόντος και τα σημαντικότερα μακροσκοπικά ευρήματα και ε) από την ανεύρεση στον τόπο του ατυχήματος ενός αναμμένου μικροσκοπικού φακού, το οποίο κρατούσε στα χέρια του ο θανών ώστε να καθίσταται αντιληπτή η κίνησή του στους οδηγούς των διερχόμενων από το συγκεκριμένο σημείο οχημάτων.

Σε αντίθετη κρίση ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο: α) από την με αριθμ. κατ. ...-2018 έρευνα και αιτιολογημένη τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης αιτιών και ανασχεδιασμού τροχαίου ατυχήματος του διορισθέντος από τον πρώτο κατηγορούμενο τεχνικού συμβούλου - πραγματογνώμονα Χ.

Γ., καθόσον όσα αναφέρονται στην ανωτέρω έκθεση για τη ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο πρώτος κατηγορούμενος (64 χ/ω), δεν κρίνονται πειστικά, καθόσον για τον προσδιορισμό της ταχύτητας αυτής ο ως άνω πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του τον συντελεστή τριβής για ολισθηρό οδόστρωμα ( 0,60) ενώ ο συντελεστής τριβής του οδοστρώματος στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα ήταν 0,70 ( βλ.

σχετική αναφορά στην τεχνική έκθεση του Α. Μ.), και επιπλέον ο ανωτέρω πραγματογνώμονας κατά τον υπολογισμό της ως άνω ταχύτητας έλαβε υπόψη και ποσοστό πέδησης, ενώ ο κατηγορούμενος όπως ο ίδιος παραδέχθηκε εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν τροχοπέδησε πριν την παράσυρση του θανόντος, για το λόγο ότι δεν τον είχε αντιληφθεί προηγουμένως και β) από όσα αναφέρονται στην προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξε ο επιληφθείς της σύγκρουσης Αρχ/κας Δ.

Β., για την τελική θέση του οχήματος του πρώτου κατηγορουμένου καθόσον η θέση αυτή προέκυψε, σύμφωνα με τις καταθέσεις του πρώτου κατηγορουμένου και της συζύγου του μετά την οπισθοπορεία του οχήματος τους. Με βάση δε τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά υπαίτιος της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού θανάσιμου τραυματισμού του πεζού Β.

Ρ., είναι ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος, κατά την οδήγηση του οχήματός του, δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής. Συγκεκριμένα, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρο 12 παρ.1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ), επιπλέον εκινείτο με ταχύτητα, η οποία άγγιζε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλ/ωρ, την οποία δεν μείωσε όπως όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1,2,3 ΚΟΚ λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες (νυκτερινή ώρα, έλλειψη τεχνητού φωτισμού) και έτσι δεν αντιλήφθηκε τον πεζό Β.

Ρ. του Κ., ο οποίος είχε διασχίσει ήδη το αντίθετο ρεύμα πορείας προς τις Σέρρες και επιχειρούσε να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη, με συνέπεια χωρίς πραγματοποιήσει κανέναν αποφευκτικό ελιγμό, ή να θέσει σε λειτουργία το σύστημα πέδησης του οχήματός του, να τον κτυπήσει με την μπροστινή αριστερή πλευρά του οχήματος του και να τον εκσφενδονίσει 25 περίπου μέτρα προς τα εμπρός, στο μέσον του οδοστρώματος, πλησίον της διπλής διαχωριστικής και σε απόσταση ενός μέτρου από το μέσον του οδοστρώματος με αποτέλεσμα αυτός να τραυματισθεί θανάσιμα και ειδικότερα να υποστεί βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και βαριά κλειστή θωρακοκοιλιακή κάκωση, κακώσεις, οι οποίες ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν τον θάνατο του.

