Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
907/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against correction of first-instance judgment for fraud and embezzlement convictions.

Geschäftsnummer 907/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Sharelink Financial Services Limited and other defendants against the Third Instance Court of Athens. The appellants argued that the appellate court violated the presumption of innocence by correcting the first-instance judgment without re-evaluating evidence or considering new facts regarding the acquittal of some defendants. The court held that a correction procedure under Article 522 of the Code of Civil Procedure is strictly limited to correcting formal errors and cannot serve as a vehicle for re-examining the substance of the case or re-evaluating evidence.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 522 and 559 of the Code of Civil Procedure; A correction procedure is strictly limited to rectifying formal errors and cannot be used to re-evaluate evidence or re-examine the substantive merits of the case.

Schlagwörter

KI-generiert
correction of judgment presumption of innocence appeal against correction re-evaluation of evidence Article 522 Code of Civil Procedure Article 559 Code of Civil Procedure embezzlement conviction Haftung des Aktionärs

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 6(1) of the ECHR
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 907 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 907/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρίας με την επωνυμία "SHARELINK FINANCIAL SERVICES LIMITED", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα υπό του Χ. Έ. του Α., 2) εταιρίας με την επωνυμία "SHARELINK SECURITIES LIMITED", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Χ. Έ. του Α., κατοίκου ..., 4) Φ. Λ. του Ξ., κατοίκου ..., 5) Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ... και 6) Ι. Π. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 173.

Οι 14ος, 26ος, 53ος, 96ος, 107ος, 117ος, 118ος, 125ος και 132ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι: ο 14ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Κ. Β. του Δ., Α.

Β. του Δ. και Σ. Β. του Δ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, ο 26ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις Σ. Γ. του Γ. και Π. Γ. του Γ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, ο 96ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Ε.

Π. του Χ., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια, ο 117ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Χ. Π., το γένος Α. Κ. και Δ. Π. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, ο 118ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις Ε.

Π. του Α. και Ε. Π. του Α., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, ο 125ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Β. Π., το γένος Κ. Κ., Α. Π. του Α. και Ι. - Λ. Π. του Α., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια και ο 132ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Α.

Σ., το γένος Χ. Π., Ν. Σ. του Ι. και Τ. Σ. του Ι., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2005 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 63339/2005 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6155/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5414/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-8-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 667/2016). Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου εκείνου (ΑΠ 295/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 30-10-2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου ...-Μυκηκών, ο 96ος των αναιρεσιβλήτων Μ Σ. του Γ. απεβίωσε στις 13-6-2019, ήτοι μετά την άσκηση, στις 3-8-2018, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κατέλειπε μόνη εκ διαθήκης κληρονόμο του τη σύζυγό του Ε.

Π. του Χ., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 263/25-7-2019 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου. Η τελευταία, με δήλωση της πληρεξουσίας της δικηγόρου Αντωνίας Τσίκα, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στους αναιρεσείοντες το θάνατο του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ των αναιρεσειόντων και της εκ διαθήκης κληρονόμου του ανωτέρω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου η προκείμενη δίκη. Περαιτέρω, η αυτή ως άνω δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, δήλωσε το θάνατο:

α) του 14ου αναιρεσιβλήτου Β. Δ. του Α., β) του 26ου αναιρεσιβλήτου Γ. Γ. του Σ., γ) του 117ος αναιρεσιβλήτου Π. Κ. του Γ., δ) του 118ος αναιρεσιβλήτου Π. Α. του Ι., ε) του 125ος αναιρεσιβλήτου Π. Α. του Α. και στ) 132ος αναιρεσιβλήτου Σ. Ι. του Ν., ενώ επί πλέον δήλωσε ότι όλοι κληρονομήθηκαν από τους αναφερόμενους κληρονόμους τους, οι οποίοι και συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Για τους ανωτέρω 14ο και 132ο αναιρεσιβλήτους προσκομίζει ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, όχι όμως για τους υπόλοιπους, όπως δεν προσκομίζει για όλους τους ανωτέρω πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών, μη αποποίησης της κληρονομίας, μη δημοσίευσης διαθήκης ή ενδεχομένως σχετικές αποφάσεις δημοσίευσης διαθηκών, ώστε να πιστοποιείται αφ' ενός μεν ο θάνατος των εν λόγω αναιρεσιβλήτων (πλην των 14ου και 132ου), αφετέρου δε το κληρονομικό δικαίωμα των αναφερομένων για τον καθένα αναιρεσίβλητο κληρονόμων.

