Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim as facts do not meet Article 281 requirements.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his abuse of right claim. The appellant argued the defendant abused its rights by suing after receiving payment, but the Court found the facts insufficient to meet the legal requirements of Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 281 and 559 of the Code of Civil Procedure; An abuse of right claim fails when the alleged circumstances do not constitute a legal ground for such an objection under the Civil Code.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 906 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 906/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Λυμπερδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Παραγωγής Ιμάντων και επεξεργασίας Προϊόντων Ελαστικού, ContiTech ΙΜΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον τέως Δήμο Αισωνίας και ήδη Δήμο Βόλου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Ορφανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 467/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "GontiTech ΙΜΑΣ Α.Ε.", άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Σ. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την από 10.8.2016 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι δυνάμει προφορικών συμβάσεων πωλήσεως που συνήψε με τον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 31-7-2015 έως 19-5-2016, πώλησε και παρέδωσε στον τελευταίο τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος υλικά συνολικής αξίας 27.025,42 ευρώ.
Ότι o εναγόμενος, αν και παρέλαβε τα παραπάνω υλικά, της έχει καταβάλει το ποσό των 4.307,64 ευρώ και αρνείται να της καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί o εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 22.717,76 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα που για κάθε επιμέρους ποσό εκδόθηκε το αντίστοιχο τιμολόγιο και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επικουρικά ζήτησε την καταβολή του πιο πάνω ποσού με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενη ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της χωρίς νόμιμη αιτία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 277/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, ως μη νόμιμη, ενώ κατά την κύρια βάση της, από τις συναφθείσες συμβάσεις πωλήσεως, τη δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.717,76 ευρώ, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος την από 16.12.2017 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 467/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο αναιρεσείων με την υπό κρίση από 24.10.2022 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τον προβαλλόμενο λόγο (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ο οποίος αφορά μόνο την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (ολ.ΑΠ 25/2003, ολ.ΑΠ 3/1997). Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 782/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 9/2011, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 615/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, αμυνόμενος κατά της άνω αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση του οφειλόμενου τιμήματος των επίδικων πωλήσεων, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ισχυριζόμενος επί λέξει ότι: "Κατ' άρθρο 281 Α.Κ.
η άσκηση ενός δικαιώματος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι διαφορετικά αυτή αγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κλασική περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος αποτελεί η συμπεριφορά της αντιδίκου, όπως αυτή η άσκηση λαμβάνει χώρα μέσω της ασκηθείσας υπό κρίση αγωγής της.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή είναι όψιμη καθώς και άνευ αντικειμένου και ουσίας. Η εφεσίβλητος καίτοι γνωρίζει πως έχω εξοφλήσει όλες τις οφειλές μου προς αυτή, προσέτι δε πως με έχει ζημιώσει ποικιλοτρόπως, με διώκει δια της δικαστικής οδού, ουχί προς ικανοποίηση κάποιου δικαιώματός της, - διότι τέτοιο δεν υφίσταται - αλλά για να με εξοντώσει οικονομικά εκμεταλλευόμενη για μια ακόμη φορά την υπερέχουσα θέση της στην αγορά διεθνώς.
Κυρίως όμως εγείρεται μετά την κοινοποίηση του από 17-5-2016 εξωδίκου που πρώτος της απέστειλα, προς αντιπερισπασμό για την εύλογη αποζημίωση που εκεί αξίωνα.". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 607/2018 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι ο ισχυρισμός του αυτός και αληθής υποτιθέμενος δεν μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, διότι προς τούτο απαιτείται άσκηση δικαιώματος, του οποίου τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά έχουν συντελεσθεί και δεν αμφισβητούνται, ενώ ο εναγόμενος αρνείται την ύπαρξη δικαιώματος της ενάγουσας.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε ο αναιρεσείων για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος επί λέξει ότι "...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας το αποδεικτικό υλικό της ένδικης διαφοράς τελείως εσφαλμένα και λανθασμένα απέρριψε την νόμιμη και παραδεκτή ένστασή μου περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ.
Κατ' άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση ενός δικαιώματος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι διαφορετικά αυτή αγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κλασική περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος αποτελεί η συμπεριφορά της αντιδίκου, όπως αυτή η άσκηση λαμβάνει χώρα μέσω της ασκηθείσας υπό κρίση αγωγής της.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή είναι όψιμη καθώς και άνευ αντικειμένου και ουσίας. Η εφεσίβλητος καίτοι γνωρίζει πως έχω εξοφλήσει όλες τις οφειλές μου προς αυτή, προσέτι δε πως με έχει ζημιώσει ποικιλοτρόπως, με διώκει δια της δικαστικής οδού, ουχί προς ικανοποίηση κάποιου δικαιώματός της, - διότι τέτοιο δεν υφίσταται - αλλά για να με εξοντώσει οικονομικά εκμεταλλευόμενη για μια ακόμη φορά την υπερέχουσα θέση της στην αγορά διεθνώς.
Κυρίως όμως εγείρεται μετά την κοινοποίηση του από 17-5-2016 εξωδίκου που πρώτος της απέστειλα, προς αντιπερισπασμό για την εύλογη αποζημίωση που εκεί αξίωνα. Την ουσιαστική αυτή ένσταση άκριτα απέρριψε το πρωτόδικο δικαστήριο θεωρώντας πως η ένδικη αγωγή εκ τιμολογίων θα έπρεπε να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή.".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Επίσης, o εκκαλών πρωτοδίκως πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης είναι καταχρηστική, καθόσον άσκησε την ένδικη αγωγή αν και γνώριζε ότι δεν υφίσταται καμία οφειλή και όχι προς ικανοποίηση δικαιώματός της αλλά προκειμένου για την οικονομική εξόντωση του εκκαλούντος.
O ως άνω ισχυρισμός του εκκαλούντος που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά που συνιστούν άρνηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, διότι αποτελούν ισχυρισμούς αρνητικούς του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας...
και ως εκ τούτου δεν συγκροτούν την νομική έννοια της καταχρηστικότητος του ασκουμένου άνω δικαιώματος της εφεσίβλητης και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα ...".
Ήδη με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 19 και, κατ' εκτίμηση, και από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα του ισχυρισμού του περί αντιθέσεως του αγωγικού δικαιώματος προς το άρθρο 281 ΑΚ, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής, την οποία δεν εφάρμοσε.
Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέρριψε την εν λόγω ένστασή του ως μη νόμιμη, χωρίς να αναφέρει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται, τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεσή του και καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά συνιστούν ή όχι (αθροιστικώς εκτιμώμενα) κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά περιορίζεται απλώς στην αναφορά "...o εκκαλών πρωτοδίκως πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης είναι καταχρηστική, καθόσον άσκησε την ένδικη αγωγή αν και γνώριζε ότι δεν υφίσταται καμία οφειλή και όχι προς ικανοποίηση δικαιώματός της αλλά προκειμένου για την οικονομική εξόντωση του εκκαλούντος.".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο σκέλος ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της άνω ένστασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο, αφενός μεν έλαβε υπόψη του τα ουσιώδη περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για την θεμελίωση της προβληθείσης ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβητης, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη καίτοι γνωρίζει πως έχει εξοφλήσει όλες τις οφειλές του προς αυτή, προσέτι δε πως τον έχει ζημιώσει ποικιλοτρόπως, τον διώκει δια της δικαστικής οδού, όχι προς ικανοποίηση κάποιου δικαιώματός της, διότι τέτοιο δεν υφίσταται, αλλά για να τον εξοντώσει οικονομικά εκμεταλλευόμενη για μια ακόμη φορά την υπερέχουσα θέση της στην αγορά διεθνώς, αφετέρου δε δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον, πράγματι, η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, υπό τα άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ήταν μη νόμιμη και άρα απορριπτέα, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ένσταση από το άρθρο 281 AK, αφού αποτελούσαν ισχυρισμούς αρνητικούς του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Η κρίση αυτή δεν μεταβάλλεται από τον περαιτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη αγωγή εγείρεται από την αναιρεσίβλητη μετά την κοινοποίηση του από 17-5-2016 εξωδίκου που πρώτος της απέστειλε, προς αντιπερισπασμό για την εύλογη αποζημίωση που αξίωνε με την άνω εξώδικο, αφού μ' αυτόν δεν αναιρείται αλλά ενισχύεται ο αρνητικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ουδέν οφείλει στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' εκτίμηση από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Οκτωβρίου 2022 αίτηση του Σ. Μ. του Γ., για αναίρεση της με αριθ. 467/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