Εάν ο κατηγορούμενος κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία θα κατέβαλε κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και την οποία προσοχή βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων είχε τη δυνατότητα να καταβάλει και επιπλέον εάν είχε μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του θα απέφευγε το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω πράξεις και παραλείψεις εκ μέρους του και το οποίο δεν προέβλεψε.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ανεξαρτήτως της μεγάλης συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ανωτέρω ατυχήματος του θανόντος Β. Ρ. του Κ., ο οποίος παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 12 και 38 ΚΟΚ και βρισκόμενος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, διέσχισε το οδόστρωμα της προαναφερόμενης οδού υπό συνθήκες σκότους και έλλειψης τεχνητού φωτισμού χωρίς προηγουμένως να ελέγξει ως όφειλε την κίνηση των οχημάτων και να λάβει υπόψη την απόσταση των οχημάτων αυτών από τον ίδιο και την ταχύτητά τους ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία τους και θα διέρχονταν ο ίδιος ασφαλώς, στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, γι' αυτό και πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό........''.

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας (αφού κήρυξε αθώα την συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος Γ. Χ. -μη διάδικο στην παρούσα δίκη-, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια , με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και ε' ΠΚ , για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό:

''ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1° κατηγορούμενο Κ. Κ. του Ν. και της Μ. ένοχο του ότι: Στο 8° χλμ. της Ε.Ο. Σερρών-Θεσσαλονίκης, στις 31-08-2017 και περί ώρα 02.30', από αμέλεια του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και επέφερε το θάνατο του Β.

Ρ. ή Ρ. ή Γ. του Κ. Συγκεκριμένα οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ 2011, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας της Λ. Δ. του Α. έβαινε στο 8° χλμ. της Ε.Ο. Σερρών-Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση από Σέρρες προς Θεσσαλονίκη και δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματος του εποπτεία κι έτσι δεν μείωσε την ταχύτητα με την οποία έβαινε, ήτοι με 90 Κm/h παρά την περιορισμένη ορατότητα, καθώς ήταν νύχτα και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός και γι' αυτό δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό Β.

Ρ. του Κ., ο οποίος κινούνταν επί του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού και επιχειρούσε να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη, ούτε πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό, με συνέπεια να κτυπήσει τον ανωτέρω πεζό με την μπροστινή αριστερή πλευρά του οχήματος του και να τον εκσφενδονίσει μερικά μέτρα προς τα εμπρός, στο μέσον του οδοστρώματος, πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής με αποτέλεσμα αυτός να τραυματιστεί θανάσιμα και ειδικότερα να υποστεί βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και βαριά κλειστή θωρακοκοιλιακή κάκωση, κακώσεις οι οποίες ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν το θάνατο του''.

Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων αλλά και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ.

β' , 28, 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, τα κατά νόμον αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, προσδιορίζει λεπτομερώς το επελθόν αποτέλεσμα της αξιόποινης πράξης που οφείλεται στην αμέλειά του και αιτιολογεί τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αξιοποίνου αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο.

Συγκεκριμένα παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) οι ακριβείς συνθήκες του ως άνω περιγραφόμενου αυτοκινητιστικού ατυχήματος ήτοι ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος, περιγράφεται η οδός στην οποία εκινείτο το όχημα του αναιρεσείοντος (ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατεύθυνσης που διαχωρίζεται κατά μήκος του άξονά της με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,40m και έρεισμα αριστερά εκάστου ρεύματος κυκλοφορίας πλάτους 1,30m), οι συνθήκες που επικρατούσαν στο σημείο του ατυχήματος (η συγκεκριμένη οδός είναι ευθεία σε μήκος τουλάχιστον 2Κm και δεν περιοριζόταν η ορατότητα, ήταν νύχτα, δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και των πεζών μηδαμινή) , αναφέρεται ότι το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 90Κm/h και ότι ο πεζός Β.