Ενόψει αυτών, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς όλους τους αμέσως πιο πάνω αναφερόμενους αναιρεσιβλήτους και να διαταχθεί, κατά τα άρθρα 254 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο ως προς αυτούς, προκειμένου να προσκομισθούν από την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι αναιρεσίβλητοι, με τις κατατεθείσες στις 26-11-2020 προτάσεις τους, ήτοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δηλώνουν τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου των 53ου, 66ου, 107ου και 127ου εξ αυτών. Πλην, όμως, η δήλωση αυτή δεν επιφέρει την κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ διακοπή της δίκης, δεδομένου ότι δεν έγινε με έναν από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 287 ΚΠολΔ νόμιμους τρόπους.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. Γ-7932/9-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Α. Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και αρχικό ορισμό δικασίμου για τις 11-5-2020 και μετά από οίκοθεν επαναπροσδιορισμό, κατά το άρθρο 74 παρ. 2 Ν. 4690/30-5-2020, λόγω ματαίωσης της συζήτησής της κατά την εν λόγω δικάσιμο εξ αιτίας της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του Covid-19, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Αντωνία Τσίκα, ως αντίκλητο αυτών (άρθρ. 143 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκπροσωπώντας τους αναιρεσιβλήτους τότε εκκαλούντες-αντεφεσιβλήτους.

Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 53ος και 107ος, εκ των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, καίτοι νόμιμα κλητευθέντες, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Στο δε άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η έλλειψη πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και επομένως ο διάδικος θεωρείται δικονομικώς απών (Ολ ΑΠ 13/2008, ΑΠ 115/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, όλοι οι αναιρεσίβλητοι (πλην του 53ου και του 107ου, που όπως προαναφέρθηκε, ερημοδίκησαν), εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα. Δεν προσκομίζονται όμως συμβολαιογραφικές πράξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι δόθηκε σχετική πληρεξουσιότητα στην ανωτέρω δικηγόρο προκειμένου να εκπροσωπήσει στη δίκη αυτή τους: 5η Α.

Μ., 10η Α. Μ., 21η Γ. Σ., 22ου Γ. Ν., 24ο Γ. Ι., 28ο Γ. Α., 31ο Δ. Κ., 33ο Δ. Α., 41η Ι. Φ., 44ο Κ. Β., 46ο Κ. Γ., 47ο Κ. Μ., 48η Κ. Π., 50ο Κ. Β., 52ο Κ. Δ., 56ο Κ. Ν., 65η Λ. Μ., 89ο Μ. Χ., 90ο Μ. Χ., 92ο Μ. Γ., 94η Μ. Κ., 100ο Ν. Μ., 100 Α Ν. Σ., 100 Β Ν. Τ., 104η Ν. Ά., 108η Π. Μ., 113ο Π. Δ., 121ο Π. Χ., 128η Π. Κ., 135η Σ. Σ., 140η Σ. Ε., 143ο Σ. Α., 144ο Σ. Γ., 147ο Τ. Ε., 162η Τ. Β. και 170η Χ. Λ.. Επομένως, όλοι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, παρά το γεγονός ότι κλήθηκαν νόμιμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν παραστάθηκαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Ωστόσο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 1-8-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 5414/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η αντέφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 6155/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων έναντι των εννέα πρώτων εναγομένων και έναντι του 16ου εξ αυτών, απορρίφθηκε δε αυτή ως προς τους 10η, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι από προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη και καθαρογραφή του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, τα ονόματα των κατωτέρω αναφερομένων αναιρεσιβλήτων αναγράφηκαν λανθασμένα σε σχέση με τα ονόματα και τα λοιπά στοιχεία τους, όπως αυτά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικότερα, αναφέρονται στην αναίρεση, ο 55ος ως "Κ. Γ. του Ι., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Κ. Σ. του Ε., κάτοικος ...", ο 56ος ως "Κ. Σ. του Ε., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Κ. Ν. του Α., κάτοικος ...", ο 57ος ως "Κρ Ν. του Α., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Κ. Ν. του Ι., κάτοικος ...", ο 58ος ως "Κ. Ν. του Ι., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Κ.

Δ. του Σ., κάτοικος ...", ο 59ος ως "Κ. Δ. του Σ., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Κ. Α. του Ι., κάτοικος ...", ο 60ος ως "Κ Α. του Ι., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Κ. Ε. του Σ., κάτοικος ...", ο 61ος ως "Κ. Ε. του Σ., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Κ. Ι. του Κ., κάτοικος ...", ο 62ος ως "Λ. Ι. του Κ., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Λ. Κ. του Α., κάτοικος ...", ο 63ος ως "Λ.

Κ. του Α., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Λ. Α. του Β., κάτοικος Αεροδρομίου ...", ο 64ος ως "Λ. Α. του Β.υ, κάτοικος Αεροδρομίου ...", αντί του ορθού "Λ. Α. του Δ., κάτοικος ...", ο 65ος ως "Λ. Α. του Δ., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Λ. Μ. του Σ., κάτοικος ...", η 66η ως "Λ. Μ. του Σ., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Λ. Μ. του Δ., κάτοικος ..." και ο 67ος ως "Μ.

Μ. του Δ., κάτοικος ...", αντί του ορθού "Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ...". Η εσφαλμένη αναγραφή των ονομάτων των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, που όπως προαναφέρθηκε, οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη και καθαρογραφή της αναίρεσης, δεν δημιουργεί ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης ή απαράδεκτο της συζήτησής της ως προς αυτούς, αν ληφθεί υπόψη ότι όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο με τα εσφαλμένως διατυπωμένα στοιχεία τους, όπως εκπροσωπήθηκαν και οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα, στις δε κατατεθείσες μετά τη συζήτηση προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, τα στοιχεία των ανωτέρω αναφέρονται κατά την ίδια ως άνω σειρά και αρίθμηση με τα σωστά τους ονόματα και τα λοιπά στοιχεία τους, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ ΑΠ 12/2000).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια.

Ως κεφάλαιο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση (ΑΠ 132/2004).

Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν ως προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας με αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 978/20014, ΑΠ 697/2012).

Έτσι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας (άρθρ. 914, 297, 298, 299 ΑΚ), αν ο εκκαλών προσβάλλει με την έφεσή του την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την υπαιτιότητα, μπορεί ο εφεσίβλητος να ασκήσει αντέφεση ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης για υλικές ζημίες, αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γιατί στο εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνονται και εκείνα της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Δεν ισχύει, όμως, το αντίστροφο. Αν δηλαδή εκκαλείται μόνο το κεφάλαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, μόνο αυτό μεταβιβάζεται στο εφετείο, όχι δε και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, γιατί το τελευταίο δεν συνέχεται με τα ως άνω κεφάλαια. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή μεταβιβάζονται στο εφετείο μόνο τα κεφάλαια της αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από άποψη ποσοτικού προσδιορισμού τους, η επί των οποίων διάφορη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν επιδρά σε εκείνο της υπαιτιότητας και με την έννοια αυτή τα εν λόγω κεφάλαια δεν συνέχονται αναγκαστικώς με αυτό (Ολ ΑΠ 10/2010, ΑΠ 504/2018).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-4-2005 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (συνολικά 16 τον αριθμό) να τους καταβάλουν ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, εις ολόκληρον έκαστος, τα ποσά που αναφέρονται για τον καθένα στην αγωγή, του δε 16ου των εναγομένων Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, ευθυνομένου μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ.

Ζήτησαν, επίσης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα ποσά που επίσης αναφέρονται ειδικότερα για τον καθένα από αυτούς στην αγωγή, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν εξ αιτίας της σε βάρος τους αδικοπραξίας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, με την 6155/2011 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τις 10η, 11η, 12η και 13η των εναγομένων, ενώ απέρριψε την αγωγή και ως προς τις 14η και 15η των εναγομένων (ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων).

Δέχθηκε δε περαιτέρω εν μέρει την αγωγή ως προς λοιπούς εναγομένους, ήτοι τους 1η, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο και 16ο εξ αυτών και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους τα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα στην απόφαση για τον καθένα εξ αυτών, εις ολόκληρον έκαστος, πλην του 16ου, του οποίου η υποχρέωση καταβολής περιορίστηκε μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 8-12-2014 έφεσή τους, με την οποία παραπονέθηκαν ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους 51ο (Β. Κ.) και 130η (Κ.

Π.) εξ αυτών, επειδή δεν αποδείχθηκε ζημία αυτών (πρώτος λόγος), ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους 100η (Σ. Μ.), 155ο (Α. Τ.) και 159ο (Ι. Τ.) εξ αυτών (δεύτερος λόγος), ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επίσης το δικαστήριο επιδίκασε τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσά στον 161ο (Φ.

Τ.) αντί του 159ου (Ι. Τ.) εξ αυτών (τρίτος λόγος), ενώ τέλος, με τον τέταρτο λόγο της έφεσης ζήτησαν τη διόρθωση της ως άνω εκκαλούμενης απόφασης ως προς την εσφαλμένη αναγραφή στο διατακτικό της ότι απορρίπτεται η αγωγή και ως προς τις 14η και 15η των εναγομένων. Κατά της ίδιας ως άνω απόφασης οι αναιρεσείοντες (14η, 15η, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος των εναγομένων αντίστοιχα) άσκησαν με ιδιαίτερο δικόγραφο την από 7-11-2016 αντέφεσή τους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης, ενώ έκανε δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον τρίτο λόγο της έφεσης και δικάζοντας την αγωγή κατά το σχετικό της κεφάλαιο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το ίδιο κεφάλαιο, υποχρέωσε τους ανωτέρω εναγομένους να καταβάλουν στον Φ.

Τ. το ποσό των 18.815,68 ευρώ ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 1.200 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με τον τέταρτο λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων: [Από την παραδεκτή επισκόπηση και ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης προκύπτει ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη όσον αφορά τις δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη των εναγομένων, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους η αγωγή ερευνήθηκε στην ουσία της και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης ότι: "...

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η ανάληψη των υπό διαχείριση κεφαλαίων της SHARELINK FINANCIAL SERVICES Ltd, 14ης εναγομένης, και η είσπραξη του ποσού των 400.000.000 δρχ. από λογαριασμό που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. για χρήματα επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, έγινε από τον Πρόεδρο της ανωτέρω εταιρίας SHARELINK FINANCIAL SERVICES Ltd, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως νομίμου εκπροσώπου αυτής και ως εκ τούτου η ανωτέρω εταιρεία ευθύνεται εις ολόκληρον μαζί με τους λοιπούς ανωτέρω εναγομένους για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες.

Εξ άλλου, από την επιστολή της Κ. Σ. προς τον Χ. Έ. (σελ. 1043-1044 της ποινικής αποφάσεως), προκύπτει η γνώση αυτού για την τέλεση της κακουργηματικής πλαστογραφίας των 52 πινακιδίων, που φέρεται ότι εκδόθηκαν από την SHARELINK SECURITIES Ltd, 15η εναγομένη, και παρόλα αυτά ουδέν έπραξε για την αποτροπή της αξιόποινης πράξης, ως είχε υποχρέωση ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ.

της πρώτης εναγομένης ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. και ως εκ τούτου τέλεση την πράξη της απλής συνέργειας στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως νόμιμος εκπρόσωπος της κυπριακής εταιρίας SHARELINK SECURITIES Ltd, 15ης εναγομένης, καθώς τα ανωτέρω πλαστά πινακίδια φέρεται ότι εκδόθηκαν από την τελευταία, η οποία ευθύνεται εις ολόκληρον σε αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες, απορριπτομένων έτσι των ισχυρισμών τους και της ενστάσεώς τους περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης...".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των 1ης, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 9ου, 14ης και 15ης των εναγομένων προκλήθηκε στους ενάγοντες ηθική βλάβη, από το έντονο ψυχικό άλγος από τη στέρηση των χρημάτων τους, καθώς και από την ταλαιπωρία με την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες για τη διεκδίκηση αυτών, για την αποκατάσταση της οποίας οφείλεται από τους ανωτέρω εναγομένους χρηματική ικανοποίηση σε έκαστο των εναγόντων".

Ωστόσο, ενώ από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, σαφώς και προδήλως προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η δέκατη τέταρτη και η δέκατη πέμπτη των εναγομένων ευθύνονται σε ολόκληρο με τους λοιπούς εναγόμενους (πλην της δέκατης, ενδέκατης, δωδέκατης και δέκατης τρίτης των εναγομένων) για την αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων και της ηθικής βλάβης που τους προκλήθηκε, στο διατακτικό της, από προφανή παραδρομή, αναγράφεται εσφαλμένα ότι "...ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τους 10η, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η εναγομένους.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι λοιποί εναγόμενοι...". Δηλαδή, η εκκαλουμένη συμπεριέλαβε στην απορριπτική της διάταξη τις δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη των εναγομένων, ενώ ως προς αυτές η αγωγή είχε γίνει δεκτή]. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό τον τέταρτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίον αυτοί ζήτησαν τη διόρθωση της εκκληθείσας με αριθμό 6155/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διόρθωσε το διατακτικό της εν λόγω πρωτοβάθμιας απόφασης.

