Supreme Court dismisses appeal on employer's right to reassign employees without breach of good faith.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of an employment dispute. The employer argued it had the right to reassign the employee to a supervisory role despite her superior qualifications, claiming this was an organizational decision rather than a demotion. The court held that while the employer's right to organize is broad, the reassignment did not constitute an abuse of power or a detrimental change in terms of employment, thus the lower court's ruling was legally sound.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 281, 361, 648 of the Civil Code; The employer's right to organize and direct the enterprise does not permit arbitrary reassignment of employees if it does not constitute an abuse of power or a detrimental modification of employment terms.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 906 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 906/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Συγγενιώτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Attica Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 407/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6370/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17.9.2021 αίτηση διώκεται από την εφεσίβλητη ενάγουσα η αναίρεση της υπ'αριθ. 6370/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης κατά της υπ'αριθ. 407/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].
Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, κατά το άρθρο 652 ΑΚ, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. "Έχει δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια.
Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη, δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά. Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησής του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Και αυτό διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, AΠ 1219/2020, 1127/2018, 48/2011, 1016/2008, 788/2008). Εξ άλλου o από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α'ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα [ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013].
Ακόμη, ο από τη διάταξη του αριθ. 14 λόγος του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας [ΑΠ 535/2020]. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.
Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή του δεν ήταν νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε ως απαράδεκτο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος ως μη νομίμου είναι δυσμενέστερη για τον ενάγοντα από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως απαραδέκτου [ΑΠ 1021/2018, 43/2015, 1404/2006].
Στην από 17.9.2021 αγωγή της η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 29.3.1991 ως βοηθός συμβούλου διαχείρισης, το έτος 1993 μετατάχθηκε στο λογιστικό κλάδο και από το έτος 2002 της ανατίθεντο καθήκοντα σε θέσεις διαρκώς αυξανόμενης ευθύνης. Ειδικότερα, από το έτος 2002 έως 2004 είχε δικαίωμα Β υπογραφής στη Διεύθυνση Διαχείρισης Διαθεσίμων, Τμήμα Δικτύου και Θεσμικών Επενδυτών.
Από το Σεπτέμβριο του 2004 έως τον Αύγουστο του 2011 υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης στο Επιχειρηματικό Κέντρο Λάρισας, στα γραφεία ιδιωτών, χορηγήσεων και εγγυήσεων με δικαίωμα Β' υπογραφής, διατέλεσε υπεύθυνη επιχειρηματικών σχέσεων με δικαίωμα Β'υπογραφής, Διευθύντρια Επιχειρηματικών Σχέσεων με δικαίωμα Α' υπογραφής, από τον Αύγουστο του 2011 έως τον Ιούλιο του 2016 Διευθύντρια Επιχειρηματικών Σχέσεων στα Επιχειρηματικά Κέντρα Λάρισας και Λ.
Κηφισίας με δικαίωμα Α' υπογραφής, Διευθύντρια Καταστημάτων Λιανικής στα υποκαταστήματα Πανόρμου και Μουσείου με δικαίωμα Α'υπογραφής, Διευθύντρια στα καταστήματα Καλλιθέας, Γαλατσίου, Κορωπίου, 'Ανοιξης, Μεταμόρφωσης, ενώ από τον Ιούλιο του 2016 έως τον Ιανουάριο του 2017 διατέλεσε Αναπληρώτρια Διευθύντρια Περιφέρειας 3 με δικαίωμα Α' υπογραφής και Αναπληρώτρια Διευθύντρια Διεύθυνσης. 'Ότι σε όλες τις ως άνω θέσεις διακρίθηκε για την υπηρεσιακή της απόδοση όπως πιστοποιείται στα φύλλα ποιότητος της εναγομένης.
Με την υπ'αριθ. 29/10.10.2016 Εγκύκλιο του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης ανακοινώθηκε στο προσωπικό νέο πλαίσιο οργανωτικής δομής της για την βελτίωση της λειτουργίας της, ενώ με την ίδια εγκύκλιο προβλέφθηκε η αναδιάρθρωση της Διεύθυνσής στην οποία υπηρετούσε χωρίς να εξειδικεύονται οι αρμοδιότητες των νέων μονάδων και η θέση που θα αναλάμβανε κάθε υπάλληλος.
Με πράξη του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης προβλέφθηκε η ένταξη του Προσωπικού των καταργούμενων Περιφερειών στην Υποδιεύθυνση Ανάπτυξης και Συντονισμού Εργασιών Δικτύου πλην της ιδίας που εντάχθηκε στην Υποδιεύθυνση Υποστήριξης Εργασιών Bancassurance και Leasing - Factoring χωρίς να καθίσταται σαφής η θέση που θα αναλάμβανε στο νέο οργανόγραμμα.
Στη συνέχεια, στις 20.1.2017 με πράξη του Διευθύνοντος Συμβούλου τοποθετήθηκε από 25.1.2017 στη Υποδιεύθυνση Θεματοφυλακής και Υποστήριξης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων ως απλή υπάλληλος χωρίς δικαίωμα υπογραφής, με καθήκοντα πρωτοδιόριστου υπαλλήλου χωρίς πρωτοβουλία και ευθύνη, θέση κατά πολύ υποδεέστερη σε σχέση με τα καθήκοντα της Διευθύντριας Καταστήματος, που ασκούσε έως τότε, παρότι κατείχε τη 17η θέση στην επετηρίδα προσωπικού της εταιρείας, επί συνόλου 750 ατόμων και με εμπειρία πλέον των δέκα πέντε [15] ετών.
Αντιθέτως, άλλοι συνάδελφοί της, [που δεν κατονομάζει] με τα ίδια τυπικά προσόντα και προϋπηρεσία τοποθετήθηκαν σε θέσεις Υποδιευθυντών ή άλλες θέσεις ευθύνης. 'Ότι λόγω του υποβιβασμού της έπαυσε να λαμβάνει το επίδομα θέσης ευθύνης εξ 713,01 ευρώ και το ειδικό επίδομα θέσης εκ 288,89 ευρώ. Μείωση του μισθού της δεν προέκυψε λόγω καταβολής του επιδόματος εξομάλυνσης, ως προβλέπεται από την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των ετών 2017 έως 2019, όμως η καταβολή του επιδόματος αυτού είναι χρονικά περιορισμένη, αφού στο μέλλον θα μηδενισθεί με την αύξηση των αποδοχών της, ενώ αντιθέτως η περικοπή του επιδόματος θέσης συνιστά μόνιμη και πάγια περικοπή μισθού. "Ότι η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης, που είχε ως συνέπεια την ηθική της μείωση ως προς την επαγγελματική της υπόληψη και αξία, την μισθολογική της υποβάθμιση και κατά συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητάς της, υπερβαίνει τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος [άρθρ. 281 ΑΚ].
Ζητεί δε να αναγνωρισθεί ότι η τοποθέτησή της σε θέση απλής υπαλλήλου συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως αυτής, αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της, ως και να υποχρεωθεί να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα πλέον αποτελεσματικά γι αυτόν κριτήρια, στα πλαίσια των οποίων δύναται να τοποθετεί εργαζόμενο ως προϊστάμενο τμήματος κατά παράλειψη άλλου έστω και αν ο τελευταίος υπερέχει κατά βαθμό στην ιεραρχία ή καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, χωρίς η επιλογή του αυτή να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και καταχρηστική συμπεριφορά, γιατί πρόκειται για επιλογή, που αφορά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησής του.
Στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. 'Όμως, υπό το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι μη νόμιμη, αφού η ενάγουσα προσλήφθηκε ως απλή υπάλληλος και οι θέσεις αυξανομένης ευθύνης, που της ανατέθηκαν στην πορεία ήταν συνέπεια της εξέλιξής της και δεν προβλέπονταν από τη σύμβαση εργασίας της.
Ο περιορισμός των καθηκόντων της έγινε στα πλαίσια της νέας Οργανωτικής δομής της εναγομένης, όπως η ίδια η ενάγουσα εκθέτει, με στόχο την βελτίωση της λειτουργίας της, χωρίς συνέπειες στην μισθολογική της κατάσταση. Κατά τα αναφερόμενα ως άνω στη μείζονα πρόταση, ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος έχει την εξουσία να παρακάμπτει μισθωτό που υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και να τοποθετεί στη θέση του άλλον, που κρίνει καταλληλότερο, αφού του ανήκει το δικαίωμα επιλογής στην διεύθυνση και οργάνωση της επιχείρησής του και δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή του μισθωτού, που εντάσσεται στα δικαιώματα του τελευταίου, χωρίς το γεγονός αυτό, της επιλογής του άλλου, να θεμελιώνει υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί αοριστίας της αγωγής είναι μεν εσφαλμένη, αφού θα έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη και όχι ως αόριστη, όμως η αναιρεσείουσα στερείται εννόμου συμφέροντος να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς την αιτιολογία της, αφού η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης είναι δυσμενέστερη από την απόρριψη λόγω αοριστίας.
Κατόπιν τούτου οι εκ των αριθ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι, κατά τους οποίους η αναιρεσιβαλλομένη α] παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 361, 648 ΑΚ και 7 εδ. α Ν. 2112/1920, β] εσφαλμένως έκρινε αόριστη την αγωγή και γ] δεν εκτίμησε ορθά το δικόγραφο της αγωγής, αντιστοίχως, πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Τέλος, οι λόγοι εκ των αριθ. 19 και 10 του άρθρου 559 προϋποθέτουν κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης και δεν ιδρύονται εάν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην εκτίμηση των αποδείξεων [ΑΠ 200/2006]. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Μετά από αυτά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.9.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 6370/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