Ρ., φορώντας λευκά υποδήματα και μπλούζα, κρατώντας στα χέρια του έναν αναμμένο φακό, επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της συγκεκριμένης οδού (Ε.Ο. Σερρών-Θεσσαλονίκης) από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, ευρισκόμενος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει το εγχείρημα με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τον εαυτό του αλλά και τους λοιπούς χρήστες της οδού , ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και προσοχή, έχοντας αναμμένα τα φώτα διασταύρωσης με εμβέλεια το μέγιστο τα 40m, ότι δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ώστε ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ότι εκινείτο με ταχύτητα 90Κm/h, την οποία δεν είχε μειώσει, ως όφειλε κατ' αρθρ. 19 ΚΟΚ, ενόψει του ότι οδηγούσε σε ώρα νυκτερινή και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός και ότι εξαιτίας της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό που είχε διασχίσει ήδη το αντίθετο ρεύμα πορείας (προς Σέρρες) και επιχειρούσε να διασχίσει το ρεύμα που εκινείτο αυτός (δηλ.

προς Θεσσαλονίκη), με αποτέλεσμα, χωρίς κανένα αποφευκτικό ελιγμό ή χρήση του συστήματος πέδησης, να τον κτυπήσει με την εμπρός αριστερή πλευρά του οχήματος του, να τον εκσφενδονήσει σε απόσταση περίπου 25 μέτρων εμπρός του και να τον τραυματίσει θανάσιμα, β) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος θανάτου του ως άνω Β.

Ρ., αφού η ως άνω περιγραφόμενη οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος μπορούσε κατ` αντικειμενική κρίση, να επιφέρει την πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του προαναφερθέντος Β. Ρ., ασχέτως της ενδεχόμενης συνυπαιτιότητος του τελευταίου για την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος και του εντεύθεν αποτελέσματός του, δηλαδή του θανατηφόρου τραυματισμού του, γ) αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους και συγκεκριμένα η ανωμοτί κατάθεση του παρασταθέντος προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και οι απολογίες των κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση για τον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί ακριβώς προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και δ) προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας, που επέδειξε ο αναιρεσείων σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του ως άνω Β.

Ρ., αφού προκύπτει, ιδίως από τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, που μαζί με τις παραδοχές του σκεπτικού συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτό προσδιόρισε το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος, με τη νομική μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, δεδομένου ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται επί λέξει ότι αυτή συνίσταται στην "έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του και επέφερε το θάνατο του Β.

Ρ. ''. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιέχονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει ρητή αναφορά ότι υπήρχε συνυπαιτιότητα του πεζού και όχι αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε παρεμπόδιση της ορατότητας του κατηγορουμένου ενόψει του ότι η οδός ήταν ευθεία στο συγκεκριμένο σημείο και ο πεζός κρατούσε αναμμένο φακό, αναφέρεται ότι δεν πραγματοποίησε κάποιο ελιγμό για να αποφύγει τον πεζό και δεν έκανε χρήση του συστήματος πέδησης του οχήματος και τέλος, δεν προκύπτει κάποια αντίφαση από την αναφορά στην προσβαλλόμενη ότι ο αναιρεσείων χρησιμοποιούσε τον κρίσιμο χρόνο τα φώτα διασταύρωσης του οχήματος του με εμβέλεια περίπου 40 μέτρων ενώ σε άλλο σημείο του σκεπτικού αναφέρει ότι αυτός οδηγούσε με ταχύτητα που άγγιζε το επιτρεπόμενο όριο των 90Κm/h αλλά αντιθέτως η εν λόγω επισήμανση έγινε προκειμένου να καταδειχθεί το κρίσιμο γεγονός ότι ο αναιρεσείων οδηγός όφειλε λόγω νυκτός και μειωμένου φωτισμού, στο οποίο συνέτεινε και η χρήση των συγκεκριμένων φώτων, να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του, ανεξάρτητα από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 19 Κ.Ο.Κ., ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε εμπόδιο θα εμφανιζόταν εμπρός του.

Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, δεύτερος αναιρετικός λόγος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση και εκ πλαγίου εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 10-3-2024 αίτηση του Κ. Κ. του Ν., για αναίρεση της υπ` αριθμό 1951/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης