Supreme Court dismisses appeal on false claim of contradictory claims regarding fictitious transfers.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding fictitious transfers. The appellants argued that the lower court violated substantive law by failing to recognize contradictory claims, yet the court found the appeal inadmissible because the lower court correctly identified the single legal basis of the suit. The court ruled that the appellants' claim of contradictory bases was unfounded since the suit only requested the annulment of transfers, not their recognition as fictitious.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 138 and 939 et seq. of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal based on contradictory claims is inadmissible when the lower court correctly identifies a single legal basis for the suit, even if the parties argue otherwise.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 907 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 907/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Γ. και 2) Π. Σ. του Δ., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Μπάδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4199/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6490/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-11-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (Ολ.ΑΠ 9/2011, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 615/2019).
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής κλπ., και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και δεν παραλείπει να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 9 (ούτε από τον αρι.8) του άρθ.559 ΚΠολΔ, εφόσον στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά (λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη) και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014, ΑΠ 734/2011), τυχόν δε εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 925/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Ολ.
ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 1382/2019). Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία, τέτοια δε είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1319/2017, ΑΠ 778/2015).
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ` αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή. Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου του ΑΚ (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", με την από 6.4.2010 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Δ. Σ. και Π. Σ., την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, εξέθετε ότι δυνάμει, αφενός της υπ' αριθ. ...-1997 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των υπ' αριθ. ...-2002 και ...-2010 πρόσθετων πράξεων αυτής, ύψους 1.688.000 ευρώ, που κατήρτισε εγγράφως με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "ΕΞΑΣ ΤΙΜ ΕΠΕ" ως πιστούχου, της οποίας έκανε χρήση, με ανάληψη χρηματικών ποσών και έκδοση των αναφερομένων σ' αυτή επτά εγγυητικών επιστολών κατόπιν εντολής της τελευταίας, τα ποσά των οποίων κατέβαλε για λογαριασμό της και αφετέρου των υπ' αριθ. ...-2008 και ...-2002 συμβάσεων έντοκου δανείου, ύψους 300.000 ευρώ και 1.232.575 ευρώ αντιστοίχως, που επίσης κατήρτισε με την ίδια ως άνω εταιρεία ως πιστούχου, χορηγήθηκαν, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στις εν λόγω συμβάσεις όρους, προς την προαναφερθείσα εταιρεία, οι ως άνω αντίστοιχες πιστώσεις, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή.
Ότι o πρώτος των εναγομένων εγγυήθηκε τις οφειλές της πιστούχου εκ των προαναφερομένων συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεών τους, συνυπογράφοντας αυτές και ενεχόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο ως αυτοφειλέτης, παραιτηθείς του δικαιώματος διζήσεως. Ότι προς το σκοπό της εξυπηρετήσεως των προπεριγραφεισών πιστώσεων, τις οποίες χρησιμοποίησε η πιστούχού εταιρεία, ανοίχθηκαν στ' όνομά της, για μεν την ως άνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό οι υπ' αριθ. ..., ..., ..., ...
τέσσερις (4) αλληλόχρεοι λογαριασμοί, για τις εγγυητικές επιστολές μετά την κατάπτωση αυτών, ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, για την ...-2008 σύμβαση δανείου και τις τροποποιητικές αυτής οι υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμοί και για την ...-2002 σύμβαση δανείου οι υπ' αριθ. ..., ... και ... λογαριασμοί. Ότι την 26-4-2012 έκλεισε οριστικά, δυνάμει των οικείων συμβατικών όρων, όλους τους ως άνω λογαριασμούς, εξαιτίας καθυστερήσεως πληρωμής, με χρεωστικό εις βάρος της πιστούχου κατάλοιπο, ποσού 1.059.439,23 ευρώ από την άνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, 311.121,08 ευρώ και 43.353,74 ευρώ αντιστοίχως από τις συμβάσεις δανείου και συνολικά ποσού 1.413.915,05 ευρώ.
Ότι η πιστούχος εταιρεία αναγνώρισε το κατάλοιπο του υπ' αρ. ... λογαριασμού την 3-10-2011 ύψους 998.000 ευρώ και ότι στη συνέχεια την 25-4-2012 μετέφερε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, τα υπόλοιπα των υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμών, ύψους 28.727,48 ευρώ και 1.023.986,81 ευρώ, αντιστοίχως, με συνέπεια το υπόλοιπο αυτού (υπ' αριθ. ... λογαριασμού) να ανέλθει στο ποσό των 1.059.399,75 ευρώ.
Ότι, ενώ οι ως άνω λογαριασμοί εμφάνιζαν παθητικό εις βάρος του πρώτου των εναγομένων υπόλοιπο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στη αγωγή, αυτός μεταβίβασε, δυνάμει των αναφερομένων σ' αυτή συμβολαίων γονικής παροχής, που μεταγράφηκαν νομίμως, προς τη εναγομένη θυγατέρα του, αφενός την ψιλή κυριότητα και κατόπιν και την επικαρπία επί των αναλυτικώς περιγραφόμενων στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτων.
Ότι οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν από τον πρώτο των εναγομένων προς τη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα του, ώστε να μην επέλθουν τα ουσιαστικά τα αποτελέσματα της μεταβίβασης της κυριότητας και να μην απαλλοτριωθούν ουσιαστικά τα ακίνητα, δηλαδή να μην αποξενωθεί ο πρώτος εναγόμενος από τα ακίνητα αυτά, τον έλεγχο, τη χρήση και τη διαχείρισή τους, κατόπιν δε των εικονικών αυτών μεταβιβάσεων καμία ουσιαστική αλλαγή δεν επήλθε στον έλεγχο και τη διαχείριση των ακινήτων, αφού παραμένουν εντός της στενής οικογενείας του πρώτου εναγομένου.
Ότι οι παραπάνω δικαιοπραξίες συνιστούν πράξη καταδολίευσης που υπόκειται σε διάρρηξη, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος προχώρησε στη διάθεση των μη βεβαρημένων περιουσιακών του στοιχείων με τις παραπάνω καταδολιευτικές δικαιοπραξίες, ενώ υφίσταντο ήδη οι απαιτήσεις της από τις παραπάνω συμβάσεις, εν γνώσει της παραπάνω συνολικής οφειλής αυτού ως εγγυητή, προς το σκοπό βλάβης της, ούτως ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ικανοποίησή της εξαιτίας της εντεύθεν επελθούσας αφερεγγυότητάς του, δοθέντος ότι δεν έχει άλλη εμφανή περιουσία.
Ότι η συμπράξασα στην καταδολιευτική δικαιοπραξία και αποδεχόμενη τη γονική παροχή δεύτερη εναγομένη είναι θυγατέρα του πρώτου εναγομένου και ως εκ τούτου τεκμαίρεται η γνώση της και σε κάθε περίπτωση δεν απαιτείται η γνώση της, αφού πρόκειται για χαριστική δικαιοπραξία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να απαγγελθεί η διάρρηξη των παραπάνω μεταξύ των εναγομένων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4199/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι δεν παρατίθενται στην αγωγή τα χρεοπιστωτικά κονδύλια των αναφερομένων λογαριασμών που τηρήθηκαν από την ενάγουσα.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 9.2.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη με αριθ. 6490/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε α) ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, ως προς το σκέλος της που αφορά το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας ποσού 1.059.439,23 ευρώ, από την άνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και β) ότι, αντιθέτως, η αγωγή αυτή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη ως προς την επίδικη απαίτηση της ενάγουσας, ύψους 311.121,08 ευρώ και 43.353,74 ευρώ, αντιστοίχως, από τις ως άνω συμβάσεις δανείου, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, τυγχάνει αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ως προς το σκέλος της, που αφορά το ύψος της απαίτησης ποσού 1.059.439,23 ευρώ, από την άνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Και τούτο διότι, ενώ εκθέτει η ενάγουσα ότι η επίδικη απαίτησή της αποτελεί κατάλοιπο, μεταξύ των άλλων, και της υπ' αριθμ. ...-1997 σύμβασης πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού μετά των πρόσθετων πράξεων αυτής, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκαν οι υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... τέσσερεις (4) αλληλόχρεοι λογαριασμοί, ωστόσο δεν παραθέτει όλα τα χρεωπιστωτικά κονδύλια των ως άνω λογαριασμών που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της, από το άνοιγμα αυτών έως το κλείσιμό τους....
Αντιθέτως, ως προς την επίδικη απαίτησή της, ύψους 311.121,08 ευρώ και 43.353,74 ευρώ αντιστοίχως, από τις ως άνω συμβάσεις δανείου, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον ως προς αυτές γίνεται παράθεση όλων των χρεωπιστωτικών κονδυλίων των λογαριασμών που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση των, έως την καταγγελία της σύμβασης.
Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος o σχετικός λόγος της έφεσης, περί του ότι ήταν επαρκώς ορισμένη η αγωγή. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, επιγραμματικώς αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις είναι άκυρες ως εικονικές, δεν υπάρχει δε σχετικό αίτημα στην αγωγή περί αναγνώρισής τους ως εικονικών, αλλά μόνον αίτημα διάρρηξης αυτών και συνεπώς δεν τίθεται θέμα σώρευσης αντιφατικών αγωγών....
Συνεπώς, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε ορισμένη κατά τα ανωτέρω, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 853, 954, 858, 863, 866, 867, 868 ΑΚ και θα ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα...". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως αόριστη, καθ' ο μέρος αφορά τις απαιτήσεις της ενάγουσας από τις άνω συμβάσεις δανείου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη κατά το μέρος αυτό, και τελικά τη δέχθηκε κατά το μέρος αυτό και ως ουσία βάσιμη, απαγγέλλοντας τη διάρρηξη των υπ' αριθ. ...-2009 και ...-2012 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών, Φ.
Τ., που μεταγράφηκαν νομίμως, δυνάμει των οποίων μεταβιβάσθηκαν προς τη δεύτερη εναγομένη η ψιλή κυριότητα και η επικαρπία (αντιστοίχως), των περιγραφομένων ακινήτων. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι εναγόμενοι την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι με το κρίνει το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά το πιο πάνω μέρος της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 138 και 939 επ.
ΑΚ, καθόσον η κύρια νομική βάση της αγωγής είναι η εικονικότητα των υπό διάρρηξη δικαιοπραξιών, ενόψει του ότι τα περιστατικά που επικαλείται η ενάγουσα με την αγωγή της αναφέρονται στην εικονικότητα των υπό διάρρηξη συμβολαίων, πλην όμως στη περίπτωση αυτή των εικονικών απαλλοτριώσεων δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των άρθρων 939 επ.
ΑΚ, διότι προϋποθέτουν έγκυρη απαλλοτρίωση, ήτοι σοβαρή και μη εικονική και ως εκ τούτου το αίτημα της αντιδίκου για διάρρηξη των εικονικών δικαιοπραξιών δεν είναι νόμιμο και σύμφωνο με τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η αντίδικος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζονται, επικουρικά, ότι το Εφετείο υπέπεσε σε σφάλμα κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, όχι μόνο διότι παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, αλλά και διότι έχει ανεπαρκή, αν όχι ανύπαρκτη, αιτιολογία, δεχόμενο ότι "...
επιγραμματικώς αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις είναι άκυρες ως εικονικές, δεν υπάρχει δε σχετικό αίτημα στην αγωγή περί αναγνώρισής τους ως εικονικών, αλλά μόνον αίτημα διάρρηξης αυτών και συνεπώς δεν τίθεται θέμα σώρευσης αντιφατικών αγωγών...", καθόσον έπρεπε να προβεί σε ανάλυση της ύπαρξης των παράλληλων αυτών νομικών βάσεων της αγωγής και όχι να αναφερθεί συνοπτικά στην "επιγραμματικά" αναφορά στην εικονικότητα.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, επικουρικά και σε συνέχεια του άνω δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι η αγωγή περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς, καθώς ταυτόχρονα η ενάγουσα επικαλείται από τη μία την εικονικότητα των επίδικων δικαιοπραξιών και από την άλλη επικαλείται τον καταδολιευτικό χαρακτήρα τους, γεγονός που δεν έλαβε υπόψιν της η προσβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη νομική βάση της αγωγής.
Είναι αληθές ότι στην ένδικη αγωγή γίνεται κατ' αρχάς λόγος περί εικονικότητας των επίδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, με την αναφορά ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν από τον πρώτο των εναγομένων προς τη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα του, ώστε να μην επέλθουν τα ουσιαστικά τα αποτελέσματα της μεταβίβασης της κυριότητας και να μην απαλλοτριωθούν ουσιαστικά τα ακίνητα, δηλαδή να μην αποξενωθεί ο πρώτος εναγόμενος από τα ακίνητα αυτά, τον έλεγχο, τη χρήση και τη διαχείρισή τους, πλην όμως η αναφορά αυτή δεν συνδέεται με οποιοδήποτε αντίστοιχο αίτημα της ενάγουσας, ήτοι την αναγνώριση της ακυρότητας των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, αντίθετα δε στη συνέχεια γίνεται συνεχώς λόγος για τον χαρακτήρα των απαλλοτριώσεων αυτών ως καταδολιευτικών, με τον οποίο επικαλούμενο χαρακτήρα και μόνον συνδέεται και το μοναδικό αίτημα της αγωγής για διάρρηξη των άνω απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών.
Δεν πρόκειται συνεπώς για δύο και μάλιστα κύριες νομικές βάσεις της αγωγής, τη μία στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ και την άλλη στις διατάξεις των άρθρων 939 επ. ΑΚ, οπότε πράγματι θα επρόκειτο για αντιφατικές μεταξύ τους βάσεις, αφού η διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας προϋποθέτει αυτή να είναι πραγματική, αλλά για μία και μόνη βάση και δη αυτή της ερειδόμενης στις διατάξεις των άρθρων 939 επ.
ΑΚ, περί διαρρήξεως των επίδικων μεταβιβάσεων. Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, στα πλαίσια της δυνατότητάς του να προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της να προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων, ότι επιγραμματικώς αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις είναι εικονικές και ότι δεν υπάρχει σχετικό αίτημα στην αγωγή περί αναγνώρισής τους ως εικονικών, αλλά μόνον αίτημα διάρρηξης αυτών και συνεπώς δεν τίθεται θέμα σώρευσης αντιφατικών αγωγών, δεχόμενο έτσι ότι η αγωγή είναι νόμιμη κατά το αίτημα αυτό, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138 και 939 επ.
ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, και συνεπώς οι αντίθετοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Καθόσον δε αφορά την περαιτέρω αιτίαση, με το οικείο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή, αν όχι ανύπαρκτη, αιτιολογία, διότι δεν προέβη σε ανάλυση της ύπαρξης των παράλληλων νομικών βάσεων της αγωγής, κατά το σκέλος αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον κατά το στάδιο αυτό ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής, το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.
Καθόσον δε αφορά την εν συνεχεία έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και την τελικά αποδοχή της αγωγής και ως ουσία βάσιμης κατά το μέρος αυτό, ουδέν παράπονο διατυπώνεται από τους αναιρεσείοντες, με την προβολή συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως. Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Νοεμβρίου 2021 αίτηση των Δ. Σ. του Γ. και Π. Σ. του Δ., για αναίρεση της με αριθ. 6.490/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