Περαιτέρω και όσον αφορά την αντέφεση των αναιρεσειόντων, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, η ασκηθείσα ως άνω αντέφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για όλους τους λόγους της, πλην εκείνου της χρηματικής ικανοποίησης και σε σχέση μόνο με τους εκκαλούντες τους οποίους αφορά ο δεύτερος λόγος της έφεσης, οι οποίοι παραπονούνται για το ύψος της αναγνωρισθείσας απαίτησής τους.

Τούτο διότι τα προσβαλλόμενα με τους λοιπούς λόγους της αντέφεσης κεφάλαια δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση, ούτε συνέχονται αναγκαστικά με τα προσβληθέντα με αυτήν κεφάλαια. Ειδικότερα, με την έφεση οι εκκαλούντες παραπονούνται: α) για την απόρριψη της αγωγής τους ως προς δύο εκ των εναγόντων (Β. Κ., Κ.

Π.), β) για τη μερική παραδοχή της αγωγής τους ως προς τρεις εκ των εναγόντων (Σ. Μ., Α. Τ., Ι. Τ.), γ) για την επιδίκαση ποσού, καταψηφιστικά, στον εκ των εναγόντων Φ. Τ., ενώ το καταψηφιστικά αιτηθέν ποσό αφορούσε τον ενάγοντα Ι. Τ. και δ) για σφάλμα της εκκαλουμένης, που εμφιλοχώρησε στο διατακτικό της σχετικά με τις δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη των εναγομένων, ως προς τις οποίες, εκ παραδρομής αναφέρεται ότι απορρίπτεται η αγωγή, ενώ από το σκεπτικό της απόφασης σαφώς προκύπτει η ευθύνη και αυτών των εναγομένων, έναντι των εναγόντων.

Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση δεν εκκαλείται και επομένως, ως προς τα λοιπά κεφάλαιά της, όπως και εκείνο της υπαιτιότητας, έχει καταστεί τελεσίδικη. Με την αντέφεση που άσκησαν οι προαναφερθέντες εναγόμενοι (η οποία ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης και επομένως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοτελής έφεση), πλήττονται, κυρίως, τα κεφάλαια που σχετίζονται με την κρίση της εκκαλουμένης ως προς την υπαιτιότητα των αντεκκαλούντων διαδίκων.

Ειδικότερα, οι αντεκκαλούντες παρπαπονούνται: α) για τη μη αποδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματός τους για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, β) για αοριστία της αγωγής όσον αφορά την πρώτη και τη δεύτερη των αντεκκαλούντων, γ) για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά την πρώτη και τη δεύτερη των αντεκκαλούντων, δ) για έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης των αντεκκαλούντων, καθώς μάλιστα, όπως επικαλούνται, ένας εξ αυτών (Φ.

Λ.) αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, ενώ έτερος (Χ. Έ.) έχει ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης που τον καταδίκασε και ε) για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης. Όμως, οι ως άνω λόγοι αντέφεσης (πλην εκείνου που αφορά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης...), δεν αφορούν κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκαν με την έφεσης, ούτε συνέχονται αναγκαστικά με τη προσβληθέντα κεφάλαια, αφού με την έφεση προσβλήθηκε μόνο το κεφάλαιο της αποζημίωσης από άποψη ποσοτικού προσδιορισμού του και μάλιστα για συγκεκριμένους ενάγοντες, η δε επ' αυτού τυχόν διάφορη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν επιδρά επί εκείνου της υπαιτιότητας και με την έννοια αυτή δεν συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο αυτό...

Να σημειωθεί, επίσης, ότι το ζήτημα της αοριστίας της αγωγής, όπως και εκείνο της αναστολής της δίκης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, επίσης δεν συνέχονται αναγκαίως με τα εκκληθέντα κεφάλαια, καθώς αμφότερα συναρτώνται με την υπαιτιότητα των εναγομένων, η οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, έχει κριθεί τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου από την εκκαλούμενη απόφαση".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση των αντεκκαλούντων-αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη για όλους τους λόγους της, πλην εκείνου με τον οποίο οι τελευταίοι παραπονούνταν για το ύψος της αναγνωρισθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ήτοι του πέμπτου λόγου της αντέφεσης. Το λόγο αυτό τον έκρινε παραδεκτό, μόνο όμως, όσον αφορά τους ανωτέρω αναφερόμενους εκκαλούντες, οι οποίοι παραπονέθηκαν με την έφεση για τον ποσοτικό προσδιορισμό της αποζημίωσής τους ή τους επίσης ανωτέρω αναφερόμενους εκκαλούντες οι οποίοι παραπονέθηκαν για την εν όλω απόρριψη της αγωγής τους, εκτιμώντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι η αντέφεση ως προς τους τελευταίους ασκείται επικουρικά, ήτοι για την περίπτωση που ευδοκιμήσει η αγωγή τους.

