Greek Supreme Court allows partial appeal on moral damages but dismisses appeal against company due to inadmissibility.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the first five defendants while dismissing the appeal against the sixth defendant, an anonymous company. The court found that the second ground of the appeal regarding the calculation of moral damages violated constitutional principles and required re-examination by a different judge. Conversely, the appeal against the company was rejected as inadmissible because it was filed jointly with other defendants without separate representation or additional costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 579, 580, 178, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the joining of appeals to expedite proceedings, admit grounds violating constitutional principles for re-examination by a new judge, and reject appeals against parties represented jointly without separate legal representation.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 907 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 907/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειόντων:1)Α. Μ. του Ε., κατοίκου …, 2)Β. Μ. του Δ., κατοίκου …., 3)Α. Τ. του Κ., κατοίκου …, 4)Α. Λ. του Α., κατοίκου ... και 5)Α. Ρ. του Χ., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Καρδαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κωνσταντέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Και Β)Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κωνσταντέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσίβλητων:1)Α. Μ. του Ε., κατοίκου …, 2)Β. Μ. του Δ., κατοίκου …, 3)Α. Τ. του Κ., κατοίκου …, 4)Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., 5)Α. Ρ. του Χ., κατοίκου …. και 6)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Ν." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Καρδαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2011 αγωγή του ήδη Α αναιρεσιβλήτου (Ν. Κ.) και την από 20-6-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 6ης Β αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας ("Α. Ε. Ε. Ν."), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 648/2017 του ιδίου δικαστηρίου και 5500/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι Α αναιρεσείοντες με την από 20-7-2020 αίτησή τους και ο Β αναιρεσείων με την από 28-1-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 20-7-2020 (υπ'αριθ. ...2020) αιτήσεως αναιρέσεως των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγομένων Α. Μ., Β. Μ., Α. Τ., Α. Λ. και Α. Ρ. αντίστοιχα και ήδη αναιρεσειόντων κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ν. Κ. (η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε.
Ν. Α..Ε.." δεν είναι διάδικος στην εν λόγω αναίρεση) και β) της από 28-1-2021 (υπ'. αριθ. καταθ. ...2021) αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως του ως άνω ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των ως άνω εναγομένων καθώς και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε.." και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών- περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθ. 5500/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, στις οποίες περιλαμβάνονται οι οριστικές αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η όλη δίκη ή μόνο η δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 4, 558 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη απέναντι στους λοιπούς, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιον από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναίρεσης και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση για τους άλλους ομοδίκους.
Ως προς τους άλλους ομοδίκους, η απόφαση, εφόσον είναι μη οριστική, όπως συμβαίνει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν υπόκειται σε αναίρεση και αν ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 902/1982, ΟλΑΠ744/1982, ΑΠ 1526/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 21-1-2011 (αρ.κατ....2011) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής από εργατικό ατύχημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου Ν. Κ.
κατά των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε.." και ήδη έκτης αναιρεσίβλητης, Α. Μ., Β. Μ., Α. Τ., Α. Λ. και Α. Ρ. και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων καθώς και επί της από 20-6-2013 (αρ.κατ. ...2013) παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε.." κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "I.
E. E. Α. Ζ. A.." εκδόθηκε η 648/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. H ως άνω πρωτόδικη απόφαση, συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα) και: α) παρέπεμψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, για εκδίκαση στο αρμόδιο καθ`ύλη και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και β) αφού έκρινε ότι το αναφερόμενο στην αγωγή ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ ως αυτοτελή αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρο 932 ΑΚ.
Κατά της 648/2017 πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι στην από 28-1-2021 αναίρεση του ενάγοντος Ν. Κ. καθώς και αναιρεσείοντες οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος των εναγομένων στην από 20-7-2020 αναίρεση αυτών άσκησαν: α) την από 19-12-2017 (...2017 στο Πρωτοδικείο Αθηνών και ...2017 στο Εφετείο Αθηνών) έφεση και β) τον δι'ιδίου δικογράφου από 10-10-2018 (.../2018) πρόσθετο λόγο, μετά συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5500/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η προσβαλλόμενη, ως προς την πρώτη των εναγομένων- εκκαλούντων και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε.." στην από 28-1-2021 αναίρεση του ενάγοντος Ν. Κ., κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο, επειδή αυτή είχε τεθεί σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης (άρθρα 68-77 του ν.4307/2014) με την 725/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας διαδικασίας).
Περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, με τους οποίους η πρώτη εναγομένη-πρώτη εκκαλούσα και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε.." συνδέεται με απλή ομοδικία, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και απέρριψε τον πρόσθετο λόγο της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 648/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εφεσιβλήτων- εναγομένων, κράτησε και δίκασε ως προς αυτούς την από 21-1-2011 αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία, υποχρέωσε τους παραπάνω εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας στον ενάγοντα - εφεσίβλητο 20.000 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση των παραπάνω εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας στον ενάγοντα 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρο 932 ΑΚ, που του προκάλεσε ο τραυματισμός του κατά το αναφερόμενο εργατικό ατύχημα.
Ενόψει αυτών η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε.." είναι μη οριστική και δεν επιτρέπεται κατ' αυτής αναίρεση.
Συνεπώς η από 28-1-2021 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Ν. Κ., κατά το μέρος που ασκήθηκε εναντίον της παραπάνω έκτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε..", η οποία, συνδεόμενη με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με απλή ομοδικία, εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Καρδαρά με την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, όπως και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558,564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Α) Επί της από 20-7-2020 αίτησης αναίρεσης των Α. Μ., Β. Μ., Α. Τ., Α. Λ. και Α. Ρ.:
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η έλλειψη των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 791/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Τέλος, η προβολή από τον εναγόμενο της αοριστίας της αγωγής με λόγο έφεσης για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό απαράδεκτο, αφού αυτός μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 527 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1682/2022, ΑΠ 786/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι τέταρτος και πέμπτος αναιρεσείοντες, Α. Λ. και Α. Ρ., εργοδηγός και προϊστάμενος του τμήματος Βαφέων αντίστοιχα- προστηθέντες της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ν. Α..Ε.." με το πρώτο (υπό στοιχείο Α) μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αληθές νοηματικό περιεχόμενο των διαλαμβανόμενων στην κρινόμενη αίτηση ισχυρισμών τους, την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς αυτούς λόγω αοριστίας της, αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του αναφερόμενου σ` αυτή τραυματισμού του από το ένδικο εργατικό ατύχημα στηρίζοντας το λόγο, κατ` εκτίμηση, στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή η υλική υπόσταση της στοιχειοθέτησης της ευθύνης τους, δηλ. δεν αναφέρονται στην αγωγή οι πράξεις ή παραλείψεις τους που συνιστούν πταισματική συμπεριφορά τους στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Προς τούτο επικαλούνται ότι με τις προτάσεις τους στο Εφετείο (σελ.82-83), είχαν προτείνει τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής.
Όμως, ο λόγος αυτός, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι εκ του αρ. 1 και 8, που μόνο κατ` αριθμό αναφέρονται, είναι προεχόντως απαράδεκτος κατά το μέρος που επικαλούνται ότι την αοριστία είχαν προτείνει στο Εφετείο, με τις προτάσεις που υπέβαλαν κατά τη συζήτηση ενώπιόν του, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, καθόσον είχε γίνει εν μέρει δεκτή η σε βάρος τους αγωγή, ήταν εκκαλούντες και για να είναι παραδεκτός ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, έπρεπε η αοριστία της αγωγής να είχε προταθεί με λόγο έφεσης (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 353/2020), ενώ δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, άσχετα από το αν λαμβάνεται υπόψη ή όχι και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη Επίσης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον είναι αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αίτησης το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε .
Κατά τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της προσβαλλόμενης το Εφετείο ως προς την προταθείσα για πρώτη φορά με τις ενώπιον του προτάσεις ένσταση αοριστίας των παραπάνω εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων δέχθηκε τα εξής "Ο ισχυρισμός που οι συγκεκριμένοι διάδικοι προβάλλουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και με τον οποίο αρνούνται την ευθύνη τους για το επισυμβάν ατύχημα, δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής, λόγω αοριστίας της, αντιθέτως με όσα αυτοί αβασίμως υποστηρίζουν, καθώς πρόκειται για στοιχείο που θα κριθεί κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής της βασιμότητας.".
Επίσης από την επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης και του πρόσθετου λόγου προκύπτει ότι οι πιο πάνω αναιρεσείοντες ουδόλως είχαν παραπονεθεί με λόγο έφεσης για την αοριστία της αγωγής και σε ποιο στοιχείο συνίσταται αυτή, αλλά μόνο, το ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε τον ισχυρισμό του αντιδίκου των, περί ευθύνης αυτών στην τοποθέτηση του ικριώματος.
Σε κάθε περίπτωση η αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφο, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω λόγου, εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 και 932,662 ΑΚ, 1 και 16 ν.551/1915 σε συνδυασμό με το άρθρο3 εδ.β,37,38 του π.δ/τος 70/1990, που εφαρμόστηκαν, για τη θεμελίωση τους και το δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα, ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά για την κρίση του.
Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του αναιρεσίβλητου, συνέπεια του οποίου ήταν οι περιγραφόμενες βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, πολλαπλά κατάγματα βάσης κρανίου, εμπιεστικό κάταγμα μετωπιαίου, υποσκληρίδιο αιμάτωμα ΑΡ, εγκεφαλικές θλάσεις, εγκεφαλικό οίδημα, πολλαπλά κατάγματα προσωπικού και σπλαχνικού κρανίου περιγραφόμενος ακρωτηριασμός δαχτύλων των χεριών του, η συμπεριφορά των τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων, απότοκος της οποίας ήταν ο τραυματισμός του, και η οποία ήταν παράνομη, συνιστάμενη στις εκτιθέμενες παραλείψεις των τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων, προστηθέντων της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.
Ν. Α..Ε..", και υπαίτια και συγκεκριμένα στην παράλειψη λήψης μέτρων για την ευστάθεια του ικριώματος έναντι του κινδύνου ολίσθησης, όπως τοποθέτηση πελμάτων κλπ καθώς και η ηθική βλάβη, που αιτιωδώς συνδέονται με την προκληθείσα από το ανωτέρω συμβάν βλάβη της υγείας του.
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το Εφετείο αναφορικά με την απόρριψη της προταθείσας ένστασης αοριστίας της αγωγής από τους παραπάνω αναιρεσείοντες- εκκαλούντες με την αιτιολογία ότι όσα αυτοί επικαλούνται δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής, λόγω αοριστίας της, καθώς πρόκειται για στοιχείο που θα κριθεί κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητάς της αγωγής, αντί να απορρίψει αυτήν (ένσταση αοριστίας) προεχόντως ως απαράδεκτη, επειδή δεν προτάθηκε με λόγο έφεσης, έχει ορθό (κατ` αποτέλεσμα) διατακτικό και πρέπει να απορριφθεί κατ` άρθρο 578 ΚΠολΔ ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο (υπό στοιχείο Α) μέρος του.
Με τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις (ενστάσεις, αντενστάσεις) και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 474/2021, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 729/2006, ΑΠ 433/1998). Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008), η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 437/2021, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011).
Ωσαύτως δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης επίκλησης αποδεικτικών μέσων που πράγματι διαλαμβάνονται σε ενσωματωθείσες σε φωτοτυπικό αντίγραφο προτάσεις προηγουμένης συζήτησης, εάν λάβει χώρα εκ νέου επίκληση των ιδίων αποδεικτικών μέσων και με τις προτάσεις της συζήτησης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο σημείο των τελευταίων - προτάσεων (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 846/2021, ΑΠ 258/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (υπό στοιχείο Β) μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις επί μέρους πλημμέλειες από τον αριθμό 11 στοιχ. β και, κατ` εκτίμηση του Δικαστηρίου, από τον 8εδ.α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη δέχθηκε επικληθέντα αποδεικτικά μέσα από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο και προβληθέντες από αυτόν ισχυρισμούς, που όμως δεν είχαν επαναφερθεί νομίμως κατ` άρθρο 240ΚΠολΔ ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, διότι οι προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου δεν περιλαμβάνουν παραπομπή σε συγκεκριμένα χωρία των πρωτοδίκων προτάσεών του, τις οποίες (πρωτόδικες προτάσεις) δεν ενσωμάτωσε σε φωτοαντίγραφο στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ούτε γίνεται ορθή επίκληση των προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων και προταθέντων ισχυρισμών, όπως οι αναιρεσείοντες- εκκαλούντες είχαν ισχυρισθεί στη σελ. 6 της από26-10-2018 προσθήκης- αντίκρουσης των από 19-10-2018 ενώπιον του Εφετείου προτάσεών τους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και στο προαναφερθέν διατακτικό του, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, την ευθύνη των εκ των εναγόντων αναιρεσειόντων, την έκταση ,το είδος την βαρύτητα του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος καθώς και τον προσδιορισμό της επιδικασθείσας σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα εξής ειδικώς αναφερόμενα έγγραφα τα πλείστα των οποίων ρητώς μνημονεύονται σε αυτήν: 1) τις ένορκες βεβαιώσεις υπ' αρ.
…/2013 (Α.. Μ.), …/2013 (Κ.. Π.), …/2013 (Α.. Μ.) και …/2013 (Α.. Τ.), όλες ληφθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, 2) Το από 8-2-2006 εισιτήριο άμεσα ασφαλισμένου ΙΚΑ του Γ.Ν Ελευσίνας(ΘΡΙΑΣΙΟ), 3) Το από 8-2-2006 ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΣΘΕΝΟΥΣ της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του ΘΡΙΑΣΙΟΥ Νοσοκομείου, 4)Την από 27-2-2006 ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ του ΘΡΙΑΣΙΟΥ Νοσοκομείου, 5)το από 15-3-2006 ΔΕΛΤΙΟ ΕΞΟΔΟΥ της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του ΘΡΙΑΣΙΟΥ Νοσοκομείου, 6)Το από 17-3-2006 έγγραφο του ΙΚΑ Ασπροπύργου, 7)Το από 22-3-2006 εξιτήριο της νευροχειρουργικής κλινικής του ΘΡΙΑΣΙΟΥ Νοσοκομείου, 8) τις από 22-3-2006, 8-5-2006, 24-7-2006, 4-9-2006, βεβαιώσεις του ΘΡΙΑΣΙΟΥ Νοσοκομείου, 9)τις από 14-1-2008, …2007, 4-10-2007 ιατρικές βεβαιώσεις του ΘΡΙΑΣΙΟΥ Νοσοκομείου, 10) Την από 30-6-2006 βεβαίωση του ιατρού πνευμονολόγου Π.
Κ., 11) Το από 29-11-2006 εξιτήριο του ΙΚΑ Την υπάρ.πρωτ....2006 παθολογοανατομική έκθεση της Γ. Κ. Α, 12)Την από 29-6-2007 βεβαίωση της χειρούργου οφθαλμιάτρου Ε. Γ., 13) Την από 29-6-2007 εξέταση οπτικών πεδίων, 14) Την από 12-11-2007 υπολογιστική τομογραφία σπλαχνικού κρανίου, 15) Το με αριθμό … εξιτήριο της Β. (πρώην Γ. Κ. Α), 16)Την από 29-12-2007 αξονική τομογραφία εγκεφάλου του Ι.
Κ. Ε., 17)Το από 9-5-2009 πρακτικό εγχείρησης του Ι. Κ. Α., 18) Τέσσερεις (4) Φωτογραφίες, που παρουσιάζουν σε ομοίωμα τα κατάγματα του κρανίου του, 19) Φωτογραφία που παρουσιάζει την εικόνα του λίγες ημέρες μετά την χειρουργική επέμβαση, 20) την από 29-1-2010 αξονική τομογραφία του Ι. Κ. Ε. (Σχετ.24α) και την από 24-2-2010 μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου του ΙΑΤΡΟΥ ΑΚΤΙΝΟΔΙΑΓΝΩΣΗ Χ.
Π., 21) από 8-12-2010 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού Α. Σ., 22) Την από 14-12- 2010 ιατρική βεβαίωση του Ι. Σ. Μ.. Χ. του Φωνιατρικού Κέντρου, 23)Την από 21-12-2010 βεβαίωση του χειρούργου οδοντίατρου Π. Κ., 24) Τα από 15-2-2011 ηλεκτρομυογραφήματα των Ιατρών Σ. Β. και Α. Μ., 25)Την από 17-2-2012 Ιατρική βεβαίωση του Δ/ντου Α' ωτορινολαρυγγολογικής κλινικής του ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΥ Γενικού νοσοκομείου Αθηνών Α..Α.-Σ., 26) Το από 21-2-2012 πιστοποιητικό εξέτασης του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ, 27) Την από 24-2-2012 γνωμάτευση ορθοπαιδικού ιατρού του ΙΚΑ Καμινίων Ν.
Α., 28) Την από 9-11-2012 Ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου του ΕΟΠΥΥ (Τοπική Μονάδα Υγείας Αγίας Σοφίας) Α. Σ., 29) Αντίγραφο του ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΠΑΡΟΧΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ με συντάκτρια την Ιατρό Νευρολόγο Α. Σ. της 17-2-2015, 30) Την από 10-6-2008 γνωστοποίηση της πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, 31) Την υπ' αριθμόν ...31-1-2011 απόφαση του Δ/ντη Πειραιά, 32) τις υπ' αριθμ.
… και …30-3-2011 αποφάσεις του Δ/ντη ΙΚΑ Πειραιά, 33) Την από 12-11-2012 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, 34) Τις υπ' αριθμ. … και …21-1-2013 αποφάσεις του Δ/ντη ΙΚΑ Πειραιά, 35) Την από 17-4-2015 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δ/σης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ ΤΑΜ/ΚΕΠΑ ΠΕΡ/ΚΟ ΥΠΟ/ΜΑ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΣΥΝΤΆΞΕΩΝ, 36)Τον από 6-11-2014 Εισηγητικό φάκελο παροχών, καθώς και την φαρμακευτική αγωγή του ΩΡΑ του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Ιπποκράτειο" Καθηγητή Α.
Α. Σ., 37) Την από 6-11-2014 ιατρική βεβαίωση του ως άνω ιατρού Α.. Α. Σ., 38) Την από 2-11-2014 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού Χ. Μ., 39) Το από 18-12-2014 πιστοποιητικό εξέτασης του χειρουργού οφθαλμίατρου Κ. Π., 40) Την από 6-2-2015 ιατρική γνωμάτευση από το Άγιος Παντελεήμων, 41) Τον από 6-2-2015 μαγνητικό συντονισμό εγκεφάλου του ακτινοδιαγνώστη Δ.
Δ., 42) Το από 6-2-2015 αποτέλεσμα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος του νευρολόγου ιατρού Ν. Κ., 43) ενδεικτική Φωτογραφία πέλματος σκαλωσιάς και στήριγμα τοίχου σκαλωσιάς, 44) Μελέτη με τίτλο "Μέτρα πρόληψης ατυχημάτων κατά την ανέγερση και χρήση σκαλωσιών" του Π. Ξ. Διπλ. Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, 45) Οδηγίες από την ιστοσελίδα ….
από την μελέτη ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΥΨΟΣ-ΙΚΡΙΩΜΑΤΑ-ΣΤΕΓΕΣ-ΣΚΑΛΕΣ και ενδεικτική περιγραφή σκαλωσιάς (ικριώματος), φωτογραφία του φούρνου βαφής και του ικριώματος. Εξάλλου, από τις από 26-10-2018 προσκομιζόμενες προτάσεις που ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες, ως διαδικαστικό έγγραφο, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα επικαλείται νόμιμα στη σελίδα 5,13 και 14 των προτάσεων αυτών μόνο τις …2013, …2013, …2013 και …2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α.
Μ., Κ. Π., Α. Μ. Α. Τ. αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ενώ στη σελίδα 36 αναφέρει "Επειδή προς απόδειξη των άνω ισχυρισμών προσάγω και επικαλούμαι τα πιο κάτω έγγραφα, δηλαδή: 1) τις από 7-2-2017 πρωτόδικες προτάσεις μου μετά της από 10-2-2017 προσθήκης και αντικρούσεως και μετά των σχετικών τα οποία είχα προσκομίσει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και στις οποίες και πάλι αναφέρομαι επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς μου όπως περιέχονται σε αυτές και οι οποίες επισυνάπτονται στις παρούσες προτάσεις μου και αποτελούν ενιαίο σύνολο, 2) επικυρωμένο αντίγραφο της βαλλόμενης υπ` αριθ. 648/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) επικυρωμένο αντίγραφο των ταυτάριθμων της βαλλόμενης απόφασης, πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, 4) την υπ` αριθ.
…15-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Α. Π., 5) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ` αριθ….18-10-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρος μου Π. Α. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς 6) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ'αριθ. …19-10-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρός μου Ι. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Νικαίας 7) φωτοτυπικό αντίγραφο από την τηλεομοιοτυπία (ΦΑΧ) με ημερομηνία 14-2-2006.
Από την επισκόπηση όμως των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος επισύναψε- περιέλαβε σε αυτές το κείμενο των πρωτοδίκων προτάσεών του, στις οποίες επικαλείται τα παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα, ώστε αυτό να καλύπτεται ως ενιαίο κείμενο από την υπογραφή της πληρεξουσίας δικηγόρου του Βασιλικής - Αλίκης Κωνσταντέλου στις προτάσεις του Εφετείου.
Περαιτέρω δεν προκύπτει ειδική επίκληση, των ως άνω προσκομιζομένων εγγράφων ή παραπομπή σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, ούτε περιέχεται σαφής και ορισμένη εκ νέου επίκληση των ιδίων αποδεικτικών εγγράφων στο κείμενο των προτάσεων αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εκτός από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες αναφέρει ρητά στο κείμενο των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του.
Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του χωρίς νόμιμη επίκληση τα ανωτέρω προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, εκτός από τις ένορκες βεβαιώσεις των οποίων είχε γίνει νόμιμη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο, υπέπεσε ως προς τα παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.
β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν, κατά το μέρος αυτό οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης. Αντίθετα η εκ του αριθμού 11περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση για μη νόμιμη επίκληση των προαναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η μερικότερη εκ του αριθ.8 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για μη νόμιμη επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν πρωτοδίκως, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς (ενστάσεις, αντενστάσεις) αλλά για αγωγικούς ισχυρισμούς και αρνήσεις αυτών από τους αναιρεσείοντες-εκκαλούντες- εναγομένους, για τους οποίους δεν εφαρμόζεται το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, κατά την κατά τα προαναφερόμενα μερική παραδοχή του δεύτερου (υπο στοιχείο Β) μέρους του πρώτου λόγου, που έχει ως αποτέλεσμα την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης, μετά την οποία και παρέλκει, λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, που επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αίτησης αναίρεσης και πλήττουν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ).
Β) Επί της από 28-1-2021 αίτησης αναίρεσης του Ν. Κ., κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων:
Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν επιδρά στο μέλλον του.
Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ που συνθέτουν την ως άνω έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος.
Η κατά τα άνω όμως αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνο αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση".
Εξ` άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/15, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.7/28.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω Ν. 551/15 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 του α.ν. 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.
Ο παθών όμως διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ) κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (Ολ.
ΑΠ 18/2008, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 1649/2017, ΑΠ 888/2015, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1778/2012, ΑΠ 52/2011). Τέλος από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β. Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α του ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης αυτών, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ο εργαζόμενος που υπέστη βλάβη της υγείας του σε ατύχημα που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν αυτός ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ), με την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 425/2018, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 412/2008).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος. (Ολ.ΑΠ 3/1997,ΑΠ 1222/2020, ΑΠ 276/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατ` άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με την αγωγική αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ, από το ένδικο εργατικό ατύχημα, συμπεριέλαβε στην μείζονα πρότασή του νομική σκέψη σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής, και συνακόλουθα έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά το αίτημά της περί επιδίκασης στον ενάγοντα- εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα αυτοτελούς αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων, ως παθών εργαζόμενος, όντας ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., δεν νομιμοποιούνταν να αξιώσει από την εργοδότρια εταιρεία και την αυτοτελή, ως άνω αποζημίωση, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.
Περαιτέρω, αφού δέχθηκε τον τρίτο λόγο της έφεσης των δεύτερου έως και έκτου εκκαλούντων- εναγομένων και ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που είχε επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ ως αυτοτελή αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο απέρριψε το σχετικό αίτημα ως μη νόμιμο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφήρμοσε. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, ενώ απαράδεκτα προβάλλεται με τον ίδιο λόγο, κατ` εκτίμηση, η εκ του αριθ.19 πλημμέλεια η οποία προϋποθέτει έρευνα κατ' ουσία της υπόθεσης, που δεν υφίσταται στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και όχι από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφαση ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον αναιρεσείοντα, το ποσό των 100.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και την καθιερούμενη με αυτό αρχή της αναλογικότητας, αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ` άρθρο 932 ΑΚ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 § 2, 579 § 1β, 580 § 3 και 581 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Ως προς τα κεφάλαια και μόνο αυτά (αναιρεθέντα και άρρηκτα με αυτά συνδεόμενα) οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε και ως προς αυτά συζητείται η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης ως προς τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, αφού, αν προέβαινε εκ νέου στην εξέταση αυτών, θα προσέβαλε το δεδικασμένο.
H έκταση αυτή της αναίρεσης δηλαδή ως προς ποίο κεφάλαιο αναιρέθηκε η απόφαση, προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016).
Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως, την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν.
Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017).
Από αυτά συνάγεται ότι, αν αναιρεθεί στο σύνολό της απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής από εργατικό ατύχημα για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων, εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου εργοδότη και των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, αναιρείται η απόφαση και ως προς το άρρηκτα με το λόγο αυτό συνδεόμενο κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, διότι για τον καθορισμό του ύψους αυτής λαμβάνονται υπόψη ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης),καθώς και η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος (ΑΠ 154/2020, ΑΠ1282/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την ολική αναίρεση της προσβαλλόμενης κατά μερική παραδοχή του δεύτερου (υπό στοιχείο Β) μέρους του πρώτου λόγου της από 20-7-2020 αίτησης αναίρεσης των δεύτερου έως και έκτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για την πλημμέλεια από τον αριθ.11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα για τη λήψη υπόψη μη νομίμως προταθέντων αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) κατά την ουσιαστική έρευνα των συνθηκών του εργατικού ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών του με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον οποίο συνδέεται άρρηκτα ο δεύτερος λόγος της από 28-1-2021 αναίρεσης του ενάγοντος από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και την καθιερούμενη με αυτό αρχή της αναλογικότητας, αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ` άρθρο 932 ΑΚ, πρέπει κατ` άρθρο 579 εδ.β ΚΠολΔ, κατά τα προαναφερόμενα, να γίνει δεκτός ο ως άνω δεύτερος λόγος της από 28-1-2021 αίτησης του ενάγοντος, να συναναιρεθεί η προσβαλλόμενη ως προς τους πέντε πρώτους αναιρεσίβλητους, κατά το κεφάλαιο της περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την παραδοχή ως βασίμου του ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί, κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (αρθρ.178,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ της έκτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 28-1-2021 αίτηση αναίρεσης δεν επιδικάζονται, εφόσον η τελευταία κατέθεσε κοινές προτάσεις με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από20-7-2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων Α. Μ., Β. Μ., Α. Τ., Α. Λ. και Α. Ρ. και την από 28-1-2021 αντίθετη αίτηση του αναιρεσείοντος Ν. Κ..
Δέχεται την από 20-7-2020 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την 5500/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 28-1-2021 αίτηση αναίρεσης ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Ν.".
Δέχεται εν μέρει την από 28-1-2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς πέντε πρώτους αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 5500/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους πέντε πρώτους αναιρεσίβλητους, με την παραδοχή ως βασίμου του δεύτερου λόγου της από 28-1-2021 αίτησης αναίρεσης,
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους πρώτους πέντε αναιρεσίβλητους σένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