Ακολούθως δε, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πιο πάνω πέμπτο λόγο της αντέφεσης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αντέφεση του αναιρεσειόντων και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι, πράγματι τα κεφάλαια της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προσβλήθηκαν με την αντέφεση των αντεκκαλούντων-αναιρεσειόντων δεν προσβλήθηκαν με την έφεση, ούτε συνέχονταν αναγκαστικά, με την έννοια που εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, με τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν με την έφεση, δεδομένου ότι με την έφεση προσβλήθηκε με τους τρεις πρώτους λόγους της μόνο το κεφάλαιο της αποζημίωσης από την άποψη του ποσοτικού προσδιορισμού της, που είναι διαφορετικό από εκείνο της υπαιτιότητας με την οποία συναρτώνται οι τέσσερις πρώτοι λόγοι της αντέφεσης, ούτε συνέχεται αναγκαστικά με αυτό, ενώ με τον τέταρτο λόγο της έφεσης ζητήθηκε η διόρθωση της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ.

Επομένως, ορθά κρίνοντας το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη την αντέφεση των αναιρεσειόντων αναφορικά με τους τέσσερις πρώτους λόγους της και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τους αριθμούς 1 και 19, όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αντικείμενο της διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης.

Τα σφάλματα αυτά πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και των στοιχείων που ορίζουν το περιεχόμενό της ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία. Εξ άλλου, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι επιτρεπτή διόρθωση της απόφασης, που μπορεί να αφορά οποιοδήποτε τμήμα της, άρα και το διατακτικό της, χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται όταν τα σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί, αρκεί η μεν παραδρομή, στην οποία οφείλονται τα λάθη, να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης ή να μεταβάλλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΑΠ 1540/2018, ΑΠ 283/2017).

Εξ άλλου, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση. Ωστόσο, η διόρθωση αυτή μπορεί να ζητηθεί και με την άσκηση έφεσης, λόγω της φύσης της τελευταίας ως τακτικού ένδικου μέσου, που μπορεί επομένως να συμπεριλάβει κάθε πλημμέλεια, ακόμα και αυτή που οφείλεται σε παραδρομή της απόφασης (ΑΠ 548/2017).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες διατείνονται με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης ότι το Εφετείο, μέσω της διόρθωσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71 ΑΚ και 32 και 33 του ΕμπΝ, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης και της δεύτερης εξ αυτών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναίρεση.

Διατείνονται, επίσης, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ότι το Εφετείο, προβαίνοντας στη διόρθωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραβίασε με την απόφασή του το τεκμήριο αθωότητας, που αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της δίκαιης δίκης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Ότι ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρόλο που προέβη στη διόρθωση, δεν έλαβε υπόψη του τα νέα στοιχεία που προσκόμισαν ενώπιόν του με επίκληση, ούτε επανεκτίμησε τις αποδείξεις και συγκεκριμένα, τις αναφερόμενες αποφάσεις του Τριμελούς και του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κηρύχθηκαν αθώοι των κατηγοριών για υπεξαίρεση και πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος οι τέταρτος και πέμπτος και ένοχος ο τρίτος εξ αυτών, καθώς και το γεγονός ότι ο τελευταίος άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.

Πλην, όμως, το Εφετείο, με βάση τον τέταρτο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος-αναιρεσιβλήτου, που ήταν η διόρθωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις της διόρθωσης της απόφασης μπορούσε να ερευνήσει.

Στη διαδικασία δε αυτής της διόρθωσης, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης τα σφάλματα του δικαστηρίου, τα οποία αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, όπως δεν αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης η επανεκτίμηση των αποδείξεων ή η εκτίμηση νέων αποδείξεων, ενώ, τέλος, η διόρθωση δεν μπορεί να σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης και, παραβιάζοντας το δεδικασμένο, να μεταβάλλει το περιεχόμενο της υπό διόρθωση απόφασης.

Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 11 γ' αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και περαιτέρω, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους 14ο, 26ο, 117ο, 118ο, 125ο και 132ο των αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, προκειμένου να προσκομισθούν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας έγγραφα.

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5414/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου